Kenneth Rexroth, Ανάμεσα σε δυο πολέμους

rexroth

Θυμάσαι εκείνο το πρόγευμα έναν Νοέμβρη—
Παγωμένα μαύρα σταφύλια που μυρίζαν αμυδρά
Aπ’ το φελλό όπου ήτανε συσκευασμένα,
Σκληρά ψωμάκια με τη ζεστή τους, άσπρη σάρκα,
Και παχιά, με μέλι γλυκαμένη σοκολάτα;
Και τα πάρτυ τις νύχτες·το τζιν και τα τάνγκο;
Τα σχισμένα δίκτυα για τα μαλλιά, τα απωλεσμένα μανικετόκουμπα;
Πού έχουν όλα τους ετούτα πάει,
Τα όμορφα κορίτσια, οι εγκαταλελειμμένες ώρες;
Eίπαν πως ήμασταν χαμένοι, τρελοί κι ανήθικοι,
Και ανακατεύτηκαν με τα σχέδια της διοίκησης.
Και σήμερα, εκατομμύρια κι εκατομμύρια, κλεισμένοι ζωντανοί
Στα φέρετρα των περιστάσεων, Χτυπάνε τα θαμμένα καπάκια,
Σπαρταράνε στα κελάρια των ερειπίων, και τσακώνονται
Πάνω απ’ την ίδια τους τη διαιρεμένη σάρκα.

Mετάφραση: Μαρία Θεοφιλάκου

Between Two Wars

Remember that breakfast one November —
Cold black grapes smelling faintly
Of the cork they were packed in,
Hard rolls with hot, white flesh,
And thick, honey sweetened chocolate?
And the parties at night; the gin and the tangos?
The torn hair nets, the lost cuff links?
Where have they all gone to,
The beautiful girls, the abandoned hours?
They said we were lost, mad and immoral,
And interfered with the plans of management.
And today, millions and millions, shut alive
In the coffins of circumstance,
Beat on the buried lids,
Huddle in the cellars of ruins, and quarrel
Over their own fragmented flesh.

Κένεθ Ρεξροθ (1905-1982)

*Αναδημοσίευση από το http://trenopoiisis.blogspot.com

Jas Duke, Τέσσερα ποιήματα

images

Το πρόβλημα με τους Μοντέρνους Καιρούς

Το πρόβλημα με τους Μοντέρνους Καιρούς
είναι ότι το Μέλλον
δεν είναι αυτό που Ήταν.

Αυστραλιανή Ζωή

Για τους περισσότερους Αυστραλούς
Η ζωή είναι να μπαίνουν στ’ αυτοκίνητό τους
Να οδηγούν όσο πιο μακριά μπορούν
Και μετά να έρχονται πίσω
Και τότε να ξεχνούν πού ήσαν.

Παρουσιάσεις

Σου έκανα έκπληξη
όταν ο αγαπητικός σου
σου έδινε
ένα όμορφο διαμάντι.
Πάντως,
δεν ήταν διαμάντι,
ήταν ένα βιβλίο.
Παρ’ όλα αυτά,
δεν ήταν ο αγαπητικός σου,
ήμουν εγώ
και σου έδωσα
ένα τσιμεντένιο μίξερ
ένα τσιμεντένιο μίξερ
γεμάτο με όλα τα χρώματα
του ουράνιου τόξου.

Οι ποιητές δεν είναι καλοί εραστές

Οι ποιητές
δεν είναι
καλοί εραστές

Το βρίσκουν δύσκολο
να χαρούν
ό,τι κάνουν

Σκέφτονται πάντα
το πώς
να το
τελειώσουν

*Μετάφραση: Δημήτρης Τρωαδίτης

**Ο Jas Herriott Duke (1939–1992) ήταν μια από τις cult φιγούρες της αυστραλιανής ποιητικής σκηνής. Άρχισε να γράφει το 1966. Αναρχικός ποιητής και κινηματογραφιστής, επηρεάστηκε από το νταντά, τον εξπρεσιονισμό και τα πειραματικά κινήματα ποίησης.

Στη δεκαετία του 1960 ταξίδεψε στην Ευρώπη αλλά κυρίως στην Αγγλία όπου συμμετείχε στην υπόγεια πειραματική ποιητική και κινηματογραφική σκηνή στο Λονδίνο και το Μπράιτον. Το 1972 επέστρεψε στην Αυστραλία και εργάστηκε ως γραφιάς και συνέχισε τις ποιητικές του αναζητήσεις και δραστηριότητες. Έγραψε το Destiny Wood (1976), που είναι οι ταξιδιωτικές του εμπειρίες στην Ευρώπη. Μετέφρασε επίσης Γάλλους και Ανατολικοευρωπαίους μοντερνιστές ποιητές.

Ωστόσο, γι’ αυτό που έγινε γνωστός είναι η ηχητική του ποίηση (sound poems). Τα ποιήματά του κυκλοφόρησαν στη Μελβούρνη με τον τίτλο Poems of War and Peace από την εκδοτική ομάδα Collective Effort Press, της οποίας ήταν επίσης μέλος, ενώ ανάμεσα στους άλλους συμμετέχοντες σε αυτή την ομάδα και από τις κύριες φυσιογνωμίες της ήταν και εξακολουθούν να είναι, οι ελληνικής καταγωγής πειραματικοί ποιητές Π.Ο. και thalia. Πέθανε στις 9 Ιούνη 1992.

Έχουν ακόμα κυκλοφορήσει τα βιβλία (στα γερμανικά) Dada kampfen um leben und tod: A prose poem (Το Νταντά αγωνίζεται για ζωή και θάνατο: Μια πρόζα) (Wayzgoose, 1996) και το Alekhine und Junge in Prag σε γερμανική μετάφραση Gabi Malotras (Gangway, 1996).

Το 2003 η Collective Effort Press κυκλοφόρησε το βιβλίο jas d. duke, poems of life and death – perfomance classics, ένα μνημειώδες (κατά τη γνώμη μου) έργο, 320 σελίδων, που περιλαμβάνει ποιήματα, σχέδια, φωτογραφίες του Duke, cd και άλλα. Πρόσφατα, δε, οι ίδιες εκδόσεις οργάνωσαν βραδιά προβολής πειραματικών ταινιών του, για πρώτη φορά στην Αυστραλία μιας και αυτές ήταν στην Αγγλία, σε μπαρ της Μελβούρνης.

Δείτε και ακούστε τον Jas Duke εδώ: http://www.youtube.com/watch?v=Hpsus4-41bg&feature=player_embedded

Επίσης, βιογραφικό κείμενο στα αγγλικά εδώ http://slackbastard.anarchobase.com/?p=3156

Francois Villon, Μπαλάντες

03f/21/prst/15458/04


Η Μπαλάντα Των Παροιμιών (μικρόν απόσπασμα)

Όσο πάει στη βρύση, τόσο πιο νωρίς σπάει το λαγήνι.
Τόσο η γίδα κακοπέφτει, όσο πιο βαθιά σκαλίζει.
Όσο σίδερο πυρώσεις, τόσο κόκκινο θα γίνει.
Όσο πιο πολύ χτυπάς το, τόσο πιο πολύ λυγίζει.
Όσο πιο μίζερος είσαι, τόσο ο κόσμος σε μανίζει.
Όσο πιο πολύ αλαργεύεις, τόσο κι οι άλλοι σε ξεχνούνε.
Όσο ένας εχτιμιέται, τόσο και μονάχ’ αξίζει.
Όσο κράζεις τις γιορτάδες, τόσο πιο αργά θα ‘ρθούνε.

Η Μπαλάντα Του Μπλουά

Πλάι στη βρύση παθαίνω διψασμένος
Καίω σα φωτιά και τρέμω, τουρτουρώ
Στον τόπο μου ενώ ζω, είμαι τέλεια ξένος
Κοντά στη ‘στιά τα δόντια κουρταλώ
Σα σκούληκας γυμνός στολή φορώ
Γελώντας κλαίω χωρίς ελπίδα πια
Χαίρουμαι κι όμως δεν έχω χαρές
Θεριό είμαι δίχως δύναμη καμιά
Καλόδεχτος, διωγμένος με κλοτσιές

Στ’ “αβέβαιος” πάντα βρίσκω τ’ “ορισμένος”
Το ξάστερο το βλέπω σκοτεινό
Διστάζω για ό,τι πλέρια είμαι πεισμένος
Για κάθε ξαφνικό φιλοσοφώ
Κερδίζω και χαμένος θε να ‘βγω
Όταν χαράζει, λέω, -“Καλή νυχτιά!”
Ξαπλώνω, λέω, θα φάω καμιά βροντιά
Είμαι πλούσιος κι όλο έχω αδεκαριές
Μαγκούφης, καρτερώ κληρονομιά
Καλόδεχτος, διωγμένος με κλοτσιές

Έγνοιες δεν έχω κι είμ’ ιδεασμένος
Πλούτια να βρω, μα δεν επιθυμώ
Απ’ όσους μ’ επαινούνε προσβαλμένος
Και κοροϊδεύω ό,τι είναι σοβαρό
Φίλο έχω όποιον με πείσει πως γλυκό
Κελάηδημα είν’ της κάργιας η σκουξιά
Για όποιον με βλάφτει λέω πως μ’ αγαπά
Το ίδιο μου είναι κι οι αλήθειες κι οι ψευτιές
Τα ξέρω όλα, δε νιώθω τόσο δα
Καλόδεχτος, διωγμένος με κλοτσιές

Πρίγκιπα μου μακρόθυμε, καμιά
γνώση δεν έχω και μυαλό σταλιά
Μα υπακούω στους νόμους, τι άλλο θες;
Πώς τους μιστούς να πάρω, είπες, ξανά
Καλόδεχτος, διωγμένος με κλοτσιές.

Η Μπαλάντα Των Φτονερών Γλωσσών

Σ’ αρσενικό, σε νίτρο, στη φωτιά
τ’ ασβέστη, σε μολύβι αναβρασμένο
-για να ξεμαγαρίσουν πιο καλά-,
σε πισσάλειμμα καλοδιαλυμένο
σε ζουμί Οβριάς κάτουρα φτιασμένο
και σκατά. Σ’ αποπλύματα λεπρών,
σε λίγδες ποδαριών και παπουτσιών,
σ’ αψιά φαρμάκια ή μέσα σε καμπόσες
χολές φιδιώνε, λύκων, τσακαλιών,
Σε μαύρου γερογάτου τα μυαλά
φαφούτη με τομάρι ψωριασμένο,
σε γέρου μούργου -π’ όμοια έχει καλά-
λυσσάρικου, το σάλιο το πηγμένο,
σ’ αφρούς από μουλάρι αρρωστημένο
που τ’ όργωσαν οι κόψες ψαλιδιών,
σε νερά που πνιγμένων ποντικών,
πλένε κουφάρια, βάτραχοι και τόσες
φίνες ράτσες ζουδιών σιχαμερών,
τούτες οι φτονερές ας βράσουν γλώσσες!
Σε σουμπλιμέ που καίει τα σωθικά
και σ’ αφαλό από φίδι μανιασμένο.
Σ’ αίμα που το ξεραίνουνε σ’ αγγειά
οι κουρέηδες, -σα βγαίνει γιομισμένο
το φεγγάρι- μαυροπρασινισμένο.
Σε φάουσας έμπυα, σε νερά σγουρνών
που πλένουν κωλοπάνια σε πορνών
κλίσματα, -δε με νιώθουν όσοι κι όσες
δε τρέχουν στα μπουρδέλα όπως εγώ-,
τούτες οι φτονερές ας βράσουν γλώσσες!

Για το σούρωμα αυτών των λιχουδιών
πάρε τον πάτο των χεσμένονε βρακιών
πρίγκηπά μου. Πρώτα όμως σε καμπόσες
τσίρλες μικρουλικώνε γουρουνιών,
τούτες οι φτονερές ας βράσουν γλώσσες!

*Μετάφραση Σπύρου Σκιαδαρέση Εκδόσεις “Γαβριηλίδη”

Η Μπαλάντα Των Κυριών Του Παλιού Καιρού

Πέστε μου που, σε ποιό μέρος της γης,
είναι η Φλώρα, η ωραία από τη Ρώμη,
η Αλκιβιάδα κι ύστερα η Θαΐς,
η ξαδέλφη της με τη χρυσή κόμη;
Ηχώ απαλή, σκια σε λίμνη, τρόμοι
των φύλλων, ροδοσύννεφα πρωινά,
η εμορφιά τους δεν έδυσεν ακόμη.
Μα που ‘ναι τα χιόνια τ’ αλλοτινά;

Που ‘ν’ η αγνή και φρόνιμη Ελοΐς;
Γι’ αυτήν είχε τότε καλογερέψει
ο Πέτρος Αμπαγιάρ. ‘Αλλος κανείς
όμοια στον έρωτα δε θα δουλέψει.
Κι η βασίλισσα που έκαμε τη σκέψη
κι έριξε στον Σηκουάνα, αληθινά,
το σοφό Μπουριντάν για να μουσκέψει;
Μα που ‘ναι τα χιόνια τ’ αλλοτινά;

Η ρήγισσα Λευκή, ρόδον αυγής,
με τη φωνή της τη γλυκακουσμένη,
η Βέρθα, η Βεατρίκη, η Αρεμβουργίς
του Μάιν, η Σπαρτιάτισσα Ελένη
κι η καλή Ιωάννα από τη Λοραίνη,
η ανάμνηση τους ζωηρή απομένει.
Μα που ‘ναι τα χιόνια τ’ αλλοτινά;

Πρίγκηψ, αν τις αναζητείτε τώρα,
τάχα θα τις έβρετε πουθενά,
τάχα θα υπάρχουν σε καμιά χώρα;
Μα που ‘ναι τα χιόνια τ’ αλλοτινά;

*Απόδοση-Μετάφραση: Κώστας Καρυωτάκης

Ron Riddell, Μερικές φορές, όταν το φεγγάρι

aDSC04027

Μερικές φορές, όταν το φεγγάρι σκοτεινιάζει
δεν υπάρχει τίποτα που πρέπει να γίνει:
μια καταιγίδα φτάνει, τα σύννεφα περνούν
το μικρό χαμογελαστό μας πρόσωπο επισκιάζεται
δεν βλέπουμε τίποτα πλέον μέχρι την επομένη.

Μερικές φορές, μετά, όταν το φεγγάρι είναι σκοτεινό
και η θάλασσα ανεβαίνει μαζευόμαστε
να ακούσουμε τους εαυτούς τους σε κύματα
να δούμε τους εαυτούς μας σε λουλούδια

και η φωτιά που μας αγαπά
γλυκαίνει την αναπνοή μας
αφήνοντας τις φωτεινές μας σημαίες να πετάξουν

χαρταετούς ψηλά πάνω από την ξεκάθαρη βαθιά λάμψη
των φθινοπωρινών πεδίων και των ωκεανών.

*Μετάφραση: Δημήτρης Τρωαδίτης

Ασημίνα Ξηρογιάννη, Ποίηση τέλος

188639_469089919795276_1882426313_n

Οι λέξεις που δεν με ταξίδεψαν
Οι λέξεις που περίσσευαν
Οι ποιητές που τους ταξίδευαν άλλοι -κι ας μην ήταν ποιητές-
Η στείρα επανάληψη εννοιών,τρόπων,συνδυασμών-για την ασφάλεια ρε γαμώτο-
Ποίηση τέλος
Οι μη ποιητές
Που άλλος Καβάφης δεν θα υπάρξει
Οσοι μανιοκαταθλιπτικοί έγραψαν ποιήματα
και οι κριτικοί που τους εξύμνησαν
Γίναμε όλοι ποιητές
Ποίηση τέλος ,λοιπόν
Η ευκολία να γράφουν όλοι ποιήματα
Ακρως πληγωτικό
Αναζητώ αυτό που θα ναι Ποίηση
Μια συνάντηση με την Ποίηση
Αναζητώ
Ξανά.

*Από το http://varelaki.blogspot.com

Μάρκος Μέσκος, Δύο ποιήματα

getImage

Ο ΣΤΕΡΓΙΟΣ

Το βουνό γονάτιζε νύχτα με το τσεκούρι και χαραυγές
τα ξύλα στην πόλη κατέβαζε με τα μουλάρια.
Στέργιο τον έλεγαν κι είχε πέντε παιδιά –όλα κορίτσια.
Παράλυτος πήγε από κακή ασθένεια και γυναίκες.
Καί τη γυναίκα είχε του σπιτιού
αυτός φωνές και χωρατά καθώς ξεφόρτωνε τα ζώα στην αυλή
κι εκείνη σιωπηλά επιτιμώντας τον
γιατί πουλάει το βουνό τόσο φθηνά
καί χαραμίζει τη ζωή του.

ΠΡΟΑΙΣΘΗΜΑ

Από τη στέγη περνούσαν πράγματα πολλά
καπνός πνοές ανέμου φύλλα φθινοπωρινά
ο ίσκιος του ήλιου στο γύρισμα
του χελιδονιού η γλώσσα στο ζενίθ
τα ξιπόλητα πόδια των πουλιών δειλινές ώρες
κόκκινη κλώσα ή στέγη
μα εκείνο απομένει: η μαύρη κάργα στην καταχνιά
με το φοβερό ράμφος τοκ τοκ, τοκ τοκ
έμβολο θανάτου στο κρανίο.
Και η σιωπή του κρεμασμένου μέσα.

*Από τη συλλογή “Άλογα στον Ιππόδρομο” ( 1973)

Antonia Pozzi, Δον Κιχώτης

dilima+copy

Ι

Πάνω από την πόλη
ξαφνικές σιωπές.

Περνάς
με ένα αόριστο χαμόγελο
τα σύνορα:
γνωρίζεις τ’ αγκάθια όλων των φραγμάτων.

Και προχωράς
πέρα από τις ζεστές ανάσες των ανθρώπων,
τον ύπνο μετά τον έρωτα,
τη λύπη και την αιχμαλωσία.

Πάνω στην πέτρα που είναι γαλάζια
όπως τα στεφάνια του λιναριού,
ελεύθερα
τραγουδάς τρέχοντας:

αλλά κλείνεις τα μάτια
εάν βαθιά στον ουρανό
τα φτερά των μύλων
κουρελιάζονται
στον άνεμο.

ΙΙ

Αδύναμες
από τη γυμνή γη
φτάνουν σε σένα
φοβισμένες κραυγές:
ενώ η μεγάλη φτερούγα
που στριφογυρνά
προλογίζει
τη σταύρωσή σου.

Λώρενς Φερλινγκέττι, Εκεί πέρα στο Σέντραλ Παρκ

toilet_feet

Ναι
και στεκόμαστε εκεί πέρα
στο Σέντραλ Παρκ
ρίχνοντας δεκάρες στις λιμνούλες
και ένας αρλεκίνος
έφτασε γυμνός
ανάμεσα
στις παραμάνες
και τις έπιασε να ξύνουν τις μύτες τους
ενώ θα έπρεπε
να χορεύουν.

Αντώνης Θ. Παπαδόπουλος, Μέλλουσα ζωή

agnwsto

Τον έμαθαν να περιμένει
κι αυτός πάντα του να θυμάται πως περίμενε.
Μικρός περίμενε να γίνει μεγάλος.
Μεγάλος περίμενε να βρει δουλειά.
Μετά να φτιάξει οικογένεια
κι αργότερα που πέσαν δυσκολίες
περίμενε να φτιάξουν τα πράγματα,
έτσι που οι στιγμές του χάθηκαν περιμένοντας,
σα να μην υπήρξε ποτέ γι’ αυτόν παρόν
κι όλα ρευστά νά τρέχαν προς το μέλλον,
γιατί και τούτη η ζωή, έτσι κι αλλιώς,
για κάποιους είναι μέλλουσα.

Δήμος Βιλαέτης, Δύο ποιήματα

9203_503368563029138_1483655090_n

Η Υπόδειξη

Απλωθείτε
στο μνήμα σας
παρελθόν,
ο ουρανός
είναι στο μέγεθος σας.

Η Παρανόηση

Καθώς έδειξα σ’ ένα σημείο
τους ανδριάντες
που δεν στηθήκανε,
όλοι υποθέσανε
πως: μίλαγα για κείνο,
ενώ εγώ έλεγα για σας
που έτσι
αισχρά αγνοηθήκατε.

*Από την ποιητική συλλογή “Η Πράξη”, Πύργος 1985.