Κωνσταντίνος Π. Καβάφης, Che fece …. il gran rifiuto

proxy

Σε μερικούς ανθρώπους έρχεται μια μέρα
που πρέπει το μεγάλο Ναι ή το μεγάλο το Οχι
να πούνε. Φανερώνεται αμέσως όποιος τόχει
έτοιμο μέσα του το Ναι, και λέγοντάς το πέρα

πηγαίνει στην τιμή και στην πεποίθησί του.
Ο αρνηθείς δεν μετανοιώνει. Αν ρωτιούνταν πάλι,
όχι θα ξαναέλεγε. Κι όμως τον καταβάλλει
εκείνο το όχι — το σωστό — εις όλην την ζωή του.

(1901)

Che fece …. il gran rifiuto

To certain people there comes a day
when they must say the great Yes or the great No.
He who has the Yes ready within him
immediately reveals himself, and saying it he follows

his honor and his own conviction.
He who refuses does not repent. Should he be asked again,
he would say no again. And yet that no –
the right no – crushes him for the rest of his life.

Constantine P. Cavafy (1901)

Μάρκος Μέσκος, Μεταμορφώσεις

markos-meskos

΄Ενας-ένας οι Ποιητές βρυκολακιάζουν.

Όταν πλησίαζε φιλικά η ασχήμια τότε αγαπούσες τα φτερά του
πάρε με, φώναζες, στα ορεινά κρύα νερά στους άγνωστους Γαλαξίες•
ό,τι δεν πρόλαβε να τελειώσει χίλιες σταγόνες στο βουνό χίλιες
πηγές, το ξωτικό γαλάζιο πουλί μια στιγμούλα, λάμψεις και αστραπές
της θυμωμένης μπόρας, μαχαίρια λάμπουν, τα μαστίγια στον αέρα•
όμως τίποτε δεν εμπόδιζε, παραδείγματος χάριν, στην άκρια της λίμνης
τον βρεγμένον όσιο Ναούμ, να συμφιλιώνει ζεύοντας την άρκτο
με τον αμνό, τους φιλόσαρκους αετούς με τα περιστέρια. μόνο η καρα¬-
κάξα στίς κορφές των θάμνων χλεύαζε τον κόσμο τάχα τραγουδώντας
αλλά τώρα, πες μου να χαρείς, ποιος έμεινε όρθιος και πιστεύει;
Σήμερα ξάφνου νεκραναστημένα κυπαρίσσια σήμερα λάμπει ουρανός
(μαζί με τους αρουραίους)• κι αν ξυπνήσεις κάποιαν αυγή μαρμα-
ρωμένος γνώριζες όλα τα βάσανα του τέλους, τάξερες. Όσα ντέρτια
έχουν τα πουλιά τα λένε πρωΐ – μετά όνειρα και συγκοπή• μοναδικοί
θαμώνες της σιωπής σου οι χλωμές ανταύγειες οι παραπονεμένες.
Λοιπόν, μια φορά κι έναν καιρό, στον ύπνο οι μάγισσες ξυπνούσαν
τα καημένα να ξαγρυπνήσουν τον έρωτα και τους νεκρούς. Άραγε
τόθελαν; Α, πόσον ωραίο το φεγγαράκι πού αρμενίζει σιωπηλά, τα
χελιδόνια τιτιβίζοντας στον αέρα! Αν τύχει και δεις στον δρόμο
άλογο δίχως αναβάτη, αύριο–μεθαύριο, πέρασε κι εσύ να πληρωθείς…

*Από την ποιητική συλλογή “Χαιρετισμοί”, εκδ. Ύψιλον /Βιβλία, 1995.
**Ο Μάρκος Μέσκος σε εκδήλωση στη Διεθνή Έκθεση Βιβλίου Θεσαλονίκης, 30 Μάη 2009 http://www.youtube.com/watch?v=fnYoc825rpo

Alejandra Pizarnik, Σιωπές

before_dawn__by_andyp89

σιωπή εγώ ενώνομαι στη σιωπή
εγώ έχω ενωθεί στη σιωπή
και αφήνω να με κάνουν
αφήνω να με πίνουν
αφήνω να με λένε

μαχαιρωμένη απ’ αυτό που λείπει
από την άτιμη αναμονή
θα ξαναγεννηθώ στα τρομερά παιχνίδια
και θα τα θυμάμαι όλα

οι ναυαγοί πίσω από τη σκιά
αγκάλιασαν αυτή που αυτοκτόνησε
με τη σιωπή του αίματός της

η νύχτα ήπιε κρασί
και χόρεψε γυμνή ανάμεσα στα κόκαλα της ομίχλης
ζώο ριγμένο στο πιο μακρινό χνάρι του
η κοπέλα γυμνή καθισμένη μέσα στη λησμονιά
ενώ το ανοιγμένο κεφάλι της πλανιέται κλαίγοντας
ψάχνοντας να βρει ένα πιο αγνό σώμα

ύστερα όταν πεθάνουν
εγώ θα χορέψω
χαμένη στο φως του κρασιού
κι ο εραστής του μεσονυκτίου

που είναι
πίσω από τα μάτια μου
κι από τα μάτια σου
τώρα που είναι νύχτα
στο αίμα
και δεν μπορούμε να δούμε
τον κρύο κόσμο μεγάλο

δεν έχει σημασία αν όταν φωνάξει η αγάπη
εγώ είμαι νεκρή
θα έρθω
πάντα θα έρχομαι
αν κάποτε
μου φωνάξει η αγάπη

ταξιδεύτρα της καρδιάς μαύρου πουλιού
είναι δική σου η μοναξιά τα μεσάνυχτα
δικά σου τα γνωστικά ζώα που πληθαίνουν τον ύπνο σου
περιμένοντας τον πανάρχαιο λόγο
δική σου είν’ η αγάπη κι ο ήχος του ραγισμένου ανέμου

*Μετάφραση: Ρήγας Καππάτος

Άλλεν Γκίνσμπεργκ, Καντίς για τη Ναόμι Γκίνσμπεργκ 1894-1956

ginsbergjj1li

Παράξενο τώρα να σε σκέφτομαι, φευγάτη δίχως
κορσέδες και μάτια, καθώς κατεβαίνω στο λιόλουστο
πεζοδρόμιο Του Γκρήνουιτς Βίλλατζ,
κάτω στο Μανχάτταν, ξάστερο χειμωνιάτικο
μεσημέρι, κι ήμουν στο πόδι όλη νύχτα,
μιλώντας, μιλώντας, διαβάζοντας το κάντις δυνατά,
ακούγοντας τον Ραίυ Τσάρλς να ουρλιάζει τα τυφλά
του μπλουζ στο φωνόγραφο
ο ρυθμός ο ρυθμός- κι η θύμησή σου στο μυαλό μου
μετά από τρία χρόνια- Και διάβασα τις τελευταίες
θριαμβευτικές στροφές του Αδωνάϊ – κι έκλαψα,
νιώθοντας πόσο τα βάσανά μας –
Και πόσο ο θάνατος είναι το βάλσαμο όσων
τραγουδούν και ονειρεύονται, θυμούνται,
προφητεύουν, όπως στον Ύμνο των Εβραίων, ή στο
βουδιστικό Βιβλίο των αποκρίσεων – και τ’ όραμά
μου ενός φύλλου μαραμένου – την αυγή –
Πίσω τη ζωή κοιτάζοντας σαν όνειρο, τα χρόνια τα
δικά Σου – και τα δικά μου, που τρέχουν για την
αποκάλυψη,…

*Μετάφραση: Άρης Μπερλής

Κωνσταντίνος Π. Καβάφης, Περιμένοντας τους βαρβάρους

P28

— Τι περιμένουμε στην αγορά συναθροισμένοι;

Είναι οι βάρβαροι να φθάσουν σήμερα.

— Γιατί μέσα στην Σύγκλητο μια τέτοια απραξία;
Τι κάθοντ’ οι Συγκλητικοί και δεν νομοθετούνε;

Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα.
Τι νόμους πια θα κάμουν οι Συγκλητικοί;
Οι βάρβαροι σαν έλθουν θα νομοθετήσουν.

—Γιατί ο αυτοκράτωρ μας τόσο πρωί σηκώθη,
και κάθεται στης πόλεως την πιο μεγάλη πύλη
στον θρόνο επάνω, επίσημος, φορώντας την κορώνα;

Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα.
Κι ο αυτοκράτωρ περιμένει να δεχθεί
τον αρχηγό τους. Μάλιστα ετοίμασε
για να τον δώσει μια περγαμηνή. Εκεί
τον έγραψε τίτλους πολλούς κι ονόματα.

— Γιατί οι δυο μας ύπατοι κ’ οι πραίτορες εβγήκαν
σήμερα με τες κόκκινες, τες κεντημένες τόγες·
γιατί βραχιόλια φόρεσαν με τόσους αμεθύστους,
και δαχτυλίδια με λαμπρά, γυαλιστερά σμαράγδια·
γιατί να πιάσουν σήμερα πολύτιμα μπαστούνια
μ’ ασήμια και μαλάματα έκτακτα σκαλιγμένα;

Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα·
και τέτοια πράγματα θαμπώνουν τους βαρβάρους.

—Γιατί κ’ οι άξιοι ρήτορες δεν έρχονται σαν πάντα
να βγάλουνε τους λόγους τους, να πούνε τα δικά τους;

Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα·
κι αυτοί βαρυούντ’ ευφράδειες και δημηγορίες.

— Γιατί ν’ αρχίσει μονομιάς αυτή η ανησυχία
κ’ η σύγχυσις. (Τα πρόσωπα τι σοβαρά που εγίναν).
Γιατί αδειάζουν γρήγορα οι δρόμοι κ’ η πλατέες,
κι όλοι γυρνούν στα σπίτια τους πολύ συλλογισμένοι;

Γιατί ενύχτωσε κ’ οι βάρβαροι δεν ήλθαν.
Και μερικοί έφθασαν απ’ τα σύνορα,
και είπανε πως βάρβαροι πια δεν υπάρχουν.

__

Και τώρα τι θα γένουμε χωρίς βαρβάρους.
Οι άνθρωποι αυτοί ήσαν μια κάποια λύσις.

*Από τα Ποιήματα 1897-1933, εκδ. Ίκαρος 1984.

Δημήτρης Α. Δημητριάδης, Σε πρόβα γενικού ολοκαυτώματος

110138-318273-bambini_gaza

Τους πρόδωσαν οικτρά
και τους εξάντλησαν
τους κόψαν σε νομίσματα χιλιάδες
και τους ξεπούλησαν.

Τις νύχτες
μόλις κλείσουν τα βλέφαρα
αμείλικτα μόνοι
σπάνε τα σύρματα.
Σ’ άδεια φεγγάρια θέλουν να ξεφύγουν.
Πυροτεχνουργοί
σε πρόβα γενικού ολοκαυτώματος
εγείρουν σκιρτήματα βαθιά
οδύνες
και πτώσεις.
Ελίσσονται.
Προετοιμάζουν χώρους ανασύνταξης
εφεδρείες
απλώνουν κρυφά χαρτιά
αχρησιμοποίητους άσσους
εν πλήρη «μέθη» επιστρατεύουν λόχους ιερούς
ταξιαρχίες ονείρων σε μορφή εφόδου.
Ρουφώντας την έσχατη απόφαση ως το μεδούλι
απογειώνουν συνθήματα
ανοίγουν πυρ σε νεορήτορες και διατεινόμενους
μπουρλότο βάζουν σε πολιορκητικούς κριούς
θρυαλλίδες στων καιρών τα λαγούμια.
Γκρεμίζουν τείχη
προστακτικές
βεβαιότητες
το σιδηρούν παραπέτασμα γκρεμίζουν των αιώνων

μην πιστεύοντας πουθενά
πουθενά
παρά μονάχα στο νόημα του κόκκινου
στο γιατί
στο αντί
και στο αρνούμαι
έως θανάτου
για το μάθημα της Ιστορίας.

Ρωξάνη Νικολάου, Δύο ποιήματα

484196_348202568612460_704003832_n

Ο συριγμός των ονείρων

Η κούραση της θάλασσας
κουρνιάζει στ’ αφτί μου
με ισχνό σαν γερο γονιού
θρόισμα.

Σίγασε ο συριγμός των ονείρων το αίμα τους πίνοντας.

Αποφάσισα ν’ αλλάξω χρώμα στο σκαρί μου.
Κίτρινο ομιχλώδους άπνοιας.
Να με τρομάζει. Να μη χαμογελώ όταν θέλω
να ουρλιάξω

Στον σκουριασμένο ουρανό

το φεγγάρι με τις εκατό μαύρες γωνίες
και τα εκατό αργυρά σκοινιά
ξεροβήχει.

Κρυμμένοι καλά ο υποβολέας
κι ο τεχνικός
ρίχνει ομίχλη ο δεύτερος και λωρίδες κίτρινο
ο πρώτος τού λέει τα λόγια που βαριέται να θυμάται
ή ξεχνά
το τυφλό φεγγάρι

που κάποτε συνέφαγαν
ο λύκος
το παιδί
κι η μάγισσα

στο δωρισμένο δίσκο του στο χώμα.

Το ουρλιαχτό του άντρα
χτυπά στο στέρνο του
γλύφει το στέρνο του τρώει
ό,τι ξέμεινε από τη νυχτερινή ζωή της μέρας
και περνάει στο συσσίτιο της επομένης.

*Τα ποιήματα αναδημοσιεύονται από το μπλογκ της Ρωξάνης Νικολάου Ηλιόδεντρον στη διεύθυνση http://hliodendron.blogspot.com

Αλέξης Αντωνόπουλος, Δύο ποιήματα

71-620x620

XVII

Νιώθω τον διακόπτη.
Τον γεύονται τα δάχτυλά μου.

Μία κίνηση χρειάζεται.
Μία κίνηση, και το έρεβος θα χαθεί.
Μία κίνηση, κι έπειτα θα δω.

Αλίμονο, δε βλέπω ποτέ.
Γιατί φοβάμαι να πατήσω τον διακόπτη.

Αυτόν. Τον διακόπτη.

Φοβάμαι το φως.
Φοβάμαι το πρόσωπό μου
κάτω από το Φως.

XXXII

Καταγγέλλουμε αμφιβολίες και φόβους ώστε να δικαιολογήσουμε την αδράνειά μας στην Τέχνη. Βλέπουμε, δηλαδή, τους Δαίμονες της ζωής μας σαν Δαίμονες και στη δημιουργικότητά μας˙ εμπόδια που πρέπει να ξεπεραστούν αν θέλουμε να γράψουμε, να ερμηνεύσουμε, να χορέψουμε, να τραγουδήσουμε, να σκηνοθετήσουμε, να εκφραστούμε.

Όμως οι Δαίμονες είναι ο λόγος που επινοήθηκε η Τέχνη. Οι Δαίμονες είναι ο λόγος που Την έχουμε τόσο ανάγκη. Όσο πασχίζουμε να τους αποφύγουμε αντί να τους χρησιμοποιήσουμε ως τους πιο σπουδαίους συμμάχους μας, ως τους πιο εγκάρδιους Φίλους, φτύνουμε τα δώρα του Θεού.

Στην Τέχνη, οι Δαίμονες μεταμορφώνονται σε Αγγέλους.

*Από την ποιητική συλλογή “Σκοτάδι” που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ars Poetica.

Τζούλια Φορτούνη, Εν τόπω χλοερώ

536912_558697200821699_695870023_n

Παρατηρώ τους περαστικούς
Στο Βοτανικό Κήπο
Να κοντοστέκονται στην ταμπέλα
Διαβάζουν : «Κώνειο το Στικτόν»
Και σοκαρισμένοι σχολιάζουν:
«αυτό που ήπιε ο Σωκράτης»

Ανάμεσα στις αλέες
με τα κίτρινα τριαντάφυλλα
Και τους ιβύσκους
Φύεται παράμερα
Λίγο πριν τα αρωματικά φυτά

Είναι ένας ιδανικός χλοερός τόπος
Ο Βοτανικός μας Κήπος
Κυρίως για ανα-ψυχή

*Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης (έργο της Louise Richardson) αναδημοσιεύονται από το ιστολόγιο της ποιήτριας στη διεύθυνση http://purplestigmes.blogspot.gr

Κωνσταντίνος Καβάφης, Δέησις

136cf1f1fc35e1a36c9f28a08fb6ed57


Ἡ θάλασσα στὰ βάθη της πήρ’ ἕναν ναύτη.—

Ἡ μάνα του, ἀνήξερη, πηαίνει κι ἀνάφτει

στὴν Παναγία μπροστὰ ἕνα ὑψηλὸ κερὶ

γιὰ νὰ ἐπιστρέψει γρήγορα καὶ νάν’ καλοὶ καιροὶ —

καὶ ὅλο πρὸς τὸν ἄνεμο στήνει τ’ αὐτί.

Ἀλλὰ ἐνῷ προσεύχεται καὶ δέεται αὐτή,

ἡ εἰκὼν ἀκούει, σοβαρὴ καὶ λυπημένη,

ξεύροντας πῶς δὲν θάλθει πιὰ ὁ υἱὸς ποῦ περιμένει

(
1898)

*Αναδημοσίευση από το http://tometopo.gr/home/culture/1211-2013-02-05-22-00-27.html