Σαν ξύπνησα, η πόλη μίλησε.
Πουλιά και ρολόγια κι εγκάρσιες καμπάνες
βούιζαν πλάι στο κουλουριασμένο πλήθος,
ακόλαστοι με ουρά στην πυρά,
ζιζάνια και τελώνια του ύπνου,
η διπλανή θάλασσα αφάνιζε
βατράχους και σατανάδες και γυναικείους οιωνούς,
ενώ έξω ένας άντρας με κλαδευτήρι,
ώς την κορφή μες στο αίμα του,
καρατομούσε το πρωινό,
ο θερμόαιμος σωσίας του Χρόνου
με τη γυριστή γενειάδα του από κάποιο βιβλίο,
λειάνιζε το τελευταίο φίδι σαν
να ‘ταν ραβδί ή λεπτό κλαρί,
με τη γλώσσα του γδαρμένη στο γύρισμα ενός φύλλου.
Κάθε πρωί δημιουργώ,
Θεός της κλίνης, το καλό και το κακό,
μετά από ένα νίψιμο περίπατο,
την ακατάσχετη ανάσα θανατικής καταπληξίας
μαμούθ και θάνατο
τη γη όλων.
Εδώ που τα πουλιά ταξιδεύουν σαν φύλλα κι οι βάρκες σαν πάπιες
άκουσα, τούτο το πρωινό, ξυπνώντας,
αλλιώτικη από τους θορύβους της πόλης
μια φωνή στον ορθωμένο αέρα,
διόλου προφητική απότοκο δική μου,
να διαλαλεί τη συντριβή της παράκτιας πόλης μου.
Χρόνος ανύπαρκτος, είπαν τα ρολόγια, Θεός ανύπαρκτος, σήμαναν οι καμπάνες,
τράβηξα τα λευκά σεντόνια πάνω από τα νησιά
και τα νομίσματα πάνω στα βλέφαρά μου κροτάλισαν σαν όστρακα.
Category Archives: Ποιητές και Ποιήτριες
Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, Ὑπὸ ξένην σημαία
περίληψη προηγουμένων
Συναντήσαμε τοὺς δρόμους αὐτοὺς πρὸς δυσμὰς τῆς ἐφηβείας
ὅταν ἡ μάχη εἶχε κριθεῖ χωρὶς νὰ χάσουμε σταγόνα αἷμα
ἕτοιμο ἤδη μᾶς περίμενε τὸ φέρετρο καὶ τ’ ὁλοκαίνουριο κοστούμι
ἡ χειραψία τοῦ προϊστάμενου κι ὁ τελευταῖος ἀσπασμὸς τῶν φίλων
– τίποτα δὲν ἀλλάζει πιὰ μέσα σὲ τοῦτο τὸ τοπίο
ἠλεκτρικὸ νεκροταφεῖο μ’ εὐτυχισμένους νεκροὺς κουρδισμένα τραγούδια
τίποτα δὲν ἀλλάζει πιὰ
ἀποστηθίσαμε τὴ ζωή μας εὔκολο μάθημα
ξέρουμε ποὺ ἀρχίζει ποὺ τελειώνει
(ἄμμος χωμένη μὲς στὰ νύχια νὰ σὲ πονάει ξαφνικὰ σὰ φῶς ποὺ σὲ
ξυπνάει τὴ νύχτα
ριπὲς ἀνέμου μὲς στὸ ἀκίνητο αἷμα, φάντασμα σημαίας λυγμὸς παλιοῦ
χαρτιοῦ μὲς στὸ συρτάρι
λόγια ἐνὸς ρήτορα παράκαιρου φύλλα ξερὰ μέσα σὲ πάρκα ποὺ λησμό-
νησαν τὴν ἄνοιξη)
Ἀποστηθίσαμε τὴ ζωή μας, μελάνι καὶ χαρτὶ
μελάνι καὶ χαρτὶ
– μιὰ ἠχὼ καλοκαιριοῦ μέσα σὲ δέκα κούφια χρόνια
Άννα Ιωαννίδου, Τρία ποιήματα
ΥΠΕΡΒΑΣΗ
Ήρθε η ώρα να διαψεύσουμε τις Κασσάνδρες
που προφητεύουν το χαμό μας.
Μόνοι θα λύσουμε το γρίφο της ανάκαμψης.
Το γνωρίζουμε.
Είναι σχεδόν αδύνατο να βγούμε απ’ το λαβύρινθο.
Αλλά θα το τολμήσουμε.
Θα κάνουμε την υπέρβαση.
CONTRA LEGEM
Πρακτικές κι αποφάσεις μας κρατάνε ομήρους.
H χώρα τρέφεται με τις σάρκες των παιδιών της.
«Άλλοι» αποφασίζουν για την τύχη μας.
Αυταρχικοί νόμοι επιβάλλουν το ανέφικτο.
Απομυζούν τους χυμούς της ζωής.
Η ευτυχία δεν επιτρέπεται!
Εμείς όμως θα παρανομήσουμε.
Κι ας καταδικαστούμε σε μόνιμη πτώχευση.
ΚΥΜΑ ΟΡΓΗΣ
Το ποτήρι ξεχείλισε.
Η τελευταία σταγόνα αγανάκτησης
έγινε χείμαρρος διαμαρτυρίας.
Κάτω απ’ τη σημαία της διαδήλωσης
πλήθος οργισμένων πολιτών.
Στεντόρεια η φωνή, πύρινο το βλέμμα.
Το στόμα πικρό.
Αγανάκτηση,
γι’ αυτούς που έκλεψαν το παρόν
και ματαίωσαν το μέλλον.
*Τα ποιήματα περιλαμβάνονται στη βραβευμενη ποιητική συλλογή “Στο τούνελ της κρίσης”, Θεσσαλονίκη 2012.
Μαρία Σερβάκη, Το Πίσω Φως της Μέδουσας
Emília Cerqueira, Rosas de Tahrir / Roses of Tahrir / Ρόδα της Tahrir
Rosas de Tahrir
Nos murmúrios do tempo,
sangram rosas, as rosas!
Negras rosas já,
no coração do vento.
Com todo o amor por esse grito inicial de liberdade,
na Praça TAHRIR, parte já do nosso inconsciente coletivo.
Para sempre!
Roses of Tahrir
On murmurs of the time,
bleeds roses, the roses!
Black roses now,
in the heart of the wind.
With all the love for this initial scream of freedom,
in the Tahrir Square, now part of our collective unconscious.
Forever!
Ρόδα της Tahrir
Στο φύσημα του χρόνου,
τριαντάφυλλα αιμορραγούν,
τριαντάφυλλα!
Μαύρα τριαντάφυλλα τώρα,
στην καρδιά του ανέμου.
Με όλη την αγάπη γι’ αυτήν την αρχική κραυγή ελευθερίας,
στην πλατεία Tahrir, τώρα μέρος του συλλογικού μας ασυνειδήτου.
Για πάντα!
Carlos Pellicer, Εσύ είσαι περισσότερα απ’ τα μάτια μου
Εσύ είσαι περισσότερα από τα μάτια μου γιατί βλέπεις
όσα στα μάτια μου έχω απ΄ τη ζωή σου.
Κι έτσι περπατάω τυφλός από μέναν τον ίδιο
φωτισμένον απ’ τα μάτια μου που καίνε με τη δική σου φωτιά.
Εσύ είσαι περισσότερα από την ακοή μου γιατί ακούς
όσα στην ακοή μου έχω απ΄ τη φωνή σου.
Κι έτσι πορεύομαι κουφός από μέναν τον ίδιο
γεμάτον απ΄ την τρυφεράδα της προφοράς σου.
Η μόνη φωνή από σένα!
Εσύ είσαι περισσότερα από την όσφρησή μου γιατί μυρίζεις
όσα η όσφρησή μου έχει απ΄ τη μυρωδιά σου.
Κι έτσι πορεύομαι αγνοώντας το ίδιο το άρωμα,
που αποπνέει ο χώρος με τις μυρωδιές σου,
το όψιμο περιβολάκι σου.
Εσύ είσαι περισσότερα απ’ τη γλώσσα μου γιατί δοκιμάζεις
όσα στη γλώσσα μου έχω από σένα μόνο,
κι έτσι πορεύομαι αναίσθητος στις γεύσεις μου
γευόμενος την τέρψη των δικών σου,
μόνη γεύση από σένα.
Εσύ είσαι περισσότερα από την αφή μου γιατί σ’ εμένα
το χάδι σου χαϊδεύεις και ξεχειλίζεις.
Κι έτσι αγγίζω στο σώμα μου την απόλαυση
των χεριών σου καμένων απ’ τα δικά μου.
Εγώ είμαι μονάχα ο ζωντανός καθρέφτης
των αισθήσεών σου. Η πίστη
στο λαρύγγι του ηφαιστείου.
*Από τη συλλογή «Πέτρα των θυσιών» (Piedra de sacrificios), 1924. Μετάφραση ΑΜΑΛΙΑ ΡΟΥΒΑΛΗ 2011. Αναδημοσίευση από το http://amarouv.blogspot.gr/p/blog-page_11.html
Μαρία Κατσοπούλου, Mood of the day: Queen of hearts
Ανεβοκατεβαίνω έξαλλη του παλατιού τις σκάλες
με τα φουστάνια μου στο χέρι
και πάω από τα νεύρα μου να σκάσω!
Κι ανάβω το ‘να τσιγάρο πίσω από τ’ άλλο
χαστουκίζω υπηρέτριες και σπάω βάζα…
Δεν είμαι άκαρδη
αλλά δαιμονίζομαι
που βασιλεύω σε καρδιές χάρτινες
αίμα στις φλέβες τους δεν τρέχει
Σκορπίζονται με το παραμικρό
Σαν πύργοι από τραπουλόχαρτα
Και τρέχουν στα συρτάρια τους να μπουν
Όχι, πείτε μου
Αν ήσασταν βασίλισσα
Δεν θα τους παίρνατε τα κεφάλια;
*Από το Ομάδα από Ποιηση ΙΙ, “Υπέρ Ονειρίας”, εκδ. Γαβριηλίδης, 2012.
Βύρων Λεοντάρης, Της Άνοιξης και του Πολέμου
I
Δεν ξεχωρίζω πια τον ερχομό σου από την άνοιξη
Το βάδισμά σου απ’ το άνοιγμα των λουλουδιών
Τη νιότη από το χαμόγελό σου.
Δεν ξεχωρίζω το κορμί σου απ’ των περιβολιών το θρόισμα
Την αφή σου απ’ την αφή όλου του κόσμου
Τη γεύση σου απ’ τη γεύση των τρικυμισμένων μυστικών.
Δεν ξεχωρίζω πια τα μάτια σου
Μάτια; Ουρανός; Θάλασσα; Αστέρια;
– δεν ξεχωρίζω πια
Εσπαταλήθηκες πολύ μες στη ζωή μου.
III
Έξω από το χαράκωμα της μοίρας
Στόμα του τριαντάφυλλου
Μάτια της βροχής
Δάχτυλα που δεν έχουν αδερφούς
Και αδερφές στον κόσμο
Σφίγγουν τα ηνία του χαμόγελου, καθώς
Το αίμα στο χαράκωμα του ορίζοντα σαλπίζει
Σιωπητήριο καρδιάς.
VI
Πάθος ανθρώπινο
Δε γιατρεύεται τούτη η ομορφιά
Λουσμένη σε πληγές και ηφαίστεια…
Άνοιξη, άνοιξη!…κι αχ, δε γιατρεύεται
Τούτη η ελπίδα της ζωής, η ελπίδα της αγάπη…
*Από την ποιητική συλλογή “Ψυχοστασία”.
Νίκος Καρούζος, Εἴσοδος
Εἶναι μία θύρα στὰ μάτια κάθε νεκροῦ
μὲ καίει τρόμος ἀπ᾿ τὴν ἡλικία
τῶν λουλουδιῶν ἔτσι γρήγορα ποὺ φεύγουν
ἔτσι γρήγορα εἶναι μιὰ θύρα βαμμένη μὲ τὴ σιωπὴ
κι ὁ θάνατος μονόλιθος.
Κράζει τ᾿ ἀηδόνι μαῦρος κόρακας καὶ θέλει τὴ φωνή του
μὰ δὲν ἔχει γλῶσσα ἡ δεύτερη ζωή μας. Καλὴ νύχτα,
ποὺ λέει ὁ θεατρίνος ἢ ὁ ψευδοσκότεινος, δὲν ὑπάρχει
κι οὔτε νύχτα κακὴ κι ἀκόμη οὔτε νύχτα
εἶναι μονάχα τὸ Δὲν τὸ Μὴ καὶ τ᾿ Ὄχι σὰν καρπὸς
τοῦ δέντρου μὲ τ᾿ ὄνομα Ἐγὼ καὶ τ᾿ ἄλλο τ᾿ ὄνομα Ταξιδεύω
κι ὅλα τὰ λόγια μας ἐδῶ
φενάκη κ᾿ ἐσωτερικὰ τηλέφωνα
εἶναι μιὰ θύρα φοβερὴ
γι᾿ αὐτὸ κρατοῦμε τουφέκι τὸ τραγούδι:
Μιὰ θύρα, θύρα ἡ γκρέμιση
τὸ σάλιο τοῦ χελιδονιοῦ ποὺ φτιάχνει μὲ τὰ φρύγανα
στὰ δέντρα οὐράνιες φωλιές.
Καὶ χωρίζουμε σὲ φῶς καὶ σκοτάδι τὸ Ἕνα.
Χωρίζουμε τὸν Ὀδυρμὸ σὲ τύφλωση καὶ θυσία.
Δέσποινα Κοντάκη, Α! Τόση σιωπή…
Α!
Τόση σιωπή…
Ποιος την αράδιασε
στην πόρτα μου εμπρός;
Α!… πρέπει να το
διευθετήσω πια το θέμα αυτό!
Με χαριτωμένες και κομψές
συνηθισμένες πια κινήσεις
θα κόψω απαλά ετούτο το κενό!
*
Λέξη με άνθρωπο,
δεν έχω πει απ’ το ξημέρωμα
και ήδη κοντεύει μεσημέρι.
Καιρός μουντός
έξω απ’ τα τζάμια των βλεφάρων.
Καιρός δειλός!
Θα βρέξει ή όχι;
Στιγμές και μέρες λέω: «Να!…Να!
όπου να ’ναι…, τ’ αδειάζω το κενό!»
Α!…Τέλειωσα μαζί του!
Τα μπερδεμένα και τ’ ανόητα ξεκαθαρίζουν
Όπου να ’ναι!…









