Μαρία Πισιώτη, Δύο ποιήματα

Γιατί

Μες τους καπνούς του πολέμου
η μοναξιά και η απόγνωση
γύρω σου χορεύουν.
Ομίχλη σκέπασε τον ουρανό σου.
Η μυρωδιά του θανάτου διαχέεται
στην ατμόσφαιρα.
Όπου κι αν πας
η σκιά του σ’ ακολουθεί.
Η όασή σου πέρασε
στη λήθη της σιωπής.
Ένα γιατί πλανιέται στην
πονεμένη σου ψυχή.
Ποια άδικη κατάρα βαραίνει
τους παιδικούς σου ώμους;
Απάντηση στην αγωνία σου
κανείς δε θα δώσει.
Θες να ουρλιάξεις, να κλάψεις,
μα δε μπορείς.
Το αγέρι πήρε τη φωνή σου,
η θάλασσα το δάκρυ σου.

*Από την ποιητική συλλογή “Αιωρούμενο νησί”, εκδ. University Studio Press, 1999.

Φυλλορροή

Τα Φθινόπωρα που αγαπήσαμε
Φυλλορροούν
Οι Χειμώνες που μοιραστήκαμε
τα Καλοκαίρια που ονειρευτήκαμε
Φυλλορροούν
Για Άνοιξη ούτε λόγος
46 Φθινόπωρα τώρα
Φυλλορροούν…
και στην αντιστροφή τους
προοιωνίζεται η Δύση
της μελαγχολίας.
©11.11.2012

*Και τα δύο ποιήματα αναδημοσιεύονται από το μπλογκ της Μαρίαας Πισιώτη στο http://hdyli.wordpress.com

Αντώνης Θ. Παπαδόπουλος, Ευθύνη

Όλα μαύρα τά ‘βλεπε
κι έγραφε στίχους πεζούς,
που κανείς δε σκεφτόταν να ψάλλει.
Λοιπόν αρκετά. Άλλο δεν πάει.
Πρέπει ευθύς ν’ αλλάξει θέμα και ύφος.
Να γράψει για τον ήλιο που χαμογελά,
για το φως που αστράφτει
στο γιαλί και στις πέτρες.
Άνοιξε το παράθυρο να δει,
μα ο ουρανός βάρυνε πάνω του.

Για τούτη ‘δω τη συννεφιά
το φταίξιμο δεν ήταν του καιρού.

Μαρία Κατσοπούλου, Τρία ποιήματα

Μιλάς

Μου λες πως τίποτα δεν είναι ακατόρθωτο
Πως μαζί μπορούμε να νικήσουμε τα πάντα
Πως τα χρόνια που θα περάσουν θα μας βρουν αγκαλιά
Κι εγώ δεν σε καταλαβαίνω.
Μιλάς για την αγάπη
Σαν να είναι κάτι σημαντικό.

*«Ποιήματα για τσακισμένες καρδιές και σαλεμένα μυαλά», Γαβριηλίδης, 2012

Αργά

Είναι αργά για νεκρούς έρωτες
Άκου τη σιωπή
Μας λέει πως χάνουμε
Τα ανεξίτηλα σημάδια στο κορμί μου έχουν τ’ όνομά σου
Κι εγώ περιμένω ν’ ανοίξεις την πόρτα

Φύγε, είναι αργά
Η σελήνη έδυσε
Κι εμείς ακόμα έχουμε αϋπνίες

*«Τα ποιήματα της τρελής», Γαβριηλίδης, 2009

Θα πεις…

Και για μένα θα πεις
πως ήμουν άλλη μια Μαρία
ανάμεσα στις χιλιάδες

Ανάμεσα στις νεκρές σου ερωμένες
Νεκρά γράμματα τα “σ΄αγαπώ”
καμμένες λέξεις σε παλιά ημερολόγια

Τα ημερολόγια που πέταξες
τα δάκρυα που δεν έκλαψες
κι ένα άδειο ποτήρι μπύρας στο τραπέζι

θα είναι ό,τι με θυμίζει
ό,τι έχεις δικό μου
κι ό,τι στο εξής θα μισήσεις

*«Τα ποιήματα της τρελής», Γαβριηλίδης, 2009

Ρινίσματα ή το μανιφέστο της κούρασης

I .
Κουρασμένως γενικώς
η Πλήξη
η Αηδία
Spleen
και Φρίκη

Κάτι
βαρύ
στριφνό
άσχημο
βίαιο

βαραίνει
τους Ώμους
του
Υπάρχοντος

η γνώση
.
κρυφή
.
στα κρυφά
ξερογλείφει
ένα κομμάτι
συνείδησης

ξέρω
η ζωη
είναι
ά-σκοπη
αλλά δεν μπορούμε
να κάνουμε αλλιώς
άλλωστε
θα βαρεθούμε
μια μέρα
-ευτυχώς-
όλη αυτή
τη θλίψη

Continue reading →

Θεοχάρης Παπαδόπουλος, Πόρτες κλειστές

Πόρτες κλειστές.
Μάταια χτυπάς να σου ανοίξουν.
Έξω χιονιάς και παγωνιά,
μέσα το τζάκι να ζεσταίνει.
Κι ούτε κατάλαβες,
πως και γιατί σε κλείδωσαν απέξω.
Χτυπάς γερά,
φωνάζεις, δεν σ’ ακούνε.
Μην περιμένεις,
πάρε τη βαριά.
Πόρτες που δεν ανοίγουνε τις σπάνε.

*Ο Θεοχάρης Παπαδόπουλος γεννήθηκε στον Πειραιά. Σπούδασε στη σχολή Οικονομίας και Διοίκησης του τμήματος Λογιστικής στο ΤΕΙ Χαλκίδας. Ζει στην Αθήνα και εργάζεται σε εταιρεία έρευνας αγοράς. Ασχολείται με την ποίηση από τα παιδικά του χρόνια. Έχει πληθώρα δημοσιευμάτων σε λογοτεχνικά περιοδικά. Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στη βουλγαρική γλώσσα. Έχει λάβει μέρος σε διεθνή λογοτεχνικά συνέδρια. Έκανε την πρώτη του δημοσίευση το 1993 ενώ κυκλοφόρησε την πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο «Τα Παράταιρα» το 1997. Άλλα έργα του είναι: Κραυγές, Ιωλκός 2009, Ερείπια, ΡΕΩ 2012, Πρόσωπα Γνωστά, ΡΕΩ 2011, Ξερόκλαδα, ΡΕΩ 2012. Είναι μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών και μέλος της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών. Είναι μέλος του Ομίλου για την Unesco Τεχνών Λόγου και Επιστημών Ελλάδας. Είναι μέλος της Φιλολογικής Στέγης Πειραιώς. Είναι ιδρυτικό μέλος του Νέου Πνευματικού Κύκλου Καλλιθέας. Διατηρεί μόνιμη στήλη κριτικής βιβλίου στο portal Δήμοι news και παρουσιάζει βαλκανική ποίηση στο περιοδικό «Αιολικά Γράμματα» στην ενότητα «Αίμος». Διαχειρίζεται το blog http://poihtikostayrodromi.blogspot.com

Γιώργος Δάγλας, Duruti

Όπως το μισάνοιχτο τραγούδι στον αέρα.

στα σύνορα
στις έδρες των δικαστηρίων και των καμπαρέ.
Θ’ άνοιγαν το πουκάμισο στις τρυφερές παρά-
νομες συχνότητες.
Θα συναντούσαν το όραμα στη μέση του κόσμου.
Αυτοί, που η ερωμένη του πάπα τους οδηγούσε
σαν υπνοβάτης στην αιώνια έξαρση των κοσμικών.
Θα διέσχιζαν ξάγρυπνοι τα Πυρηναία.
Ντυμένοι στα μαύρα.
Ζητώντας τους διεθνείς συντρόφους στα επιτελεία
των καπηλειών.
Στο σίδερο και την πέτρα.
Αυτοί, ποπουλάροι και ρέμπελοι
στο διαρκή έρωτα
στη διαρκή επανάσταση
θ’ άνοιγαν και θα διέσχιζαν ξάγρυπνοι
το Γράμμο και την Κροστάνδη,
αφήνοντας πίσω
ανθισμένες φυλακές
πυρπολημένα νομοσχέδια
ανθρώπους με μικρά ονόματα
και μεγάλη καρδιά.
Γιατί ήξεραν ν’ αγκαλιάζονται σφιχτά.
Να πεθαίνουν και να σκοτώνουν μ’ ένα γέλιο.
Αυτοί, που δεν τους λύγισαν παρά τα μάτια των
παιδιών
περιφέρουν ακόμα το προαιώνιο γιατί
περιφέρουν τρεις χιλιάδες συναπτά έτη τη
φωτογραφία
του Buenaventura, ρωτώντας:

-Είδατε πουθενά τον φίλο μας;

*Από τη συλλογή «Το μαύρο χιόνι» εκδ. Ελλέβορος
**Ποίημα και φωτογραφία της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από το http://poemsgolitsis.blogspot.com

Μανώλης Μεσσήνης, Αιρετικός

Εις μνήμην Χρόνη Μίσσιου

Όλο τον χρόνο του σπαταλά να διασπά
το μακελειό των χρήσεων του λόγου – όπως το ρήμα ξέρω,
μη υποκύπτοντας στους όρους της φυλακής του

Κάπου ξεφεύγοντας ονειροπολεί,
κλεισμένος στη σιγή του,
δράματα επιλήψιμα

Χθες κτυπούσε το παράθυρό του μια νεροποντή
συνοδεύοντας τους υπαινιγμούς του

Αφήνει ανοίγματα στο τριμμένο του σακάκι,
εξόδους,
έτσι για να συγχωνεύεται με τους ανέμους –
αέναα ένδον της ύπαρξης,
άσαρκος ως αποφράς ημέρα

Η νύχτα του αποσβένει μέρες
υπολειμματικών περιττωμάτων

Τα κείμενά του αποδομιστικά,
ναρκοθετεί αμφιβολίες·
στρόβιλοι σε ζοφερά τοπία

Ανοιγοκλείνοντας παράθυρα,
κτυπώντας τα εκκωφαντικά
σαν κραυγή πριονισμένη,
με την υλική υπόσταση του άγριου ενστίκτου
ως κατανοήσιμη του λόγου ύλη,
ραπίζει διανοήματα που εξουσιάζουν
ως το ικρίωμα και ως τη σάρκα πέρα,
κάνοντας ματ στον βασιλιά
που αντιφάσκει

Και η σκιά,
στερημένη και αυτή από ελαφρυντικά,
στην αρπάγη του λόγου του σιωπά

*Το ποίημα και η φωτογραφία της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από τη σελίδα του Μανώλη Μεσσήνη στο facebook.

Τζούλια Φορτούνη, The passenger

τώρα ξέρω καλά
πού κρυβόσουν τόσα χρόνια
σκοτσέζικο ουίσκι
σε παράνομο μπαρ στο Μισούρι
την εποχή της ποτοαπαγόρευσης
ζεν πρεμιέ που διέφευγε πάντα
από την πίσω σκάλα στις Κάνες
για ν’ αποφύγει το φλας μου
τυχοδιώκτης άσημος
στην Καζαμπλάνκα
λαθροκυνηγός στα Πυρηναία
χαμένος ταξιδευτής στη Νεβάδα
χαρτοπαίκτης στο Sun City
επαίτης μουσικός στη Νέα Ορλεάνη

αμανές σμυρνέικος
με τραβηγμένο το αχ
στα δυτικά μου ακούσματα
η πέτρα του τείχους
που πρώτη θρυμματίστηκε
στο Βερολίνο
εκείνο που έψαχνε
ο μπάτσος επάνω μου
εξονυχιστικά
και φυσικά δεν βρήκε

γιατί ήσουν κρυμμένος καλά
σε όλα τα καταγώγια
του κορμιού μου
καιροφυλακτούσες
εν αγνοία μου
ο αιώνιος επιβάτης μου

τώρα πια ξέρω καλά
γιατί κρυβόσουν τόσα χρόνια

*Ευχαριστίες στο φίλο και ποιητή Νίκο Κυριακίδη, που μου το προώθησε.

Μήτσος Παπανικολάου, Σονέτο (Αφιερωμένο στον Ναπολέοντα Λαπαθιώτη)

Στον πολυαγαπημένο μου Ναπολέοντα

Του πόθου πηγές,
μια νιότη γυμνή,
του δρόμου θέλγητρο
προς τ’ άγνωστο πάντα,

μαδημένα τριαντάφυλλα
στης αγάπης το διάβα
κι αγάπες βρεγμένες
σε δάκρυα, πάντα… Είμαστε, Ναπολέων,
ταξιδιώτες κυνηγημένοι;
Ω, τίποτ’ άλλο δεν είμαστε παρ’ άνθρωποι μόνο,
που προσπάθειά τους υπερτάτη
ο έρωτας είναι ή ο θάνατος.

Ευάγριος Αληθινός, Βιβλιοθήκη

Ο αναρχικός των δύο κόσμων
Διασταύρωσε το βλέμμα του
Με τους αγριεμένους ανάπηρους
Που επέστρεφαν από καυτά κλίματα

Έβαλε μπροστά τη μηχανή του Rock ‘n’ Roll
Ακολουθώντας τον δρόμο
Που κάποτε χάραξε ο Χανς Πφάαλ προς τη σελήνη

Τα επαναστατικά μηνύματα
Δεν είναι σαν τον γαμήλιο έρωτα
Κανένας θάνατος στη Βενετία
Δεν θα εμποδίσει
Το χρονικό της βίας

Τα ρόδινα ακρογιάλια
Καταλείφθηκαν από τους εμπόρους των εθνών
Κανένα όνειρο στο κύμα
Δεν θα αποικήσει την έρημη χώρα

Ούτε η οδύνη της φόνισσας
Θα μαράνει τα άνθη του κακού

Τα σταφύλια της οργής
Ταΐζουν ανθρώπους και ποντίκια
Δίπλα στο δρόμο με τις φάμπρικες
Εκεί που κάποτε περίμενε ο ξένος
Τον ναύτη του Γιβραλτάρ

Πώς άρχισαν όλα;

Το 1793 ο υποπρόξενος
Κατέστειλε την ανταρσία των αγγέλων
Πεθαίνοντας στην Καταλονία
Όλες οι ευτυχισμένες οικογένειες
Με τη μάχη στο αίμα τους
Τραγουδούσαν εικοσιτέσσερα σονέτα
Για τη πολιτική διαχείριση
Την ερωτική απελπισία
Το έγκλημα και τη τιμωρία
Χορεύοντας το βαλς του αποχαιρετισμού
Πίνοντας κρασί από βατόμουρα
Και τρώγοντας καυτή σοκολάτα

Η μαντάμ Εντουαρντά
Θα γινόταν η νυφούλα
Των αναμνήσεων ενός χήρου
Που ήταν μάρτυρας στη δίκη
Της δολοφονίας του Χριστού

Κατέβηκε στους λιθόστρωτους κήπους
Κι έκοψε τη μαύρη τουλίπα
Του βασιλιά Μελάνι
Ήταν ο τελευταίος της πειρασμός
Τότε που ζούσε
Κάτω από επιτήρηση και τιμωρία
Στο νησί της προηγούμενης ημέρας

Από το δωμάτιο με θέα
Παρατηρούσε κάθε βράδυ
Το γεράκι της Μάλτας
Να κάνει έρωτα με τον γλάρο Ιωνάθαν
Κάτω από το φώς των φεγγαριών του έρωτα

Κάποτε είχε ακούσει
Για μια μακρινή χώρα
Χτυπημένη από τη πανούκλα

Ο άνθρωπος που έβλεπε τα τρένα να περνούν
Της μίλησε για τον μικρό πρίγκιπα
Που έβριζε το κοινό στο θέατρο του παραλόγου

Αυτός ήταν ο εξόριστος του Θεού
Καταδικασμένος τη μεγάλη μέρα και τη μεγάλη νύχτα
Να φορά τη μάσκα του κόκκινου θανάτου

Ένας ανηθικολόγος, ένας κυνηγός του σκοταδιού
Που κάλπαζε προς το μηδέν και το άπειρο
Φορτωμένος επτά θανάσιμα αμαρτήματα,
Γεμάτος κενά δαιμόνια και οπλισμένες επιθυμίες

Τη μέρα εκείνη, έπεσε νεκρός καταδικασμένος
Στο όνομα του ρόδου.

Έτσι άρχισαν όλα αγαπημένη Άννα Σορρόρ
Και αν σου πουν ότι αυτά
Είναι μύθοι για την εποχή μας
Φόρεσε το χαμόγελο της Τζοκόντα
Και απάντησέ τους:
«Έχετε μαύρα μεσάνυχτα»
Και ξεκίνα να τους τραγουδάς μικρή μου Άννα:
«Όλοι οι νεκροί έχουν το ίδιο δέρμα…»

Ιούνης 2009

*Οι στίχοι του ποιήματος αυτού είναι τίτλοι γνωστών βιβλίων, ταινιών, έργων τέχνης και άλλων. Ο δε συνθέτης είναι απολύτως υπαρκτό πρόσωπο.