Τώρα πια με πληγώνουν οι λέξεις.
Όχι οι νεκρές λέξεις στο άσπρο χαρτί
ούτε οι φλύαρες λέξεις στα στόματα των φίλων
γιατί αυτές δεν το μπορούν.
Μα με πληγώνουν οι άλλες
αυτές που σωπαίνουν
πριν γίνουν θάλασσα, τραγούδι, προσφορά
μια και η καρδιά έγινε όργανο με αρτηρίες
μια και φόρεσα τα κόκκινα χαμόγελα στις εύθυμες παρέες
μια και το μολύβι κοιμάται άψυχο στην χούφτα.
Κι απ’ όλες τις λέξεις πιο πολύ
με πληγώνει αυτή
που δεν μπορώ πια να πω,
γιατί δεν το τολμώ η λέξη “σ’ αγαπώ”.
*Από τη συλλογή “Σχέσεις Σιωπής”, εκδόσεις Εγνατία, Θεσσαλονίκη 1984.
Το παράπονο τα μάτια σκοτεινιάζει
Σπασμένο γυαλί στη γλώσσα
Στόμα που σαλιώνει το μολύβι
Εκεί που πας να γράψεις ένα ποίημα
Για τον μήνα τον σκληρότερο
Του καθενός
Και απορείς για τα φτερά του Aγγέλου σου
τα διάφανα που είδε ο ποιητής
Και πώς τα τρίζει το βράδυ σαν τριζόνι
Επιδεικτικά
Για να γελάς
Ακούγονται ήχοι
Γεμίζουν νερό τα ρουθούνια
Το μποστάνι που βλέπεις απέναντι
Το προικιό της
Εκείνη κολύμπησε τελικά
Πέρασε στην άλλη μεριά
Ακούς τη μελωδία
μυστικοί αυλοί στα αυτιά σου
καλύτερα σιωπή
καλύτερα
Δώρημα τέλειον. Το είπε απόψε
ο Ντοντέ –τί λέω– η αρχαία Ελένη.
Το ξεφώνησε – με τον τρόπο μας
κρατούσε στα χέρια της
κάτι ασήμαντα – στεκάκια
πιαστηράκια – γάλατα άσπρα
ο Ντοντέ αγόρι προ ολίγων ετών
ωραίο
ίσως ηδονικό
το είπε ρο δισύλλαβον «Δώρον»
εμείς όμως σαν χριστιανοί
το λέμε και – ας είναι
δώρημα τέλειον
ωσάν, ή όχι! Καθώς –
μάλλον – Εάν
το δώρημα όπως μοτοσυκλέτα
να μπει εις τον διάδρομον
και μετά ανοίγεις πόρτα
στον Δον ποτάμι βαλκανίων
ο ρόλος σου εκεί μες στο ποτάμι
Δώρον – ας φτάσει, έστω –
στον Ιορδάνη.
*Από το βιβλίο: Μιχάλης Κατσαρός, «Ενδύματα», Ανδρομέδα, Αθήνα 1977, σελ. 25.
Aργοπεθαίνει
όποιος γίνεται σκλάβος της συνήθειας,
την ίδια παίρνοντας μέρα τη μέρα διαδρομή,
όποιος περπατησιά δεν αλλάζει,
όποιος δεν τολμάει να φορέσει ένα χρώμα καινούργιο,
όποιος δεν μιλάει σ’ αγνώστους.
Αργοπεθαίνει όποιος κάνει την τηλεόραση ταγό του
και γκουρού.
Αργοπεθαίνει
όποιος αποφεύγει ένα πάθος,
όποιος βάζει το μαύρο πάνω απ’ το άσπρο
και πάνω απ’ το ιώτα διαλυτικά,
όποιος στη δίνη δεν αφήνεται να πέσει
των συγκινήσεων που μεταμορφώνουν
τα μάτια σ’ αστέρια, τα χασμουρητά σε χαμόγελα,
και τα στήθη σε χτυποκάρδια και λάθη.
Αργοπεθαίνει
όποιος δεν σαρώνει από οργή το τραπέζι
όταν πρέπει,
όποιος δεν θυσιάζει το βέβαιο
για το αβέβαιο κυνήγι ενός ονείρου,
όποιος δεν τόλμησε καν μια φορά στη ζωή του
να κάνει πέρα τις συνετές συμβουλές.
Αργοπεθαίνει
όποιος δεν κάνει πανιά γι’ άλλους τόπους,
όποιος δεν ανοίγει βιβλίο,
όποιος δεν χάνεται στη μουσική,
όποιος δεν βρίσκει μέσα του γοητεία και χάρη.
Αργοπεθαίνει
όποιος τον έρωτά του ταπεινώνει,
όποιος δεν γυρεύει απ’ τους άλλους βοήθεια
όταν την έχει ανάγκη,
όποιος περνά τις μέρες του γκρινιάζοντας
για την κακή του τύχη ή τη βροχή που δεν σταματά.
Αργοπεθαίνει
όποιος παρατάει μια ιδέα προτού τη βάλει μπροστά,
όποιος δεν ρωτάει για όσα δεν ξέρει.
Γλιτώνουμε αυτόν τον θάνατο σε δόσεις
όταν θυμόμαστε ότι για να ‘σαι ζωντανός
θέλει προσπάθεια πολύ πιο δύσκολη από της ανάσας.
*Σε πολλούς επικρατεί η πεποίθηση ότι το ποίημα ανήκει στον μεγάλο Χιλιανό Πάμπλο Νερούδα, ενώ η δημιουργία προέρχεται από τη Βραζιλιάνα λογοτέχνιδα και θεατρική συγγραφέα Μάρτα Μεντέιρος. Είναι η ίδια πλάνη που επικράτησε για το πασίγνωστο περί αδράνειας ποίημα «Όταν οι Ναζί πήραν τους κομμουνιστές, εγώ δε μίλησα…» που αποδόθηκε στον Μπρεχτ – ενώ ανήκει στον Γερμανό λουθηρανό πάστορα Μάρτιν Νιμέλερ, ο οποίος πέθανε στο Άουσβιτς.
**Ευχαριστώ την Αυγή Μ. Πλατσή που το ανάρτησε στη σελίδα της στο facebook, μαζί με το link που ακολουθεί.
Μία κοπέλα κολυμπά γυμνή στη θάλασσα.
Ένα γενειοφόρος άνδρας περπατάει πάνω σστο νερό.
Πού είναι το θαύμα των θαυμάτων
η πιο μεγάλη αποκάλυψη?
Paris at night
Τρία σπίρτα αναμμένα ένα ένα μέσα στη νύχτα
Το πρώτο για να δω ολόκληρο το πρόσωπό σου
Το δεύτερο για να δω τα μάτια σου
Το τρίτο για να δω το στόμα σου
Κι ολόκληρη η σκοτεινιά για να μου θυμίζει όλο αυτό
Σφίγγοντάς σε στην αγκαλιά μου.
Γαλήνη
Ο άνεμος
Στέκεται
Όρθιος
Στα κεραμίδια της στέγης.
Αυτή η πληγή
που κάνει τη θάλασσα να πεθαίνει σαν ένας ζωντανός καημός
που κάνει τη ζωή να βλασταίνει μες στην ερημιά
που βάφει το άσπρο λίκνο του μωρού με αίμα
που πάει και κλείνει μέσα στο μάρμαρο του τάφου
Αυτή η πληγή από όπου ήρθα!
Αυτή η πληγή
που την φιλά το χείλι σου κάθε αυγή του έρωτα
που ο πυρετός σου καίει σαν καμίνι
από όπου η ζωή σου ξεκινά με ζαρωμένα δάχτυλα
που βγάζει μια κραυγή, κάθε φορά την ίδια
Αυτή η πληγή από όπου ήρθες!
Αυτή η πληγή
που πάει και κλείνει όταν έρχεται η πλήξη
όπως μία ουλή που έθρεψε μες στη νυχτιά
και που απ’την αρχή και πάλι ξανανοίγει
όταν τα δάκρια του πόθου την τροχίζουν
Αυτή η πληγή
σαν ένας ήλιος της μελαγχολίας
σαν ένας κήπος ανοιχτός μόνο τη νύχτα
σαν ένα άρωμα παρασυρμένο απ’την παλίρροια
σαν το χαμόγελο που ζητάμε απ’τη μοίρα
Αυτή η πληγή από όπου ήρθα!
Αυτή η πληγή
ντυμένη με μετάξι κάτω απ’το μαύρο τρίγωνό της
που το επισκέπτονται τυχαίοι γεωμέτρες
για να βοηθήσουνε τις θλίψεις να χτιστούν
σκάβοντας πότε πότε βαθιά στην αμαρτία
Αυτή η πληγή από όπου ήρθες!
Αυτή η πληγή
που θα’θελαν να ράψουνε προτού τελειώσει ο πόθος
να βάλουνε τα ράμματα πάνω στην ηδονή
που θα’θελαν να την ιδούν για πάντοτε κλεισμένη
σαν μία πόρτα στον θάνατο ανοιχτή