Γιώργος Μπλάνας, Στασιωτικό Πεντηκοστό Δεύτερο

396757_3882326738308_896719235_n

Πώς έγινε και σύρθηκα ως τα πενήντα τρία
με τα οράματα πρησμένα
στα γόνατα και την ψυχή φθαρμένη στον γιακά,
ασύστατοι, εγώ που ονειρευόμουν
πάντα το ίδιο ποτάμι;
Το ίδιο ποτάμι!
Είχε ασημένια τα νερά
και τα καλάμια πορφυρά
κι εκεί στην όχθη-όχθη
καθόταν στην καρέκλα της
μια εργατική γερόντισσα
κι έπλεκε κι έλεγε σ’ έναν βαρκάρη: «Αυτές
είναι ψυχές! Ατσάλινες! Σου κάνουν κάτι μοίρες
αθάνατες! Όχι αυτές
που κουβαλάς. Κρίμα στ’ ασήμι!»
Πού πήγε το ποτάμι μου, αχρείοι; Έτσι, λοιπόν,
θα τριγυρίζω δίχως λόγο
– που είναι, όπως γνωρίζουμε, η ψίχα της ψυχής –
ανάμεσα σε πράγματα φτηνά και βιαστικά,
σαν ολοφάνερη αλήθεια; Κι ο αέρας,
η θάλασσα, τα δέντρα, οι ακτές
που ησυχάζουν, σαν λευκά
νεροπούλια στην σκιά
των βράχων; Ο γιγάντιος εκείνος λιθοξόος
που καυγαδίζει με τη νύχτα
πίσω απ’ τις ράχες των βουνών;
Ήτανε ψέματα όλα αυτά;
Ψέματα, το ποτάμι των πορφυρών ψυχών;
Φαντασιώσεις ενός δύσκολου αγοριού
που δεν μπορούσε ν’ ανεχθεί
τα βιαστικά και τα φτηνά
του κόσμου; Ό,τι κι αν ήταν,
τα θέλω πίσω. Τώρα!
Δεν γίνεται αυτό που μου ζητά σύνεσή σας.
Εγώ ερωτεύτηκα την τσούλα τη ζωή
και θα γλεντάω την πρόστυχη αγκαλιά της,
μέχρι θανάτου. Πώς, αλλιώς;
Γίνεται να πηγαίνω,
ασύστατοι, συνέχεια εκεί απ’ όπου επιστρέφω
όλο μεταβολές και ματαιώσεις κι αποφάσεις
κι ελπίδες και ακυρώσεις
κι έναν υπάλληλο φόβο
ν’ αρχίσω απ’ όπου τέλειωσα τόσες φορές;
Καλύτερα να συντριβούν τ’ αστέρια όλα
στη ράχη μου· καλύτερα ν’ αρπάξουν
φωτιά οι θάμνοι και τα δέντρα, να χωθούν
βαθιά στη δίψα οι πηγές, να λάμψει
στα μάτια μου η αρετή του έμφυτου τέλους:
μια χούφτα θάρρος σκοτεινό
ανάμεσα στα πόδια της σιωπής,
παρά αυτή η ευτελής
συνήθεια να βάζετε τα πράγματα στη θέση τους.
Ποια θέση;
Σκεφτήκατε πως όλα αυτά
που αγνοεί η σκέψη σας τα ξέρει η άγνοιά μου;
Πώς είναι βέβαιοι πού βρίσκεται η θέση μου,
πάντα έκθετοι στα πάντα,
κι όμως τίποτα πάντα·
ούτε ερπετά ούτε πουλιά, ούτε ζώα;
Φόβος και μίσος δίποδο, που θα τελειώσει δυστυχώς
έρποντας για να βρει, ασύστατοι, τη θέση του.
Ποια θέση;
Μοσχοβολάει η τρώγλη των κερδώων ηδονών σας
λυτά μαλλιά, χείλη απαλά
και κοριτσίστικο λαιμό το δειλινό;
Σας ξαγρυπνά ένας δαίμονας σκληρός,
σαν άνθρωπος που κόβει κομμάτια έναν άνθρωπο
μέσα του με στοργή: ‘μια μάσκα πέτρινη -γελάει
ή κλαίει, ποιος ξέρει- αρπάζει
μαλλιά και χείλη και λαιμό,
κόβει, σκορπίζει, αφήνει
μια λαχτάρα κοφτερή
που ανοίγει κάθε τόσο σαν πληγή;

Πληγή, πληγή αφόρητα γλυκιά
η θέση μου η θέση μου στον κόσμο σας,
κι ο κόσμος σας ψοφίμι.

Άννα Αχμάτοβα, Εισαγωγή

556693_3942056351511_2077974020_n

Ήταν μια εποχή που μόνο οι νεκροί
χαμογελούσαν, ευτυχισμένοι στην ησυχία τους.
Το Λένινγκράντ κρέμονταν σαν ένα άχρηστο
κόσμημα στην πλευρά των φυλακών
Μια εποχή όταν τρελαμένοι απ’ τα βασανιστήρια
οι κατάδικοι σε φάλαγγες περπατούσαν
και τα σφυρίγματα των μηχανών
το σύντομο τραγούδι του αποχωρισμού έλεγαν
Αστέρια θανάτου πάνω μας στέκονταν
κι η αθώα Ρωσία κουλουριάζονταν
κάτω από τις ματωμένες μπότες
κάτω από τους τροχούς της κλούβας.

1 Απριλίου 1957
Λένινγκραντ

*Μετάφραση Μαρία Καρδάτου
**Αναδημοσίευση από το http://poihshkaipoihtes.blogspot.com

Nanni Balestrini, Κάπως έτσι

balestrini

Αυτοί είναι οι κόμποι, αυτές οι ουλές,
τα ρούχα που φόρεσες, η απρόσμενη εποχή
στην άσφαλτο όπου θα ζούμε ακόμα, αυτό το σύννεφο
που μοιάζει πολύ με την τσαγιέρα που ήδη

κρύωσε, με το πρόσωπο ενός αρρώστου,

γαλάζιο όπως το εστιατόριο, η απόσταση,

αν και είναι εννιά η ώρα, οι προετοιμασίες

σχεδόν τελείωσαν, απεσταγμένες παπαρούνες,

πιστεύοντας στα μάτια μου, γέρνοντας από τη σκεπή

πάνω από τις κορυφές κλαδεμένων πεύκων, μα

εξαπατάς τον τίτλο, εγγύηση στους περαστικούς,

που σχεδόν όλοι έχουν φύγει, μαζεύουν

απαραίτητα και η βάρκα που ποτέ δεν

βρίσκεις, αλλά απαραίτητη επειδή διασχίζουμε

παρόλο που εμείς δεν κοιτάζουμε και όπου

δούμε μολονότι δεν υπάρχει γιατρειά και περνάνε

ακόμα αβέβαιοι οι τόποι όπου

σύνορα ευκρινώς σημαδεμένα μας αποκαλύπτονται…

Τότε ακόμη κι ο ουρανός θα πρέπει ν’ αλλάξει. Όπως θα μπορούσα

να αλλάξω ξαφνικά θέμα και λίγοι

να το προσέξουν, ο γδούπος που ψάχνει ακόμα

κουφός τις απογευματινές ώρες, και βαθύς

και οι πέτρες που έχεις κάτω από την πλάτη ή η διαφυγή

διαβρωτικών ουσιών από γκρεμισμένες κατασκευές ‒

παρόλ’ αυτά, τίποτα καινούριο, ελαφρόπετρα

στους αγκώνες, αν υπάρχει θέση για έναν μόνο από μας

και βγαίνοντας μόλις από το σπίτι συναντά τυχαία,

εσύ συναντάς, να ’ξερες μόνο πόσο καιρό σε περιμένω.

*Μετάφραση από τα ιταλικά σταύρος μπουκουβαλέας, kyoko kishida.

**Ποίημα και φωτογραφία της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από το http://teflon.wordpress.com

Ποιήματα για την Εξέγερση του Δεκέμβρη του 2008

154475_567447349937095_441191535_n


ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΠΕΗΣ

Ρέκβιεμ

Στο ‘να τους χέρι θύρσος και στ’ άλλο χέρι δάδα
και με τα μούτρα στο κουβούσι στριμωγμένα
πνοή ζητούσανε να βρουν πόλης πλωτής σε λάβα
μα έμνεσκε ο ήλιος πίσω τους με όμματα ματωμένα.
Ντε γιούρε η κυβεία στους νευρώνες
οι λεωφόροι κούμουλες με λεγεώνες
καράδες με σειρήνες τη φωνή σου παύουν
τα κράνη με θυσάνους και με τζάμια
πιο κει σε μόνιτορ και γήπεδα μασκότ
κι εμείς κρυμμένοι στα καλάμια·
απ’ τα κιβούρια σαν θωρούσαμε που ολονυχτίς λοξά τους θάβουν
ξεπηδούσανε ρομπότ.

ΚΥΟΚΟ ΚΙΣΙΝΤΑ

Οταν ο Αλέξης Γρηγορόπουλος Συνάντησε τον Φαντίλ Ναμπούζι

Η ιστορία διαδόθηκε από στόμα σε στόμα.
Η σιωπηρή πλειοψηφία χρεμέτισε στο άκουσμα από τα μαντάτα.
Το χρεμέτισμα έγινε φωτιά και πέτρα χωρίς προηγούμενο.
Οι αφεντάδες σπεύσανε θορυβημένοι να δηλώσουν
πως η φωτιά και η πέτρα βρίσκονταν σε χέρια επισφαλή
εξοστρακίζοντας τον κοινό νου
που πάσχιζε ν’ αντιτάξει:
“Η σφαίρα που μετέτρεψε τις πόλεις σε πεδίο μαχών
έχει παράδοση ετών πίσω της
και κανένα σύννεφο μπροστά της.
Σε χέρια μισθωμένα σίγουρα βρίσκεται
που θα φροντίσουν να τη φυγαδεύσουν”.

ΡΑΝΙΑ ΚΑΡΑΧΑΛΙΟΥ

Τις μέρες εκείνες

τις μέρες εκείνες
ο ουρανός έβρεχε καρφιά της μάρκας «σταύρωσον»
σάστιζαν οι άνθρωποι απ’ της σκλαβιάς το θαύμα
και στήνονταν στους δρόμους με στόματα ανοιχτά
περίμεναν να μεταλάβουν

τις μέρες εκείνες
η γη δάκρυα γεννοβολούσε σε βιτρίνες
σάστιζαν οι άνθρωποι απ’ του βλέμματος την ξεραΐλα
κι έπεφταν στο χώμα με μάτια ανοιχτά
περίμεναν να μεταλάβουν

τη μέρα εκείνη
άγγελος μαυροντυμένος έραψε ψωμί
κέντησε κρασί και μοίρασε
τρόμαξαν οι άνθρωποι απ’ της αλήθειας τα πυρά
έκλεισαν τα στόματα, φίμωσαν τα μάτια και πήγαν στις δουλειές τους
δεν ήθελαν να μεταλάβουν πια

ΤΑΣΟΣ ΔΕΝΕΛΑΒΑΣ

Εγκλημα και τιμωρία

Οι φωτιές έκαιγαν, έκαιγαν ολονυκτίς τις καρδιές μας,
Σε αυτή τη πόλη που δεν έχω,
Δεν βρίσκω όνομα να της δώσω, Αθήνα ή Αλέξης; Οι φωτιές έκαιγαν, έκαιγαν ολονυκτίς τις καρδιές μας,
Και μέσα στα συντρίμμια, συντρίμμια αποζητούν οι άνθρωποι,
Γενιά που δεν έχεις τα παιδιά σου αγκαλιά,
Μα μονάχα τα παιδιά σου κλαίνε,
Που δεν έχεις πρόσωπο να τα κοιτάς,
Και μονάχα μαλακίες τους λένε. Μα μόνο μες τις καρδιές μας η θλίψη αιώνια θα χτυπά,
Για τον μικρό Αλέξη που η ψυχή του χάθηκε
και πέταξε για πάντα μακριά.

ΠΑΥΛΙΝΑ ΜΑΡΒΙΝ

Τραλαλάθη

Εμεινα πίσω να σκεφτώ, ποιoς φταίει για τα λάθη.
Μήπως εσύ;
Μήπως εγώ;
Αστείο να σε ψέγω,
με τόσα που ‘χεις πάθει.
Λάθη τρελάθη ένα σωρό
και μπήξε δείξε, μπήκαν όλοι στο χορό.
Μην ειπωθεί τυχόν πως να ξεχνώ δεν έχω μάθει,
λίγη και λάθος όμως, η λήθη που ελάνθανε στα λάθη.
Eμεινα πίσω να σκεφτώ
με μνήμες που με καίνε.
Για τα λάθη φαίνεται,
πως άλλα λάθη φταίνε.

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ

Λίλιθ

Η γυναίκα πόλη, πόρνη που απλώνει
σάπιο μες στο χέρι μου ένα σώμα.
Ενώ στα σπλάχνα της ανθίζει,
βρέφος, με λειψό κεφάλι
κι άσπρη γλώσσα.
Oλο ψάχνει αυτή κι όλο γυρίζει
το βυζί να βρει, που την ταΐζει
Φλόγα ανάρια
κι άγια Πέτρα! (φωτιά αν χρειαστεί, σίδερο!)

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΜΗΛΙΩΤΗΣ

Οι γενναίοι

Και σαλτιμπάγκοι ξεχύθηκαν στους δρόμους,
ξεγελώντας με τα θεάματά τους,
και κάλεσαν παπαγάλους,
και οι παπαγάλοι επαναλάμβαναν λόγια κούφια,
και αργούν,
θεέ μου αργούν,
στις ερήμους να φυτρώσουν οι γενναίοι,
από σπόρους που ‘ναι με αφοσίωση βαθιά μπηγμένοι,
να ξεσπαθώσουν,
να κόψουν χέρια που υπόγραψαν,
χέρια βαμμένα αίμα ουρλιαχτών και αναστεναγμών.

ΚΑΣΣΑΝΔΡΑ ΑΛΟΓΟΣΚΟΥΦΗ

Φεγγαράδα με τον θάνατο

Μια παγωμένη βεντάλια ολούθε
Μαύροι άγγελοι ιπτάμενοι
Καβαλικεύουν το άλογο
Η πόλη σκοτείνιασε
Η πόλη δάγκασε το αγόρι
Eγινε ζοφερός μανδύας τρυφερότητας
Πνιγμός από σφαίρα. Ανθρωποκτονία
Τώρα, να, κείται μέσα σε λευκό κουτί
Εκλιπαρεί την Ιστορία να δικάσει
Στο μαύρο κουτί κάθε μάταιής μας πτήσης
φυλάγονται χιλιάδες άγγελοι
Νήματα αιωρούνται καθώς πετούν
Οι άκρες δείχνουν κρυμμένα κενοτάφια
Κάθε αστέρι και ψυχή
Πάνω από την καμένη πόλη
ένας χάρτης 5.000.000 συμβόλων
Oλα σε φθίνουσα πορεία
Κάνουν 48ωρη καθιστική διαμαρτυρία
Πήραν πέτρα και γυαλί
Επιτέθηκαν στην ασχήμια της νεκρόπολης
Ζωγράφισαν ένα ρεαλιστικό πορτρέτο για τυφλούς
Μαύροι Βάνδαλοι Λευκά παιδιά
Λίμνες αίματος
Αγκάθια στα δέρματα των χειλιών μας
Silentio
Silentio
Silentio (Γυμνό
Το στόμα μου
από λόγια)

*Δεν ξέρω από πού προέρχονται, μου αρέσουν, σαν σήμερα πριν 4 χρόνια δολοφονήθηκε ο Αλέξης και τα αναρτώ για την περίσταση.

e.e.cummings, Ποίημα

e-e-cummings-1

Να είσαι με την αγάπη (λίγο)
πιο προσεχτικός
Παρά με κάθε τι
φύλα την ίσως μόνο

ένα τίποτα πιο λίγο
(απλώς πιο πέρα από το πόσο πολύ)
κοντά από
το Τίποτα, να θυμάσαι την αγάπη με συχνή

αγωνία (να φαντάζεσαι
το Ελάχιστό της ποτέ με πλείστη
μνήμη) δόσε ολότελα σε κάθε
Αιώνια την ελευθερία του

(Τολμά μέχρι ένα λουλουδι,
καταλαβαίνοντας δίχως μέτρο το ηλιόφως
Άνοιξε ποιο χιλιοστό γιατί, και ανακάλυψε το γέλιο)

*115 ποιήματα, Εκδόσεις Οδυσσέας Απρίλιος 1984.

Αντώνης Θ. Παπαδόπουλος, Η σιδερένια μπάλα

assets_LARGE_t_942_15054776_type12128

Δε θά ‘θελε τίποτα πια να θυμάται
έρωτες, μίση
κι εκείνα τα εφηβικά όνειρα,
που καιρό τον ταλάνισαν.
΄Ωριμος πια θά ‘θελε να κοιτάξει μπροστά,
προσγειωμένος ν’ αντιμετωπίσει το μέλλον,
ξανοίγοντας το βήμα σταθερά.
Μια σιδερένια μπάλα δεμένη στο πόδι
εξασφαλίζει τη σίγουρη πορεία του στο χώμα.
Βλέποντάς τον να απομακρύνεται αργά,
άθελά μου θυμήθηκα παλιές ταινίες του σινεμά
με τους δραπέτες να σπάνε τις αλυσίδες
στο πέρασμα του τρένου.
Να του μιλήσω τάχα για τις ταινίες αυτές,
δείχνοντάς του τις ράγες στις παρυφές της πόλης;
Κι εγώ; Τί κάνω εγώ;
Τη σιδερένια μπάλα του δικού μου ποδιού
ακόμα δεν έτρεξα να σπάσω.

Αντώνης Στασινόπουλος, Δύο ποιήματα

00ι9

Εξόριστοι

Καμένα δέντρα
ξάφνου ένας τσαλαπετεινός.
Τα βλέμματά μας σμίγουν
τραγούδι λυπημένο
σκίρτημα.
Αυτός και εγώ εξόριστοι.
Εσύ και εμείς εξόριστοι

Λιθοξόος

Ο μάστρο Πανάγος πετράς στο νησί του
με τον τρακά του σχήματα δίνει στη πέτρα.
την τετραγωνίζει
την κάνει καμπυλωτή με μαεστρία.
Η πέτρα στα χέρια του μαστρο Πανάγου
ζωντανεύει και μιλά
τον χρόνο περιπαίζει

Δημήτρης Τσαλουμάς, Γράμμα σ’ ένα άρρωστο παιδάκι

65120_555431054470581_864964868_n

Μη βλέπεις που κάθομαι ήσυχα
κι ακουμπώ στα γόνατά μου
και δε μιλώ. Μη θαρρείς
πως δε με νοιάζει , παιδάκι μου.
Επειδής το παράπονό σου επίμονο
σαν πεινασμένο πουλί
ραμφίζει τη σκουριά της σκεπής μου
κι η οργή μου είναι μεγάλη,
θα σηκωθώ μια μέρα να βάλω τις φωνές
στο κατώφλι του Θεού
να σηκώσω τη γειτονιά των αγγέλων.
Και θα με μπάσουνε να πω το δίκιο σου
και το δικό μου. Θα δεις.
Θα δεις που θα πνίξω εγώ
τις αράχνες που βαστούν τα παράθυρα
της νύχτας
και φοβάται ο αέρας και κρύβεται
και ροχαλίζουν σα σφαχτά
τα σωθικά των παιδιών.

Μόνο κοιμήσου που ξενύχτωσε
και νανουρίζει στη μάντρα της η Αυγή
το κάθε αστέρι.

…………………………………..

Κι ένα πρωί
μια Κυριακή πρωί
θ’ ανοίξω τα παράθυρα
και θα φανεί ο αδερφός μου ο γλάρος
να σηκώνεται κάτασπρος
απ ‘τις μπουγάδες των κάβων
μέσα στις γαλανές σημαίες
και τις λαμπρές σάλπιγγες του ήλιου
που σπρώχνουν στα δώματα τριγμούς,
κρωγμούς, θρόους ανήκουστους.
Και τότε, παιδάκι μου,
θα ρίξουμε τα σκουφιά μας στον αέρα
και θα πετάξουμε τα παπούτσια μας.
Κι ώσπου να πεις αμήν
θα ροβολήσουμε τη ρεματιά ως το γιαλό
να παίξουμε μαζί
όλη την άγια μέρα του Θεού,
όπως παίζουν όλα τα παιδάκια.

*Από τη Συλλογή “Παρατηρήσεις υποχονδριακού” (Αθήνα 1974).

**Ο Δημήτρης Τσαλουμάς γεννήθηκε στη Λέρο το 1921. Τελείωσε το ελληνικό ημιγυμνάσιο και το ιταλικό γυμνάσιο στο νησί του και λίγο αργότερα, τα πρώτα χρόνια του πολέμου, το ιταλικό Κλασσικό Λύκειο της Ρόδου. Ζει από το 1952 στην Αυστραλία, όπου σπούδασε Αγγλική και Γαλλική Φιλολογία και δίδαξε ώς το 1982 στα κρατικά σχολεία μέσης εκπαίδευσης στη Μελβούρνη. Δίδαξε, επίσης, σε διάφορα πανεπιστήμια ως επισκέπτης συγγραφέας. Τιμήθηκε με έξι από τις σημαντικότερες διακρίσεις της Αυστραλίας τόσο για τα αγγλόγλωσσα βιβλία του, όσο και για έναν τόμο που μεταφράστηκε από τις ελληνικές του συλλογές από τον Philip Grundy με τον τίτλο The Observatory (Το παρατηρητήριο). Τα τελευταία χρόνια μοιράζει το χρόνο του μεταξύ Λέρου και Μελβούρνης. Δύο νέες συλλογές ποιημάτων του (γραμμένες στα Ελληνικά), δημοσιεύτηκαν πρόσφατα στην Ελλάδα.

Antonia Pozzi, Αδερφές μου, δε λυπάστε

antonia_f27

Αδερφές μου, δε λυπάστε
που κι απόψε ακολουθώ
τη ζωή σας;
Τόσο γλυκό είναι να περνώ
δίχως λέξεις
στους σκοτεινούς δρόμους του κόσμου –
στους λευκούς δρόμους των σκέψεών σας –
τόσο γλυκό το αίσθημα
μιας μικρής σκιάς
στην όχθη του φωτός –
τόσο γλυκιά η συντριβή
της σιωπής στην καρδιά
όπως η πιο μυστική ζωή
βαδίζει μονάχα ακούγοντας τις ψυχές σας –
μόνο κλέβοντας
με τα μάτια ακίνητα
την ψυχή των πραγμάτων –

Αδερφές μου, αν δε λυπάστε –
εγώ θα ακολουθώ κάθε βράδυ
τη ζωή σας
ατενίζοντας ένα νυχτερινό ουρανό
που μέσα του δύο λευκά άστρα οδηγούν
ένα τυφλό αστεράκι
στην αγκαλιά της θάλασσας.

*Αναδημοσίευση από το περιοδικό “Ένεκεν”, τεύχος Ιανουαρίου-Μαρτίου 2012 (σελ. 124-135).

Μαρία Τσιράκου, Εν πορεία

Σχίζει η σκέψη μου το τοπίο
ουρλιάζω στης ζωής μου το μνημείο
πόσο κουράστηκε η ψυχή
στο γεμάτο ενοχές σαρκίο.

Δεν επαρκώ, δεν επαρκώ
εγώ η ίδια σε εμένα,
αναζητώ καινούρια δεδομένα,
αθροίζω το χρόνο, το μήνα, τη μέρα

…

Στα αποσιωπητικά μου,
τολμώ τη βουτιά μου

…

Σαν μωρό που γελά σε μητέρας αγκαλιά
το τοπίο αλλάζει, η φωνή ησυχάζει,
σε νέα φόρμα η ζωή μου κυλά,
συλλέγω βλέμματα αλήθειας, αγνά.

Σε μια φυλή που εκλιπαρεί
στην αλλαγή ωρίμανση να βρει,
επιστρέφω, έμαθα εμένα να μην έχω,
βιώνω ύπαρξη ελπίδας στο απέχω

…

Στην επιφάνεια μου,
ακουμπώ τα φτερά μου.