Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα – Νύχτα του άγρυπνου έρωτα

1173835_563357590393807_374321026_n

Νύχτα πάνω από τους δυο με πανσέληνο,
εγώ βάλθηκα να κλαίω κι εσύ γελούσες.
Η καταφρόνια σου ήταν ένας Θεός, τα δικά μου παράπονα
στιγμές και περιστέρια αλυσοδεμένα.

Νύχτα κάτω από τους δυο. Κρύσταλλο οδύνης,
έκλαιγες εσύ από βάθη απόμακρα.
Ο πόνος μου ήταν ένας σωρός από αγωνίες
πάνω στην αδύναμη καρδιά σου από άμμο.

Η αυγή μας έσμιξε πάνω στο κρεβάτι,
τα στόματα βαλμένα πάνω στο παγωμένο σιντριβάνι
του αίματος τ αστείρευτου που χύνεται.

Κι ο ήλιος μπήκε απ το κλειστό μπαλκόνι
και το κοράλλι της ζωής άπλωσε το κλαδί του
πάνω στην καρδιά μου τη σαβανωμένη..

Πιέρ Πάολο Παζολίνι, Θεώρημα

teorema+4

Οι πρώτοι που αγαπά κανείς
είναι οι ποιητές και οι ζωγράφοι της προηγούμενης γενιάς
ή της αρχής του αιώνα. παίρνουν
στην καρδιά μας τη θέση των πατέρων μας, μένοντας όμως
νέοι, όπως στις κιτρινισμένες φωτογραφίες τους.
Ποιητές και ζωγράφοι που δεν είχαν για ντροπή τους το να είναι αστοί…
παιδιά ντυμένα με αλπακά και καπέλα
ή φτωχικές γραβάτες που μυρίζουν εξέγερση και μητέρα.
Ποιητές και ζωγράφοι που θα γινόντουσαν διάσημοι
στα μισά του αιώνα,
ο καθένας με μερικούς φίλους άγνωστους μεγάλης αξίας,
αλλά που, ίσως από φόβο, απροσάρμοστους στην ποίηση.
( Ποιητές αληθινούς, νέκρους έξω απ’ το χρόνο)
Λιθόστρωτα της Βιέννης ή του Βιαρέτζιο! Όχθες
της Φλωρεντίας, ή του Παρισιού!
Που αντηχούν από τα πόδια αυτών των παιδιών
που φορούν χοντρά παπούτσια
Ο άνεμος της ανυπακοής μυρίζει κυκλάμινο
στις πόλεις κάτω από τα πόδια των νεαρών ποιητών!
Οι νεαροί ποιητές που συζητούν
έπειτα από ένα άγριο μεθύσι μπύρας,
σαν ανεξάρτητοι αστοί,
-ατμομηχανές εγκαταλειμμένες αλλά ζεστές
αναγκασμένες για κάμποσο καιρό να μείνουν στην ακινησία
και ν΄απολαύσουν την έλλειψη βιασύνης που έχουν τα νιάτα:
βέβαιαοι πως μπορούν ν’αλλάξουν το σάπιο κόσμο
μέ τέσσερις παθιασμένες λέξεις κι ένα βήμα εξέγερσης.
Οι μανάδες σαν μανάδες πουλιών
στα μικροαστικά σπίτια τους
ανακατεύουν το γιασεμί του αέρα
με τη σημασία που έχει το ιδιωτικό φως μιας οικογένειας
και η θέση του σε μια χώρα γεματη.
Έτσι οι νύχτες αντηχούν μόνο από τα βήματα των παιδιών
Η μελαγχολία έχει αμέτρητες κρυψώνες
αμέτρητες όπως τ’ αστρα,
στο Μιλάνο ή σε κάποια άλλη πόλη,
απ’ όπου μπορεί να φυσήξει τον άνεμό της
που μυρίζει σόμπα αναμένη.
Τα πεζοδρόμια τρέχουν κατά μήκος σπιτιών του εφτακόσια
σπίτια με πεσμένους σοβάδες και ιερά πεπρωμένα
( δρόμοι χωριού που έγινε βιομηχανική πολιτεία)
Με μια μακρινή μυρωδιά παγωμένων στάβλων της Ρώμης.
Έτσι οι νεαροί ποιητές αποκτούν εμπειρία της ζωής
Κι έχουν να πουν αυτά που λένε κι οι άλλοι,
οι νεαροί που δεν είναι ποιητές (κύριοι κι αυτοί
της ζωής τους και της αθωότητας)
με μανάδες που τραγουδούν
στα παράθυρα εσωτερικών αυλών
( βρωμερά πηγάδια στ’ αστέρια που δεν φαίνονται)
Που χάθηκαν αυτά τα βήματα!
Δεν φτάνει μια αυστηρή σελίδα φτιαγμένη από μνήμες,
όχι, δεν φτάνει -ίσως ο μόνος ποιητής μη ποιητής
ή ζωγράφος μη ζωγράφος
πεθαμένος πριν ή μετά από κάποιον πόλεμο
σε κάποια πόλη των μυθικών μετακινήσεων,
κρατάει δικές του τις νύχτες με αλήθεια.
Α, αυτά τα βήματα -των παιδιών
των καλυτέρων οικογενειών της πόλης ( αυτών
που ακολουθούν το πεπρώμένο του έθνους
όπως μια ορδή ζώων ακολουθεί τις οσμές
-αλόη, κανέλα, τευτλο, κυκλάμινο-
στην αποδημία της) αυτά τα βιώματα των ποιητών
με τους ζωγράφους φίλους τους πάνω στα λιθόστρωτα
μιλωντας μιλώντας…
Αν όμως αυτό είναι το σχήμα, η αλήθεια είναι διαφορετική
Ξανακάμε γιε, αυτούς τους γιους.
Έχε τη νοσταλγία τους στα δεκαέξι σου χρόνια.
Άρχιζε όμως να μαθαίνεις
πως κανείς δεν έκανε επαναστάσεις πριν από σένα
και πως οι γέροι ποιητές και οι ζωγράφοι, ή νεκροί,
παρα το φωτοστέφανο που εσύ τους δίνεις,
σου είναι άχρηστοι, δεν σου διδάσκουν τίποτα.
Απόλαυσε τις πρώτες σου αθώες εμπειρίες
δειλέ δυναμιτιστή, αφέντη των ελεύθερων νυχτών
αλλά θυμήσου πως βρίσκεσαι εδώ μόνο για να μισηθείς
για να ανατρέψεις και να σκοτώσεις.

*Πιέρ Πάολο Παζολίνι: Θεώρημα. Μετ. Γιάννης Λαμπιδώνης

Allen Ginzberg, Μαγικός ψαλμός

tumblr_l6c36feg871qzdwano1_500

Επειδή αυτός ο κόσμος είναι στο φτερό και ό,τι
έρχεται δεν μπορεί κανείς να το ξέρει
Ω, Φάντασμα, που το μυαλό μου κυνηγά
χρόνια και χρόνια, κατέβα απ1 τον ουρανό σ’ αυτήν
την τρεμάμενη σάρκα
άρπαξε το φευγαλέο μου μάτι στην απέραντη Αχτίνα
που δεν γνωρίζει όρια – Αχώριστε-Κυρίαρχε –
Γίγαντα έξω απ’ τον Χρόνο μ’ όλα του τα πεσμένα φύλλα
– Μεγαλοφυΐα του Σύμπαντος – Μάγε εν ανυπαρξία
όπου εμφανίζονται κόκκινα σύννεφα –
Ακατανόμαστε Βασιλέα των δρόμων που χάθηκαν
– Ακατάληπτο Άλογο που καλπάζει έξω απ’ το
νεκροταφείο –
Ηλιοβασίλεμα απλωμένο στις Κορδιλιέρες
και έντομο – Σκόρε του Ρόζου –
Θρηνώδε – Γέλιο χωρίς στόμα, Καρδιά που ποτέ
δεν είχε σάρκα να πεθάνει –
Υπόσχεση που δεν τηρήθηκε – Ανακουφιστής που
το αίμα του καίγεται σε ένα εκατομμύριο
τραυματισμένα ζώα –
Ω Έλεος, Καταστροφέα του Κόσμου,
Ω Έλεος, Δημιουργέ των Στηθωτών Ψευδαισθήσεων,
Ω Έλεος, κακόφωνο πολεμόγλωσσο περιστεράκι,
Έλα είσβαλλε στο κορμί μου με το σεξ του θεού”,
μπούκωσε τα ρουθούνια μου με της διαφθοράς
το άπειρο χάδι,
μεταμόρφωσε με σε γλοιώδη σκουλήκια
αγνής αισθητής υπερβατικότητας
Είμαι ακόμα ζωντανός,
κράξε τη φωνή μου με πιότερη ασχήμια
απ’ την πραγματικότητα
μια ψυχική ντομάτα
μίλα με τα εκατομμύρια στόματά Σου,
Μυριόγλωσση Ψυχή μου, Τέρας ή Αγγελος, Εραστής που
έρχεται να με γαμήσει για πάντα – Λευκή τήβεννος
στο Αόμματο Καλαμαράκι –
Κωλότρυπα του σύμπαντος μες στην οποία εξαφανίζομαι –
Ελαστικό Χέρι που μίλησε στον Κρέιν – Μουσική που
περνά μες στον φωνόγραφο χρόνων από μια άλλη
Χιλιετία –
Αυτί των κτιρίων της Νέας Υόρκης –
Εκείνο που πιστεύω – έχω δει – ψάχνω αδιάκοπα σε φύλλο
σκυλί μάτι – πάντα λάθος, έλλειψη – που με κάνει
να σκέφτομαι – Πόθε που με δημιούργησες,
Πόθε που κρύβω στο κορμί μου,
Πόθε που ξεπερνάς τον Βαβυλώνιο εφικτό κόσμο
που κάνεις την σάρκα μου να σκιρτά από οργασμό του
Ονόματός Σου που δεν γνωρίζω και ποτέ μα ποτέ
δεν θα προφέρω –
Μίλα στην Ανθρωπότητα και πες πως η μεγάλη καμπάνα
χτυπά πένθιμα ένα χρυσό τόνο σε σιδερένια μπαλκόνια
σε κάθε εκατομμύριο συμπάντων,
Είμαι ο προφήτης Σου έρχομαι σπίτι εδώ στον κόσμο
να ουρλιάξω ένα ανυπόφορο Όνομα μέσα απ’ τις 5
αισθήσεις μου, και την φοβερή έκτη μου,
που το Χέρι Σου γνωρίζει πάνω στον αόρατο φαλλό της,
Ειρήνη, Διαλύτη εκεί που μπερδεύω την ψευδαίσθηση,
Απαλόστομο Αιδοίο που εισχωρεί στο μυαλό μου
από ψηλά,
Περιστέρι της Κιβωτού μ’ ένα κλαδί Θανάτου.
Τρέλανε με, Θεέ είμαι έτοιμος για αποσύνθεση του
μυαλού μου, ατίμασε με μπρος στα μάτια της γης,
εφόρμησε στη μαλλιαρή καρδιά μου με τρόμο
φάε την ψωλή μου Αόρατο κόασμα του νεκρού βατράχου,
πήδα πάνω μου αγέλη των αγρίων σκυλιών
βγάζοντας σάλια φωτός, καταβρόχθισε το μυαλό σου
Μια ροή ατελείωτης συνείδησης
Φοβάμαι την υπόσχεσή σου πρέπει να κάνω ουρλιαχτό
την προσευχή μου με φόβο –
Κατέβα Ω φως Δημιουργέ και Καταπότη της
Ανθρωπότητας,
διέλυσε τον κόσμο μες στην τρέλα του των βομβών και
των φόνων,
Ηφαίστεια σάρκας πάνω απ’ το Λονδίνο, στο Παρίσι
μια βροχή από μάτια-φορτηγά με καρδιές αγγέλων
πασαλείφουν τους τοίχους του Κρεμλίνου –
ο σκούφος του φωτός στη Νέα Υόρκη –
μυριάδες πόδια όλο πετράδια
στις ταράτσες του Πεκίνου –
πέπλα ηλεκτρικού αερίου κατέρχονται πάνω στην Ινδία –
πόλεις Βακτηρίων εισβάλλουν στον εγκέφαλο –
η Ψυχή διαφεύγει στα λαστιχένια κουνάμενα στόματα
του Παραδείσου –
Αυτό είναι το Μέγα Κάλεσμα, αυτός είναι ο Συναγερμός
του Αιώνιου Πολέμου, αυτό είναι το κλάμα του Μυαλού
σκοτωμένου στα Νεφελώματα,
αυτή είναι η χρυσή Καμπάνα της Εκκλησίας που ποτέ δεν
έχει υπάρξει, αυτή είναι η βουή στην καρδιά της ηλιαχτίδας,
αυτή είναι η σάλπιγγα του Σκουληκιού στο Θάνατο,
Έκκληση του κουλού, ευνουχισμένου, που αρπάζει της
Ελεημοσύνης το χρυσό σπόρο της Μελλοντικότητας
μέσα απ’ τον σεισμό και το ηφαίστειο του κόσμου –
φτυάρισε τα πόδια μου κάτω απ’ τις Άνδεις, πιτσίλισε
τα μυαλά μου στο ΕΜΠΑΪΡ ΣΤΕΪΤ ΜΠΙΛΝΤΙΝΓΚ,
σκέπασε
την κοιλιά μου με χέρια βρύων, γέμισε τ’ αυτιά μου
με τον
κεραυνό σου,
τύφλωσε με, με προφητικά ουράνια τόξα
Για να γευθώ το σκατό της Ύπαρξης επιτέλους,
για να αγγίξω τ’ αχαμνά Σου στο φοινικόδεντρο,
για να μπει στο στόμα μου η αχανής Αχτίνα της
Μελλοντικότητας
για να σημάνει την Παντοτινά Αγέννητη Δημιουργία Σου,
Ω Ωραιότητα αόρατη στον Αιώνα μου!
Για να ξεπεράσει η προσευχή μου την αντίληψή μου,
για να αποθέσω την ματαιοδοξία μου στα πόδια Σου,
για να μη φοβάμαι πλέον την Κρίση για τον Άλλεν
αυτού του κόσμου
γεννημένου στο ΝΙΟΥΑΡΚ ερχόμενου στην Αιωνιότητα
στη Νέα Υόρκη κλαίγοντας ξανά στο Περού για ανθρώπινη
Γλώσσα για να ψάλλω το Ανείπωτο,
για να ξεπεράσω τον πόθο για υπέρβαση
και να εισέλθω στο γαλήνιο νερό του σύμπαντος
για να τα βγάλω πέρα μ’ αυτό το κύμα,
να μην πνιγώ για πάντα στον κατακλυσμό της φαντασίας μου
για να μη σκοτωθώ μέσα απ’ την ίδια την τρελή μαγεία μου
αυτό το έγκλημα τιμωρείται στις σπλαχνικές φυλακές
του Θανάτου,
οι άνθρωποι καταλαβαίνουν την ομιλία μου εξ αιτίας
της δικής τους άσπλαχνης καρδιάς,
οι προφήτες με βοηθούν με Διακηρύξεις,
τα Σεραφείμ επευφημούν το όνομα Σου,
Εσύ με μιας με το πελώριο Στόμα του Σύμπαντος
κάνε το κρέας ν’ αποκριθεί.

Κατερίνα Γώγου, Τρία κλικ αριστερά

2mpylbc

Η ελευθερία μου είναι στις σόλες
των αλήτικων παπουτσιών μου.
Φέρνω τον κόσμο άνω κάτω.
Μπορώ να σεργιανίσω ότι ώρα μου γουστάρει.
Π.χ. την ώρα που βάζετε τις μασέλες σας
Στο ποτηράκι με το νερό πριν κοιμηθείτε
την ώρα που απαυτωνόσαστε
την ώρα που κάνετε το χρέος σας
στα παιδιά σας, στο σωματείο σας
την ώρα που σας έχουν χώσει την ιδέα
πως τρώτε αυγολέμονο
και τρώτε σκατά
μπορώ και περπατάω,
με τα αλήτικα παπούτσια μου
πάνω από τις στέγες σας
-όχι ρε παιδάκι μου σαν εκείνη
την ηλίθια με τη σκούπα, τη Μαίρη Πόπινς-
δεν πιάνετε το κανάλι μου
μόνο όσοι έχουμε το ίδιο μήκος κύματος
ανθρωπάκια χέστες, κατά βάθος σας λυπάμαι
αλλά τώρα δε χάνω το χρόνο μου μαζί σας
δεν θέλω παρτίδες με κανέναν σας
η ελευθερία σας
είναι στις σόλες των τρύπιων παπουτσιών μου
θάρθει η ώρα που θα τις γλύφετε
και θα ουρλιάζετε κλαίγοντας “θαύμα, θαύμα”
αυτά τα παπούτσια
ποτέ δεν ξεκουράζονται και ούτε βιάζονται
όταν εγώ καθαρίσω από εδώ
θα τα φορέσει ο Παύλος, η Μυρτώ, φοράμε το ίδιο νούμερο, δεν λειώνουν,
όσες πρόκες και αν ρίχνετε στο δρόμο.
Σας βαράνε στο δόξα πατρί σας
θα έρθει η ώρα
που θα τρέχετε απεγνωσμένα στο στιλβωτήριο
“συνοδοιπόροι” και “αποστάτες”
να βάψετε τα δικά σας
μα η μπογιά
δεν θα πιάνει
ότι και αν κάνετε, όσα και αν δίνετε
τέτοιο άτιμο κόκκινο είναι το δικό μας.

Γιώργος Μπλάνας, Στασιωτικό εβδομηκοστό έβδομο

tumblr_m780g7utzs1qarjnpo1_1280

…………………………………………………………………………………
…………………………………………………………………………………
Ω, μην στερείτε, ασύστατοι, απ’ τη δύστυχη σελήνη
τον κυνόδοντα, το νύχι και το ράμφος·
…………………………………………………………………………………
Ποιος θα διδάξει στο θήραμα την γλώσσα
του κυνηγού; Ω, μην στερείτε από την νύχτα
την διαύγεια της μάχης
με τον θάνατο. Αν λείψει το ασήμι των ακτών,
σκουριά τα χέρια των αγοριών στα όνειρα
των κοριτσιών, το κύμα σκοτεινή
αιμορραγία των βυθών και η ζωή: γεροντική
άνοια της ζωής· η ευημερία,
μαμή της δυστυχίας

Μανώλης Αναγνωστάκης, Η απόφαση

tumblr_ls43waF89y1qekpjqo1_500

Είστε υπέρ ή κατά;
Έστω απαντήστε μ’ ένα ναι ή μ’ ένα όχι.

Το έχετε το πρόβλημα σκεφτεί, πιστεύω ασφαλώς πως σας βασάνισε.
Τα πάντα βασανίζουν στη ζωή.
Παιδιά, γυναίκες, έντομα.
Βλαβερά φυτά, χαμένες ώρες, δύσκολα πάθη, χαλασμένα δόντια, μέτρια φιλμ.
Κι αυτό θα σας βασάνισε ασφαλώς.

Μιλάτε υπεύθυνα λοιπόν.
Έστω με ναι ή όχι.
Σ’ εσάς ανήκει η απόφαση.

Δε σας ζητούμε φυσικά να πάψετε τις ασχολίες σας, να διακόψτε τη ζωή σας, τις
προσφιλείς εφημερίδες σας, τις συζητήσεις στο κουρείο, τις Κυριακές σας στα γήπεδα.

Μια λέξη μόνο.
Εμπρός λοιπόν: Είστε υπέρ ή κατά ;
Σκεφτείτε το καλά. Θα περιμένω.

Όσιπ Μάντελσταμ, Tristia

463217531

Του χωρισμού την επιστήμη σπούδασα
Στα αλλοπαρμένα της νύχτας τα παράπονα
Τα βόδια αργοσαλεύουν  κι αναμονή μακραίνει
Την ύστατη ώρα των νυχτεριτών της πόλης
Τιμώ την τελετή του πετεινού της νύχτας
Την στιγμή που το βάρος της θλίψης ένιωσα
Με μάτια δακρυσμένα κοίταξα μακριά.

Ποιος άραγε μπορεί να πει η λέξη χωρισμός τι να σημαίνει
Ποιος αποχωρισμός μας περιμένει
Ποιες υποσχέσεις κρύβει του πετεινού η κραυγή
Την ώρα που στην ακρόπολη η φωτιά ανάβει
Και στην αυγή μιας νέας ζωής
Oταν το βόδι τραβάει την άμαξα και μασουλάει βαριεστημένα
Γιατί ο πετεινός, αυτός της νέας ζωής ο κήρυκας
Ανεβασμένος στα τείχη της πόλης
Χτυπά τις φτερούγες του;

Μ’ αρέσουν οι συνηθισμένες αγκράφες:
Ανεβοκατεβαίνει η σαΐτα, βουίζει το αδράχτι
Κοίτα, του κύκνου ένα φτερό να μας προϋπαντήσει έρχεται
Και η ξυπόλητη Ντέλια ήδη πετάει!
Ω, η ζωή μας έγινε και πάλι πληκτική
Η γλώσσα μας χαρά δεν ξέρει
Oλα είναι παλιά μα επαναλαμβάνονται ξανά
Πόσο γλυκιά είν’ η στιγμή την ώρα που τη νοσταλγώ.

Continue reading →

Τάσος Λειβαδίτης, Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος

600555_10151437345436006_1082870113_n

Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
δεν θα πάψεις ούτε στιγμή ν’ αγωνίζεσαι
για την ειρήνη και για το δίκιο.
Θα βγεις στους δρόμους , θα φωνάξεις
τα χείλη σου θα ματώσουν απ’ τις φωνές
Το πρόσωπό σου θα ματώσει απ’ τις σφαίρες
μα δε θα κάνεις ούτε βήμα πίσω.
Κάθε κραυγή σου θα ‘ ναι μια πετριά
στα τζάμια των πολεμοκάπηλων.
Κάθε χειρονομία σου θα ‘ναι
για να γκρεμίζει την αδικία.
Δεν πρέπει ούτε στιγμή να υποχωρήσεις,
ούτε στιγμή να ξεχαστείς.
Είναι σκληρές οι μέρες που ζούμε.
Μια στιγμή αν ξεχαστείς,
αύριο οι άνθρωποι θα χάνονται
στη δίνη του πολέμου,
έτσι και σταματήσεις
για μια στιγμή να ονειρευτείς
εκατομμύρια ανθρώπινα όνειρα
θα γίνουν στάχτη απ’ τις φωτιές.
Δεν έχεις καιρό, δεν έχεις καιρό για τον εαυτό σου
αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.
Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
μπορεί να χρειαστεί και να πεθάνεις
για να ζήσουν οι άλλοι.
Θα πρέπει να μπορείς να θυσιάζεσαι
ένα οποιοδήποτε πρωινό.
Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
θα πρέπει να μπορείς να στέκεσαι
μπρος στα ντουφέκια!

Dylan Thomas, Μείνε ακίνητος γαλήνιος κοιμήσου

dylan-thumb

Μείνε ακίνητος, γαλήνιος κοιμήσου,
Με την πληγή τυρανισμένος
Στο λαρύγγι να φλογίζεται να ανοίγει.
Όλη νύχτα στο νερό
Της σιωπηλής θαλάσσης συνακούσαμε τον ήχο
Που βγήκε από την πληγή την γραπωμένη
Στο σάβανο του αλατιού.

Τρεμάμενοι ακούσαμε κατ’ απ’ το απόμακρο φεγγάρι
Τον ήχο της θαλάσσης να κυλά σαν αίμα
Από την πληγή την βροντερή
Κι όταν το σάβανο του αλατιού τσάκισε
Σε μια θύελλα τραγουδιών
Οι φωνές των πνιγμένων κολύμπησαν στον άνεμο.

Άνοιξε ένα μονοπάτι μεσ’ απ’ το αργό θλιμμένο πανί,
Άνοιξε διάπλατες στον άνεμο τις πύλες
Του χαμένου καραβιού
Το ταξίδι μου να αρχίσω για το τέλος της πληγής μου.
Τραγούδι ακούσαμε τον ήχο της θαλάσσης,
Το σάβανο είδαμε λόγο του αλατιού.
Μείνε ακίνητος, γαλήνιος κοιμήσου,
Κρύψε στο λάρρυγγα το στόμα
Αλλιώς θα υποταχθούμε και θα ιππεύσουμε μαζί σου
Μέσα στους πνιγμένους.

πηγή: http://bromikoskosmos.blogspot.com

Olivier Simommeaux, Η λήψη αίματος

text-5_3

Δε χάνω τη μνήμη. Χάνω το νόημα
της πραγματικότητας. Όλα τα φώτα στο
διαμέρισμα είναι αναμμένα. Βηματίζω στο
δωμάτιο από τη μια άκρη στην άλλη. Παράθυρο,
λευκός τοίχος, λευκός τοίχος, παράθυρο.

Η μαύρη γάτα στα πόδια μου πιστεύει σε
ένα καινούργιο παιχνίδι, γρατσουνά τους αστραγάλους μου,
δε γλύφει το αίμα, και με αφήνει.

Βημάτιζα όλη νύχτα για να ξεχάσω τη νύχτα
Δίπλα στα ηρεμιστικά που δεν πήρα,
ακουμπι¬σμένο στο πάτωμα το ποτήρι μου
γεμάτο με αλκοόλ πσυ δεν ήπια.

Ο παγωμένος τοίχος ακούει τη φωνή μου και τα
νευρικά γέλια μου, δέχεται στις αβύσσους του
τη ζαρωμένη και γυμνή πλάτη μου.

Πίσω από το τζάμι το θαμπωμένο από δάκρυα, ένα
ξανθό παιδί ανάμεσα σε σκυλιά.

Αλλού από την αγκαλιά μου, το τμηματικό
τοπίο αποσπώμενο από το κενό.
Τώρα στο χώρο που βρίσκομαι υπάρχει
ήλιος και σιωπή και μια λογική. Σκέφτομαι
την υγρότητα του στόματός σου.

Έξω η υπαρξιακή οδός με τα απορρίματά της,
τα τραύματά της, το κυνοτροφείο και το
χάος της. Χαμόγελα εμφανώς ψεύτικα σε χείλη
ξεροσκασμένα.

Τρυπώνω στο βρώμικο και πυώδες μετρό
αφού πριν έδωσα το αίμα μου για να κάνω
τις εξετάσεις του AIDS.
Η νοσοκόμα πάλεψε ώρα για να
βρει τις φλέβες μου, κατόπιν άφησε τη βελόνα της
να γλιστρήσει κάτω από την επιδερμίδα του δέρματος.
Το μικρό αιμάτωμα μεγάλωσε και με πονά
εκεί που διπλώνει το μπράτσο. Πιέζω δυνατά
στο μικρό κομμάτι του μωβ βαμβακιού και στην
άκρη του αυτοκόλλητου επιδέσμου.

Μου είπαν να περιμένω τρεις μέρες.
Τρεις ημέρες…
Δεν περιμένω παρά εσένα.
Εσένα μέσα στο λευκό αεροσκάφος σου στις
πύλες της Αθήνας. Αθήνα, πόλη το ίδιο πυώδης
με το παρισινό μετρό.

Τρεις ημέρες…
Τρεις ημέρες να περιμένω τα αποτελέσματα της
αιματολογικής μου ανάλυσης.
Τρεις ημέρες που μισώ αυτή την πόλη.

Τρεις ημέρες να διαβάζω ιατρικά βιβλία
για να πειστώ καλύτερα ότι έχω προσβληθεί
από τον ιό του AIDS.
Τρεις ημέρες που δεν έγραψα ούτε μία
γραμμή.
Τρεις ημέρες εντατικής άσκησης μέχρις
έσχατης φυσικής και ψυχικής εξάντλησης του
σώματός μου.
Τρεις ημέρες να μετανιώνω που έβαλα το αί¬μα
μου σε μικροβιολογικό σωληνίσκο.
Τρεις ημέρες δυσκοιλιότητας και διάρροιας.
Τρεις ημέρες ανικανότητας και εκσπερμάτωσης.
Τρεις ημέρες βαθύ ύπνου και αϋπνίας.
Τρεις ημέρες να ψηλαφίζω το λαιμό και τις μασχά¬λες
ψάχνοντας για γάγγλια.
Τρεις ημέρες να κοιτάζομαι γυμνός στov καθρέφτη
για να δω ένα ενδεχόμενο σπυρί ή ένα ενδεχόμενο στίγμα.
Τρεις ημέρες που έχω πηχτό σάλιο στο
στόμα.
Τρεις ημέρες να αποφεύγω κάθε περιττό λόγο.
Τρεις ημέρες να κοιτώ τους σιδερένιους δίσκους
κάτω από τα γκρίζα T.G.V.
Τρεις ημέρες περιπλάνησης σε διαφορετικά μέρη,
σε ένα διάδρομο, σε ένα δωμάτιο, σε ένα πάρκο,
στηλωμένος σε ένα τοίχο, κάτω από ένα δέντρο, κάτω από
μια βροχή που συνθλίβει, κάτω από ένα μολυβένιο ήλιο.
Τρεις ημέρες απομονωμένος μέσα στα φώτα καμιάς
σύμπραξης, καμιάς καθαρότητας.
Τρεις ημέρες σφηνωμένος σε φήμες, μπροστά από
ανθρώπους που υποφέρουν, που είναι ευτυχείς, που
περπατούν, που στρέφουν πίσω τους.
Τρεις ημέρες οξείας ευθραυστότητας, αστάθειας
νευρικής, αβεβαιότητας, απουσίας.
Τρεις ημέρες αναμονής για να μάθω αν το
σώ¬μα μου θα σαπίσει σύντομα ή όχι.

Τρεις μέρες που δεν ξυρίζομαι πια.

*Το ποίημα αυτό περιλαμβάνεται στη συλλογή του Olivier Simonneaux “Caracteres” («Χαρακτήρες»), που μεταφράστηκε από τη Νότα Ανδριανοπούλου και κυκλοφόρησε σε μορφή έκδοσης τσέπης μαζί με το 6ο τεύχος του περιοδικού «Αν Κάποτε..» στη Θεσσαλονίκη τον Αύγουστο του 1997.