Αντώνης Θ. Παπαδόπουλος, Εκλογή

Κι όμως κερδίζει κανείς το θάνατό του
Γ. ΣΕΦΕΡΗΣ

Πόσοι μου σύντροφοι χαθήκαν στη ζωή
και πόσοι υπάρχουν πέρα από το θάνατο
παίζοντας ανάμεσα στα δάχτυλά τους τη γεύση της ζωής.
Είναι μερικοί που κουμπώθηκαν μέσα στην αξιοπρέπεια
παίρνοντας από τη θάλασσα την αρμύρα της καρδιάς τους
κι άλλοι κρύβουν τη σκέψη τους
αναζητώντας τις παγωμένες νύχτες τα χέρια τους
ου ήταν κάποτε ζεστά.
Υπάρχουν μερικοί που ασπρίζουν τ’ απόμερα σπίτια τους
κι ύστερα κάνουν έρωτα δίνοντας όλο τους τον εαυτό
κι υπάρχουν λίγοι που κλεφτήκαν με τη θάλασσα,
κάνοντας τις μικρές παλάμες τους κουπιά
για νά ‘χουν άλλο θάνατο.

Κατερίνα Γώγου: Ένα (επίκαιρο) ποίημα

Η Κατερίνα Γώγου κάπου στη Θεσσαλονίκη το 1981

Στο διάολο να πάνε όλοι,
Να μαυρίσει ο ήλιος!
Ο Λόγος Του Θεού ας είναι ο Λόγος Της Κατερίνας:

Λαδερά στο πλαστικό Ακομινάτου
έξω απ’ την πόρτα Αύγουστος
άσπρες σαν πανί οι πουτάνες
40 υπό σκιάν 4 η ώρα μεσημέρι.
Ανοίγουνε τα μπούτια μοναχά τους
σαν ψόφια μύδια
γέμισ’ ο κόσμος χρωματιστά βρακιά
Πακιστανούς ντετόλ κουτσές ρουφιάνες
κι αδερφές μ’ ενέσεις στα βυζιά
γεμάτες καρκινώματα.
Γέμισ’ ο δρόμος
ξετιναγμένες σάλπιγκες και πεταμένες μήτρες
τουμπάνιασε η κοιλιά
απ’ άχρηστα σπέρματα
– δεν πιάνονται παιδιά εδώ
δεν πιάνεται τίποτα από πουθενά
η Μαγδαληνή και η Βάνου τη γυρίσανε
οι δοσάδες κι ο άγιος της γειτονιάς είναι κολεγιά
πρώτα τα παίρνουνε και μετά σας καρφώνουνε.
Έτσι είναι.
Απλώσατε πουτάνες στο Μεταξουργείο
ντάλα μεσημέρι χωρίς δέντρο – πού
θα σκαλώσετε χωρίς τοίχο –
πού’ ρθατε εδώ να ακουμπήσετε
Αγανακτισμένοι Πολίτες
και θρησκευτικοί παράγοντες τα βρήκανε.
Οργανωθήκανε. Αγόρασαν μπιτόνια. Και βενζίνα.
Θα σας καταβρέξουν. Θα σας κάψουνε λέει.
Σα τυφλοπόντικες λέει.
Κλούβες με κωλομπαράδες αστυνομικούς
ματάκηδες ανίκανοι οι Γιατροί των Ηθών
μουνόψειρες κάνουν σουλάτσο τη μέρα στο μυαλό σας
λευκόρροια στον ύπνο οι τσιλιαδόροι
– ποιανού το μέρος παίρνουνε
Εδώ καίμε τις μάγισσες.
Γαμάμε τις πουτάνες.
Η αφίσα του Καραμανλή
τα μάτια σας καμιά φωτογραφία
κλωστές από κεντήματα
περούκες καραφλές μελανιασμένες ρόγες
εξώσεις σφίγγουν τα μαλλιά και το λαιμό
δένουνε χέρια και πόδια στα κρεβάτια
εσάς και εμάς μαζί
ο τρόπος κι η ταρίφα αλλάζει
ο τόπος και το όνομα αλλάζει
Στη Λάρισα 40 βαθμοί
εδώ στο σταυρό ο ήλιος.

*Το ποίημα αυτό της Κατερίνας Γώγου δημοσιεύθηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1980 στο περιοδικό “Το Κράξιμο”, το οποίο εξέδιδε “η εκδιδόμενη τραβεστί Πάολα”.

Χλόη Κουτσουμπέλη, Το είδωλο

Σε κάθε καθρέφτη
υπάρχει πάντα ένα είδωλο
που κρύβεται από πίσω.
Κανείς ποτέ δεν νοιάζεται γι αυτό.
Γυάλινη γλιστράει η ζωή του.
Κανείς δεν το αγγίζει
ούτε κι αυτό αναγνωρίζει
τον ξένο που κάθε φορά
στέκεται μπροστά του.
Μηχανικά μιμείται τις κινήσεις.
Όταν ο ξένος σηκώνει το δεξί
αυτό κινεί το αριστερό
όταν ο ξένος βήχει
αυτό κουνάει άηχα τα χείλη.
Μόνο όταν το σπίτι ερημώνει,
το είδωλο παίρνει το ξυράφι
το ακουμπά στις φλέβες των καρπών του
έτσι για να νιώσει ότι είναι ζωντανό.
Γι’ αυτό με προσοχή κοιτάξτε τους καθρέφτες.
Αν είστε τυχεροί,
μπορεί και να το δείτε.
Πίσω από το πρόσωπό σας.
Το είδωλο που ουρλιάζει.

*Από τη νέα ποιητική συλλογή “Στον αρχαίο κόσμο βραδιάζει πια νωρίς”.

Τόλης Νικηφόρου, Δύο ποιήματα

Georg Grosz, Έκρηξη (1917)

εγώ

μη με κοιτάτε έτσι χλωμό
καλοντυμένο
με τρόπους άνετους και με κινήσεις
από το σπίτι στο γραφείο
απ’ το γραφείο στο σπίτι
σε μάταιο κύκλο ερμητικά κλεισμένο

μη με κοιτάτε έτσι δειλό
με το σημάδι του γραφιά στο δάχτυλο
με τον μισθό στην πρώτη και στις δεκαπέντε
ανίδεο
ή με τη γνώση υποταγμένη

εγώ
κρύβω στα μάτια μου οράματα που οδηγούν
σε τόπους και καιρούς που θάρθουν

εγώ μπορώ με μια φωνή
να πλημμυρίσω τις πλατείες
τους δρόμους με σημαίες και λάβαρα
με μια βουή ασυγκράτητη που καταλύει τα πάντα

η φαντασία μου εξουσιάζει τη ζωή σας

μαγεμένη ψυχή

σ’ αγάπησα
σε σκονισμένες γειτονιές και εργοστάσια
στην άχρωμη επιφάνεια του μπετόν

πίσω από οδοφράγματα σ’ αγάπησα
σε συγκεντρώσεις απεργών
σε διαδηλώσεις φοιτητών
στους διαδρόμους των δικαστηρίων

σε μυστικές συνεδριάσεις της νύχτας
είναι γραμμένο τ’ όνομά σου
στις προκηρύξεις που μοιράσαμε
στις κόκκινες αφίσες που κολλήσαμε
και στα αρχεία των τμημάτων ασφαλείας

σ’ αγάπησα, σύντροφέ μου,
η μαγεμένη σου ψυχή είναι δική μου
η αγωνία σου μου ανήκει

*Από “Τα Αναρχικά” (1979)

Ιβάν Γκολλ, Ποιήματα

XVII

Είμαι το ρυάκι σου
που μέθυσε με δυόσμο

Σκύψε πάνω μου
για να σου μοιάσω

Κολύμπησε μέσα μου
να νιώσεις πως τρέμω

Φάε τα ψάρια μου
να μ’ αφανίσεις

Πιες με
να με στερέψεις

Αγάπησέ με
Θα σε συντρέξω να πνιγείς

XX

Στο φιλί σου πιο βαθύ κι απ’ το θάνατο
νιώθω τη λύσσα σου να ξαναμπείς στη γη
να γυρίσεις πίσω στο χάος σου

Λιώνεις
χάνεσαι
σύννεφο πέφτεις
ποτάμι τρέχεις στη θάλασσά σου

Κι η σάρκα μου σε δέχεται σαν ένα μνήμα

XXV

Σκεπάστηκα με εφτά πέπλα
για να με ξεσκεπάσεις
εφτά φορές

Μυρώθηκα μ’ εφτά μύρα
για να με μυρίσεις
εφτά φορές

Σου είπα εφτά ψέματα
για να με αφανίσεις
εφτά φορές

*Μετάφραση: Ε. Χ. Γονατάς

Πρίμο Λέβι, Η ανακωχή

Ονειρευόμασταν στις άγριες νύχτες
όνειρα βίαια και πυκνά,
ονειρευόμασταν με την ψυχή και το σώμα
να γυρίσουμε, να φάμε, να εξιστορήσουμε.
΄Ωσπου αντηχούσε κοφτά, σιγανά
το παράγγελμα που συνόδευε την αυγή
«Wstawać»
και ράγιζε την καρδιά μας

Τώρα που ξαναβρήκαμε τα σπίτια μας,
τώρα που χορτάσαμε την κοιλιά μας,
και οι αφηγήσεις μας στέρεψαν όλες,
σήμανε η ώρα. ΄Οπου να ’ναι θα ακούσουμε πάλι
το ξενικό παράγγελμα:
«Wstawać»

11 Ιανουαρίου 1946

Φώτης Αγγουλές, Το στίγμα

Σ` έναν νεαρό φασίστα που βρέθηκε σκοτωμένος,
πάνω σε μια Ρούσσικη χιονισμένη στέππα

Και μέσ` στα χιόνια, θησαυρούς

το άρπαγο μάτι βλέπει;
ξανθέ φονιά, τι σ` έφερε

σ` αυτήν εδώ τη στέππη;

Μέσα στη νύχτα, φονικό

ποιανού έστηνες καρτέρι;

Ποιος σ` έβλαψε τόσο μακριά;

Ποιόν ξέρεις; Ποιος σε ξέρει,

εδώ που χρόνια εμόχθησε

το εργατικό το χέρι

να χτίσει την καλύβα του

και μια ζωή να φτιάσει;

Νυχτερινέ διαγουμιστή,

πως θες να σε δικάσει,

το χέρι αυτό που του γκρεμνάς,

ό,τι από χρονιά χτίζει;

Ποια καταδίκη στο φονιά

και στο φασίστα αξίζει;

Τώρα φωλιάζουν στο άσαρκο

κρανίο σου σκοτάδια,

κι αφ` της φυλής σου τα όνειρα,

είναι τα στήθια σου άδεια.

……………………………………

Κι ίσως μια μάννα, ένα παιδί!

κάπου να σε προσμένει,

μα εσύ, θα μένεις πάντοτε

ξένος σε χώρα ξένη

κι η μνήμη σου που της ζωής

το νόημα θα λερώνει,

θάναι ένα στίγμα, ένας λεκές,

μέσ` στο κατάσπρο χιόνι…
*Αναδημοσίευση από το http://exadaktylos.wordpress.com/

Νεκταρία Μαραγιάννη, Τείχος υλικών ανθρώπων

“Είμαστε σώματα στοιβαγμένα το ένα δίπλα από το άλλο.
Δημιουργούμε τείχους, θωρώντας πως θα φτάσουμε στην αιωνιότητα,
ενώ η γύμνια μας ντροπιάζει…
Ψάχνουμε απεγνωσμένα ένα ρούχο να κρύψει τη γύμνια μας!
Όλοι φοράμε περούκες!
Η βροχή καίει τη γύμνια μας,
ενώ θέλουμε τη βροχή για να ξεδιψάσουμε από τη γύμνια.”

Γιατί απεχθάνονται το γυμνό τους σώμα;

Τι να τον κάνω το χιτώνα;
Ασπάζομαι τη γύμνια μου!

Η γύμνια μου χύνεται στο χαρτί,
η γύμνια μου θα με σώσει από τον αριβιστή του τείχου ·
από το να γίνω κι εγώ ένα κομμάτι παζλ
ακολουθώντας το γλυκό τραγούδι των Σειρήνων.

Δε θέλω το χιτώνα! Ο χιτώνας θα βαλσαμώσει την πνοή μου,
τη ψυχή μου,
τη ζωή μου!

Ντυμένη με τη γύμνια μου
βλέπω τον ανθρώπινο τείχο να σαπίζει…

“Dum spiro spero!”

Νέττα

Κωνσταντίνος Π. Καβάφης, Περιμένοντας τους Βαρβάρους

– Τι περιμένουμε στην αγορά συναθροισμένοι;
– Είναι οι βάρβαροι να φθάσουν σήμερα.
-Γιατί μέσα στην Σύγκλητο μιά τέτοια απραξία;
Τι κάθοντ’ οι Συγκλητικοί και δεν νομοθετούνε;
-Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα.
Τι νόμους πια θα κάμουν οι Συγκλητικοί;
Οι βάρβαροι σαν έλθουν θα νομοθετήσουν.
-Γιατί ο αυτοκράτωρ μας τόσο πρωί σηκώθη,
και κάθεται στης πόλεως την πιο μεγάλη πύλη
στον θρόνο επάνω, επίσημος, φορώντας την κορώνα;
-Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα.
Κι ο αυτοκράτωρ περιμένει να δεχθεί τον αρχηγό τους.
Μάλιστα ετοίμασε για να τον δώσει μια περγαμηνή.
Εκεί τον έγραψε τίτλους πολλούς κι ονόματα.
-Γιατί οι δυό μας ύπατοι κ’ οι πραίτορες εβγήκαν
σήμερα με τες κόκκινες, τες κεντημένες τόγες·
γιατί βραχιόλια φόρεσαν με τόσους αμεθύστους,
και δαχτυλίδια με λαμπρά γυαλιστερά σμαράγδια·
γιατί να πιάσουν σήμερα πολύτιμα μπαστούνια
μ’ ασήμια και μαλάματα έκτακτα σκαλισμένα;
Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα·
και τέτοια πράγματα θαμπόνουν τους βαρβάρους.
-Γιατί κ’ οι άξιοι ρήτορες δεν έρχονται σαν πάντα
να βγάλουνε τους λόγους τους, να πούνε τα δικά τους;
Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα·
κι αυτοί βαριούντ’ ευφράδειες και δημηγορίες.
-Γιατί ν’ αρχίσει μονομιάς αυτή η ανησυχία
κ’ η σύγχυσις. (Τα πρόσωπα τι σοβαρά που έγιναν).
Γιατί αδειάζουν γρήγορα οι δρόμοι κ’ οι πλατέες,
κι όλοι γυρνούν στα σπίτια τους πολύ συλλογισμένοι;
Γιατί ενύχτωσε κ’ οι βάρβαροι δεν ήλθαν.
Και μερικοί έφθασαν απ’ τα σύνορα,
και είπανε πως βάρβαροι πια δεν υπάρχουν.
Και τώρα τι θα γένουμε χωρίς βαρβάρους.
Οι άνθρωποι αυτοί ήσαν μιά κάποια λύσις.

Zωή κι Ανάσταση

Ένας χορός, αδέλφια μου, είναι η ζωή εδώ κάτου.
Nα τονε σύρουμε όλοι μας ελάτε αγκαλιασμένοι,
κι όποιος λεβέντικα ακλουθά μακρύ το πάτημά του,
κι όποιος λιγύζεται άγουρα και καταγή απομένει.

Kι ας μην τραβάμε αβόλεφτα, τυφλά, κατά το δρόμο
που χάραξεν απελπισμού κι υπομονής σκοτάδι,
μα ας δώσουμε τα χέρια μας στης λευτεριάς το νόμο
και γύρωθε ας σκορπίσουμε κι ενός ρυθμού το χάδι.

Aληθινά τα μάτια μας μέσα στον παιδεμό μας
ας νοιώσουνε τον Tύραννο που τάθελε κλειστά,
και πώς το χέρι που κρατά σφιγμένο το λαιμό μας
μας κάρφωσε τις όψες του σαν έργατα φριχτά.

Στη νέα τη στράτα ανέγγιχτο θ’ αφίνουμε το χώμα,
τι θα πατάμε του Άσπλαχνου τις χίλιες τις μορφές
και τα πεδούκλια σπάνοντας θε να τηράμε ακόμα
οι Πόρτες που διαβαίνουμε να μη σταθούν κρυφές…

Kαι σα χυθή παντού το φως της Nίκης κι η γαλήνη,
σαν απλωθή η αγάπη μας κι ώς των ανθών το χνούδι,
αν! τότες άλλο, αδέλφια μου, εδώ δε θ’ απομείνη
παρλα ο χορός μας να τραβά μ’ ένα γλυκό τραγούδι.

PHΓAΣ ΓKOΛΦHΣ
(Aφιερωμένο στην εφημερίδα «Eργάτης» του Bόλου – 1909-1911).