Ε, κύριε, μισό λεπτό. Από πού πάνε για το σπίτι;
Έσβησαν το φως
και το σκοτάδι κινείται στη γωνία.
Δεν υπάρχουν πινακίδες σ’ αυτό το δωμάτιο,
τέσσερις γυναίκες, πάνω από ογδόντα,
όλες τους με πάνες.
Λα λα λα, η μουσική επιστρέφει σε μένα κολυμπώντας
και νιώθω τη μελωδία που ακουγόταν
τη νύχτα που με αφήσαν
σ’ αυτό το ιδιωτικό ίδρυμα πάνω στο λόφο.
Φαντάσου το. Έπαιζε το ραδιόφωνο
κι όλοι εδώ πέρα ήταν τρελοί.
Μου άρεσε και χόρεψα σε κύκλο.
Η μουσική χύνεται πάνω στη λογική
και με κάποιον παράξενο τρόπο
η μουσική βλέπει περισσότερα από μένα.
Θέλω να πω, θυμάται καλύτερα.
Θυμάται την πρώτη νύχτα εδώ.
Το κρύο του Νοέμβρη σ’ άρπαζε απ’ τον λαιμό,
ακόμα και τ’ αστέρια ήταν δεμένα με λουριά στον ουρανό
κι αυτή η σελήνη, υπερβολικά φωτεινή,
χωνόταν μέσα από τα κάγκελα για να μου κολλήσει
ένα τραγούδι στο κεφάλι.
Έχω ξεχάσει όλα τ’ άλλα.
Με έδεσαν σ’ αυτήν την καρέκλα στις οκτώ το πρωί
και δεν υπάρχουν πινακίδες να δείχνουν το δρόμο,
μόνο το ραδιόφωνο που παίζει μόνο του
και το τραγούδι που θυμάται περισσότερο
από μένα. Ω, λα λα λα,
αυτή η μουσική επιστρέφει σε μένα κολυμπώντας.
Τη νύχτα που ήρθα χόρεψα σε κύκλο
και δε φοβόμουν.
Κύριε;
Category Archives: Ποιητές και Ποιήτριες
Άμυ Λόουελ, Ποιήματα για την Άντα Ράσελ
ΜΙΑ ΔΕΚΑΕΤΙΑ
Όταν ήρθες ήσουνα σαν το κόκκινο κρασί και το μέλι
Κι η γεύση σου φλόγιζε με τη γλύκα της το στόμα μου.
Τώρα είσαι σαν το πρωινό ψωμί,
Τραγανό κι ευχάριστο.
Χόρτασα πια τη γεύση σου• με δυσκολία σε δοκιμάζω•
Μ’ έχεις όμως θρέψει καλά.
ΟΠΑΛΙ
Είσαι ο πάγος κι η φωτιά
Τ’ άγγιγμά σου φλογίζει τα χέρια μου όπως το χιόνι…
Όταν είμαι κοντά σου
Η καρδιά μου γίνεται μια παγωμένη λιμνούλα
Που λάμπει από σκιρτήματα πυρσών.
Βισλάβα Σιμπόρσκα, Κεραυνοβόλος έρωτας
Και οι δυο πιστεύουν ακράδαντα
ότι τους ένωσε ένα ξαφνικό πάθος.
Ωραία είναι μια τέτοια βεβαιότητα
όμως η αβεβαιότητα είναι ακόμα πιο ωραία.
Αφού δεν έτυχε ποτέ να συναντηθούν νωρίτερα
είναι σίγουροι
πως τίποτα δεν έχει συμβεί ανάμεσά τους.
Ομως τι έχουν να πουν γι’ αυτό οι δρόμοι, οι σκάλες,
οι διάδρομοι –
μήπως έχουν προσπεράσει εκεί ο ένας
τον άλλον ένα εκατομμύριο φορές;
Θέλω να τους ρωτήσω
μήπως δεν θυμούνται –
μια στιγμή τους πρόσωπο με πρόσωπο
σε κάποια περιστρεφόμενη πόρτα;
Ισως μια «συγγνώμη» που ψέλλισαν μέσα στο πλήθος;
Ενα κοφτό «λάθος νούμερο» που πρόφτασαν στο ακουστικό;
Ομως εγώ ξέρω την απάντησή τους.
Οχι, δεν θυμούνται.
Θα έμεναν τώρα κατάπληκτοι να ακούσουν
ότι η Σύμπτωση έπαιζε παιχνίδια μαζί τους
εδώ και χρόνια.
Oχι ολότελα έτοιμη ακόμα
να γίνει το Πεπρωμένο τους
τους έσπρωχνε τον ένα δίπλα στον άλλο
μετά ξεμάκραινε τον έναν απ’ τον άλλο,
έφραζε το μονοπάτι τους
καταπνίγοντας ένα χαμόγελο,
και μετά παραμέριζε αναπηδώντας.
Υπήρξαν σημάδια και σινιάλα,
ακόμα κι αν δεν μπορούσαν να τα διαβάσουν
από τότε.
Ισως τρία χρόνια νωρίτερα
ή μόλις την περασμένη Τρίτη,
μήπως κάποιο φύλλο φτερούγισε
απ’ τον έναν ώμο στον άλλον;
Κάτι έπεσε τότε και το μάζεψαν.
Ποιος ξέρει, μήπως η μπάλα που χάθηκε
μες στις λόχμες της παιδικής μας ηλικίας;
Υπήρξαν ρόπτρα και κουδούνια στις πόρτες
όπου ένα άγγιγμα είχε σκεπάσει
ένα άλλο από τα πριν.
Υπήρξαν βαλίτσες τσεκαρισμένες πλάι πλάι
στις αποσκευές.
Μια νύχτα, ίσως, είδαν το ίδιο όνειρο
που θόλωσε στο πρωινό.
Κάθε αρχή
είναι τελικά μόνο ένα επακόλουθο
και το βιβλίο των συμβάντων
μένει πάντοτε μισάνοιχτο.
*Από την έκδοση «Μια ποιητική διαδρομή», μετάφραση-σχόλια-επιμέλεια: Βασίλης Καραβίτης, εκδόσεις Σοκόλη, 2003
Sylvia Plath, Ποίημα για γενέθλια: 6. Κάψιμο μαγισσών
Στην αγορά στοιβάζουν ξερά κλαδιά.
Μια συστάδα σκιών είναι φτηνό πανωφόρι. Κατοικώ
Το κέρινο ομοίωμα του εαυτού μου, το σώμα μιας κούκλας.
Η αρρώστια ξεκινά εδώ: είμαι στόχος για μάγισσες.
Μόνο ο διάβολος μπορεί να καταβροχθίσει τον διάβολο.
Τον μήνα που τα φύλλα κοκκινίζουν σκαρφαλώνω σ’ ένα κρεβάτι που φλέγεται.
Είναι εύκολο να κατηγορείς το σκοτάδι: το στόμα μιας πόρτας,
Την κοιλιά του κελαριού. Έσβησαν την ακτινοβολία μου.
Μια μαυροφόρα με κρατά σ’ ένα κλουβί για παπαγάλους.
Τι μεγάλα μάτια που έχουν οι νεκροί!
Έχω στενές σχέσεις μ’ ένα μαλλιαρό πνεύμα.
Καπνός ανεβαίνει δαχτυλιδωτά από το στόμιο αυτού του κενού δοχείου.
Αν παραμείνω μικρή, δεν θα μπορώ να κάνω κακό.
Αν δεν κινούμαι, δεν θα αναποδογυρίσω τίποτα. Αυτό είπα,
Κουρνιάζοντας κάτω απ’ το καπάκι, μικροσκοπική και αδρανής σαν κόκκος ρυζιού.
Το ένα μετά το άλλο ανάβουν τα μάτια της κουζίνας.
Είμαστε γεμάτοι άμυλο, μικροί λευκοί μου σύντροφοι. Μεγαλώνουμε.
Πονάει στην αρχή. Οι κόκκινες γλώσσες θα διδάξουν την αλήθεια.
Μητέρα των σκαθαριών, μόνο χαλάρωσε του χεριού σου το σφίξιμο:
Θα πετάξω μέσα από το στόμα του κεριού σαν άκαυτη νυχτοπεταλούδα.
Δώσε μου πίσω το σχήμα μου. Είμαι έτοιμη να ερμηνεύσω τις ημέρες.
Που ζευγάρωνα με τη σκόνη στη σκιά μιας πέτρας.
Οι αστράγαλοί μου λάμπουν. Η λάμψη ανεβαίνει στους μηρούς μου.
Χάνομαι, χάνομαι μέσα στον χιτώνα όλου αυτού του φωτός.
[1959]
Μετάφραση: Χάρης Βλαβιανός.
Γιάννης Βαρβέρης, Ο ενικός, χτυπήματα στην πλάτη
Εδώ γνωρίζω ηλικιωμένους
που αν τους ρωτήσεις απαντούν
και μόνον τ’ απαραίτητα
σε μια γλώσσα παλιά
ευγενική σανσκριτική ακατανόητη
κι ύστερα πάλι φυγαδεύονται
στη μερική τους άνοια, μακρινοί.
Πόσα μπορείς να μάθεις από τα σπαράγματα
των φράσεων
και σε τι άνθρωπο σοφό μπορείς να εξελιχθείς
απ’ τα στεγνά τους μάτια που απλανή θρηνούν
επειδή κώφευσαν
τίποτε απ’ όλ’ αυτά δε διδαχτήκαν
τα παιδιά τους –
κάτι σφριγώντα κούτσουρα λαλίστατα
που μας κυκλώσαν και παραμονεύουν
με τα ντενεκεδένια δούρεια δώρα
της οικειότητας.
Georges Bataille, Ποιήματα
Του θανάτου
καπέλο
τρίχινο
η πάχνη
η αδελφή
μ’ ένα λυγμό
ευχαριστημένος
*
Η ασπρίλα της θάλασσας
και του φωτός η χλωμάδα
γλύφουν τα γυμνά σκόρπια κόκαλα
η απουσία
του θανάτου
χαμογελά.
*
Σιχάθηκα
τον αραχλιασμένο ετούτον ουρανό
τα μελίγγια μου
σωμένα απ’ την αδυναμία
φέγγουν
είμαι νεκρός
και τα κρίνα
αποπνέουν τα διηθημένα υγρά
οι λέξεις λείπουν
λείπω επιτέλους κι εγώ.
*Μετάφραση: Νίκος Κοντομήτρος
Τάκης Σινόπουλος, Φίλιππος
Ἐδῶ στοχάζομαι δὲ θὰ ξανάρθει ὁ Φίλιππος
σὲ τούτη τὴν ἀκίνητη κοιλάδα.
Πολλά τοῦ τάξαμε ἀπὸ λάφυρα κι ἀπὸ σειρῆνες.
Μὰ κεῖνος ἤτανε στραμμένος σ’ ἄλλα ὁράματα.
Μιὰ ἀπέραντη πατρίδα ὀνειρευότανε. Ποῦ εἶναι τὸ πρόσωπό σας
τὸ ἀληθινό σας πρόσωπο; μοῦ φώναξε.
Ἔφυγε κλαίγοντας ἀνέβηκε τὰ λαμπερὰ βουνά.
Ὕστερα τὰ καράβια ἐφράξανε τὴ θάλασσα.
Μαύρισε ἡ γῆ τὴν πῆρε ἕνας κακὸς χειμώνας.
Μαύρισε τὸ μυαλὸ ἕνα μακρὺ ποτάμι τὸ αἷμα.
Δὲ θὰ ξανάρθει ὁ Φίλιππος. Φυσάει ἀπόψε δυνατά.
Μεσάνυχτα στὴ Λάρισα τὸ ἔρημο καφενεῖο.
Ἡ φάτσα τοῦ συναχωμένου γκαρσονιοῦ κι ἡ νύχτα σαρωμένη
φωτιὲς παντοῦ καὶ πυροβολισμοὶ
μιὰ πολιτεία φανταστικὴ κι ἀσάλευτη
δέντρα πεσμένα στὶς οἰκοδομές.
Ποιὸ εἶναι τὸ δίκιο τοῦ πολεμιστῆ
ὁ ἀγώνας ποὺ σὲ πάει σ’ ἄλλον ἀγώνα;
Δὲ θὰ ξανάρθει ὁ Φίλιππος. Ἀμετανόητος πάντα πείσμωνε.
Οἱ σκοτεινὲς μέρες τοὔφταιγαν τὰ ἐρειπωμένα πρόσωπα.
Τὸ αἷμα του ἀκούγοντας ἀνέβηκε τὰ λαμπερὰ βουνά.
Κι ἀπόμεινα
μονάχος περπατώντας καὶ σφυρίζοντας
μέσα στὴν κούφια Λάρισα. Καὶ τότε
ὡς τὴ Μακεδονία βαθιὰ σαλεύοντας ἠμίκλειστη
μὲς στὸ πλατὺ φεγγάρι τοῦ χειμώνα
μιλώντας μόνο περὶ σώματος ἡ χηρευάμενη
κυρία Πανδώρα.
Πέθανε χτικιάρης ὁ ἄντρας της τὶς μέρες τοῦ σαράντα τέσσερα.
Γιώργος Φιλιππίδης, Μελίσσα
ΙΙΙ
Τώρα παλεύω
τη συνταγή
για να είσαι άτρωτη όσο γίνεται,
για να είσαι ευάλωτη όσο γίνεται,
οργώνοντας τα λιβάδια
της ψυχής σου,
εξορύσσοντας
μαργαριτάρια Μελίσσας
απ’ τα φαιά σφαλιστά όστρακά του
εγκεφάλου σου.
«Θέλω τόσο να είμαι μαζί σου απόψε
το βράδυ».
«Έλα στις έντεκα»·
πόσο γλυκιά καραμέλα
ήταν η γλώσσα μου
αυτή η ενδεκάτη ώρα,
έφθασα· πάλι αυτό το στυφό
προαίσθημα·
«πρέπει να φύγεις», ξαφνικά ήσουν ολο-
τελα ξένη,
στάθηκα μπροστά στη μηχανή
για να φύγω,
ήθελα αλήθεια να
γύριζα πίσω
– πού;
Σε φώναξα έξω·
«Δεν έχω όρεξη», λες,
«δε θέλω να συζητήσω»,
με λούζει ένα ηλεκτρικό
φως από κάπου,
είμαι ο ήρωας
που πρέπει να δράσει·
και σε χτύπησα.
Ένα ρίγος τινάχτηκε απ’
το βλέμμα σου
σμίγοντας χιόνια, εμένα
ματώνοντας, ματώνοντας «ψεύτη!»
Έρμα Βασιλείου, Φως και νόημα
Η μαστίχα, δάκρυ του δέντρου
το δροσερό χαλάζι, δάκρυ τ’ ουρανού
και τ’ ορυκτό αλάτι, το δάκρυ γης
στάξαν βροχή στης σκέψης το τετράδιο
τα κέρματα του χρόνου…
αργά τα έργα
γράμματά μου
είναι μια μέρα η χθεσινή και η σήμερον
είναι περίπου δυο χαράματα
ή νύχτα
ή κάματος,
η νύχτα κάματος
η Μούσα καρτερεί στην πόρτα
δεν μιλάει ποτέ
μαζεύει ύπνο σε λεκάνη με όνειρα
Ελένη Βακαλό, Η αλληγορία που σηκώθηκαν τα πόδια και χτυπάνε το κεφάλι
Για την κυρά Ροδαλίνα γράφω
Η κυρά Ροδαλίνα η τρελή
Που γυρίζει εδώ κι εκεί
Τί προσέχει
Το μεγάλο δάχτυλό της
Τη δαγκάνα του ποδιού της
Πέντε έχει δαχτυλάκια
Τέσσερα του λουλουδιού
Και το άλλο του σκορπιού
Και της κάμπιας όταν ψάχνει
Το μεγάλο
Το ζώο-δάχτυλο το ονομάζει
Έχει κρέας έχει νύχι
Και περίεργο που είναι
Σα να έχει και κεφάλι
Χωριστό απ’ το δικό μου
Διασκεδάζω
*Από το βιβλίο “Το άλλο του πράγματος” (Ποίηση 1954-1994)», Εκδόσεις Νεφέλη, 1995, σελ. 193. Αναδημοσιεύεται από το Αλωνάκι της Ποίησης στο http://alonakitispoiisis.blogspot.com









