Αργύρης Χιόνης, Δύο ποιήματα

Pat-Steir-Summer-Moon-2005

1.

Αδάμ
Έφαγε το μήλο,
το χώνεψε,
τό ‘ χεσε.
Αιώνες τώρα,
πασχίζει να πλάσει,
με τα σκατά του,
ένα’ άλλο μήλο,
να το βάλει
στη θέση του παλιού,
να επανορθώσει.


XVII

Όταν σου αναγγείλουνε τον θάνατό μου,
κάνε ό,τι θά ‘κανες αν σου χάριζαν
έν’ άδειο βάζο.
Θα το γέμιζες λουλούδια
έτσι δεν είναι;”

*Από τη συλλογή “Ο Ακίνητος Δρομέας”, εκδ. Νεφέλη 1996.

Ειρηναίος Μαράκης, Τάνγκο

101

(μνήμη Έρικ Χομπσμπομ 1917 – 2012)

Ένα τάνγκο για το Γκέτο της Βαρσοβίας
ένα τάνγκο για τους νεκρούς του Άουσβιτς
ένα τάνγκο για τους Τσιγγάνους της Γερμανίας
κι ένα τάνγκο για το Μπλόκο της Κοκκινιάς.
Να χορεύεις, να χορεύουμε
στην κατακόκκινη έρημο της φθοράς
κι οι κάνες των όπλων τους
να στοχεύουν της καρδιάς μας
το απόλυτο.

Ένα τάνγκο που γεννά τις ελπίδες μιας τάξης
που ανάποδα θα φέρει τον κόσμο των βαρβάρων.
Ένα τάνγκο για την αγάπη σου
και το καυτό φιλί της ξενιτιάς.

*Το ποίημα και η φωτογραφία της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από το μπλογκ του Ειρηναίου Μαράκη Κίβδηλη Αντιόχεια στη διεύθυνση http://kivdilh-antioxeia.blogspot.gr/ Ευχαριστώ τον Ειρηναίο για το μήνυμα και την αποστολή.

Δήμος Βιλαέτης, Ο Αλκιβιάδης

2012011102092_120065170

Ω εσείς
πολίτη Αλκιβιάδη,
ολέθριε,
στον αστερισμό του Αίσχους,

με τις διαστροφές σας
τη πορεία των ρουκετών
στ’ άστρα
ευκολύνατε.

*Από την ποιητική συλλογή “Η Πράξη”, Πύργος 1985

Αντώνης Στασινόπουλος, Απόηχος

noymenia

Και τι απομένει,
αν όχι ο απόηχος
όσων με επιμέλεια πράξαμε
στους ομόκεντρους κύκλους του σύμπαντος
πουλιά ταξιδιάρκια.

Και καθίσαμε γυρω από το τραπέζι
οι αγαπημένοι με κρασί,
η σκέψη στο τελευταίο ταξίδι.
Κουβεντιάσαμε τα όνειρα,
μας συνεπήρε ο χορός των κυμμάτων.

Και παραδοθήκαμε
στης νύχτας τη σαγήνη,
ωσάν πέπλο μας τύλιγε
των άστρων το φέγγισμα.

Αργύρης Μαρνέρος, Εκεί ανάμεσα θα βρεις τον ποιητή

7adf09

Στο χάσμα που ανοίγεται ανάμεσα
Στα γράμματα στις λέξεις στις προτάσεις
Εκεί ανάμεσα θα βρεις τον ποιητή
Ν’ ανθίζει εκεί να πελεκάει τις πέτρες
Τις πολύχρωμες για το ουράνιο γιοφύρι
Εκεί ανάμεσα ο θεμέλιος λίθος
Πάνω στο στήθος να πατάει τον ποιητή
Έτσι θα έχει ανθρώπινη ανάσα το γιοφύρι
Ανάμεσα στα γράμματα στις λέξεις στις προτάσεις.

*Από την ποιητική συλλογή “Αίθουσα αναμονής” (2003).

Βύρων Λεοντάρης, Ο νεκρός της οθόνης

bergman_5

Έτσι όπως έγυρε στην τελική του πτώση
αρπάχτηκε από την οθόνη που έπεσε κι αυτή μαζί από πάνω
του
μανδύας διάτρητο σκοτάδι.
Τρέξαμε τον σηκώσαμε και στα κρυφά περάσαμε στην έξοδο
κινδύνου
έμπαζε από παντού αναφυλλητό
η νύχτα της Αθήνας ξέβραζε ναυάγια τραγουδιών και σάπια
φώτα
κι η σκάλα φρέαρ στο πουθενά.

Ίλιγγοι και στροφές η κάθοδος.
Χυμούσε από ψηλά να μας τον πάρει ο ουρανός
και κάτω μας λυσσομανούσαν υποχθόνια πνεύματα
κάθε σκαλί μάς σκαμπανέβαζε σαν κύμα
— κι η σκάλα ανέβαινε; κατέβαινε; —
μα εμείς γερά κρατούσαμε
παληοί της συντεχνίας
μανουβραδόροι σε λιμάνια και σταθμούς
σε αναχωρήσεις και αφίξεις
για τα μεγάλα βάσανα και τα βαριά τα πένθη
βαστάζοι των αβάσταχτων κι ασήκωτων του κόσμου.

… Αγέρωχος, αγαλματένιος μες στην πίκρα του
άσπρα κοράλλια οι ξεραμένοι αφροί στα χείλη του
η θάλασσα απ’ τα μάτια του φευγάτη
ολόσωμος μέσα στη νύχτα φωσφορίζων
σήματα κρυπτογραφικά απόκοσμα μηνύματα.

Όχι, θα τον αφήναμε στον έλεο του κοινού
σε ασθενοφόρους κριτικούς και περιπολικούς
δημοσιογράφους
για την των παθημάτων κάθαρση…
Aσ’ τους να ψάχνονται οι περίοπτοι θεατές στην αίθουσα
όταν ανάβουνε τα φώτα κι ασβεστώνονται οι ψυχές.
Ίσαμε εδώ η μέθεξη.
Μας παίξατε, κύριοι, στην τέχνη και μας χάσατε.

… Κι έτσι, τρεκλίζοντας, αγκαλιαστά μπουκάραμε
απρόσκλητοι
στο Poetry Bar.
Κονιάκ!… και μη μου λες εμένα “κλείνουμε” παλιορουφιάνα
Ποτήρι και στον φίλο μας… Και μακριά τα χέρια απ’ τον
συναγερμό.
Τώρα θα δεις τι θα πει μεθύσι των νεκρών.
Δεν είμαστε ποιήματα για απαγγελία και πώληση αλλά για
αυτοπυρπόληση.

Κάθε πρωί εξαφανίζουνε τις στάχτες μας.

Βύρων Λεοντάρης

*Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από το http://poetrybar.blogspot.com.au/2009/11/blog-post_29.html

Carlos Pellicer, Ώρες Ιουνίου

Carlos PELLICER

Γυρίζω σ’ εσένα, μοναξιά, κενό νερό,
νερό των εικόνων μου, τόσο νεκρό,
σύννεφο των λόγων μου, τόσο ερημικό
νύχτα της ανείπωτης ποίησης.
Για σε το ίδιο αίμα –δικό σου και δικό μου-
ρέει η ψυχή του κανενός πάντα ανοιχτά.
Για σένα η αγωνία είναι σκιά στην πόρτα
που δεν ανοίγει ούτε τη μέρα ούτε και τη νυχτιά.

Ακολουθώ την παιδική ηλικία στη φυλακή σου, και το παιχνίδι
που εναλλάσσει θανάτους κι αναστάσεις
από την μια εικόνα στην άλλη ζει τυφλό.

Κραυγάζουνε ο άνεμος, ο ήλιος κι η θάλασσα σε ταξίδι.
Εγώ κατασπαράζω τις καρδιές μου
και παίζω με τα μάτια του τοπίου.
Ο Ιούνιος μού ’δωσε τη φωνή, τη σιωπηλή
μουσική να σιγάσω ένα συναίσθημα.
Ο Ιούνιος παρασέρνεται τώρα σαν τον άνεμο
κι η ψυχή άδικα βιάστηκε να ευχαριστηθεί.
Στο χρόνο τής θανής μου κάθε μέρα
οι συνέπειες της φωνής μού είπαν τόσα
και τόσο σιωπηλά, που κάποιες μέρες
ζήσαν στη σκιά αυτού τού τραγουδιού.
(Εδώ η φωνή ραγίζει κι ο τρόμος
για την τόση μοναξιά τις μέρες τις γεμίζει.)
Σήμερα κλείνει χρόνος, Ιούνιε, που μας είδες,
άγνωστους, μαζί, για μια στιγμή.
Οδήγησέ με σε κείνο το λεπτό από διαμάντι
που συ μες σ’ ένα χρόνο έκανες πέρλα θλιβερή.

Σήκωσέ με ως το σύννεφο που ήδη υπάρχει,
σώσε με από τα σύννεφα, εμπρός.
Κάνε νάναι το σύννεφο η καλή στιγμή
που μού ‘δωσες, Ιούνιε, και σήμερα έχει ενός χρόνου ζωή.

Δίπλα στον ουρανό τη νύχτα θα περάσω
για να διαλέξω σύννεφο, το πρώτο
σύννεφο που απ’ τ΄όνειρο θα βγει, από τον ουρανό,
τη θάλασσα, τη σκέψη και την ώρα,
τη μόνη ώρα που εμένανε προσμένει
Σύννεφο των λόγων μου προστατευτικό!

*Μετάφραση: Αμαλία Ρούβαλη 2011
** Από το http://amarouv.blogspot.gr/p/blog-page_11.html

Angela Costi, Πελοποννησιακό ηλιοβασίλεμα

mes_iliovasilema_01

Πώς μπορείς να είσαι μόνος…
ερωτεύεσαι σ’ αυτό το περιβάλλον,
οι λόφοι έχουν κλίσεις όπου μπορείς να σβήσεις
θέες όπου μπορείς ν΄ανοίξεις τους μηρούς σου
βενετσιάνικες δημιουργίες έτοιμες να τις αρπάξεις
με ένα ορθάνοιχτο αγκομαχητό,
έχουν θάλασσες που λιώνουν στο βλέμμα σου,
το χρώμα της πασχαλιάς
να είναι μπλε και μαύρο
να διασταυρώνεται με το λευκό των εκκλησιών
που θυμίζουν ιερούς αισθησιασμούς
αμυγδαλένια μάτια σε μελένια κορμιά
το άγγιγμα της τρέλας και της τύχης.

Στον επιτάφιό μου θέλω το περίγραμμα
αυτού του ηλιοβασιλέματος
με μια βοτσαλένια ακρογιαλιά,
θέλω τα δύο ζευγάρια αγαπημένων να πιαστούν,
αργοπίνοντας κρύο καφέ,
καπνίζοντας Καρέλια
θέλω τον σερβιτόρο με το πρόσωπο του Άδωνι
λαχταρώντας να με κρατήσει,
προσφέροντάς μου καφέ
με τον τρόπο που μ’ αρέσει,
πιο πολύ γάλα απ’ ότιδήποτε άλλο.

Η χώρα της γενετήσιας ορμής δεν μπορεί να αναχαιτιστεί
περιπλανιέται και τριγυρίζει στην λάβα της μέρας
πριν την ώρα του ύπνου
την αυγή.

*Μετάφραση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

**H Angela Costi είναι Αυστραλή ποιήτρια, ελληνοκυπριακής καταγωγής. Έργα της: Dinted Halos (chapbook, Hit&Miss Publications, 2003), Prayers for the Wicked (CD, Floodtide Audio, 2005) and Honey and Salt (Five Islands Press, 2007). Το Honey and Salt προκρίθηκε στο Διαγωνισμό Mary Gilmore Prize το 2008. Ποιήματα και άλλα έργα της έχουν δημοσιευτεί ευρύτατα σε έντυπα και ηλεκτρονικά Μέσα στην Αυστραλία και αλλού.

Αλέξης Αντωνόπουλος, XLIII

936569_4434929846497_1859555231_n

Μάλλον ο Θάνατος είναι κι αυτός σχετικός.
Χθες ήμουν νεκρός.
Σήμερα είμαι ακόμα πιο νεκρός.

Μάλλον…
Μάλλον ήμουν ανέκαθεν νεκρός.

Όποια επιπλέον πίσσα στα εντόσθια
δεν είναι παρά η ελπίδα της λύτρωσης
που κατουριέται πάνω της μεθυσμένη.


*Από την ποιητική συλλογή “Σκοτάδι” που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ars Poetica.

Nanja Noterdaeme, Δύο ποιήματα

00oo001

Πράξη 2

Φάκελα.
Παλιά. Φάκελα.
Τα είχα γεμίσει
Γράμματα.
Τα έστειλα
Έφυγα κι εγώ μαζί τους
Δεν έμεινα.

Η γλώσσα μου
Έκλεισε το φάκελο
Έμεινε μέσα στο στόμα μου
Μια λεπτή
Γεύση κόλλας χαρτιού
Ένα ελαφρύ κόψιμο στα χείλη.

Πράξη 3

Ένα παιδάκι τρέχει γρήγορα
Ανασαίνει
Τρέχει προς τη μητέρα του
Στο δρόμο πιο κάτω
Maman, maman, j’arrive!
Δυο πόρτες ανοίγουν.
Ένα ταξί τους σβήνει.

Έκλεισε το φάκελο
του χρόνου.
Έμεινε μια σύντομη εικόνα
της μάνας και του ιού.