Melissanthi, Atonement

w7711246

Every time I sinned a door half opened,
and the angels who in my virtue had never found me beautiful
tipped over the amphora of their floral souls;
every time I sinned, it was as though a door had opened
and tears of compassion dripped among the grasses;
but if the sword of my remorse chased me from heaven
every time I sinned a door half opened
and though men thought me ugly, the angels thought me beautiful.

*English translation: Yannis Goumas.

Pierre Reverdy, Το πύρινο νήμα

Photo-30-Mind-Blowing-Space-Photos-from-2012-01

Η γη κυλάει στην παρακμή της
Η γη πλημμύρισε από σκόνη
Φώτα γαλάζια της πρωίας
Στις σπίθες του κρατήρα
Στη θερμή κόρη του ματιού που ξετυλίγει την αιχμή της
Στα βλέφαρα τα φτιασιδωμένα με όνειρα που καταρρέουν
Μια λάσπη παραισθήσεων κατακλύζει το πεζοδρόμιο
Μέσα στην αθλιότητα των χεριών
Η κενή ομιλία που κρέμεται
Το βαθουλό βάζο όπου διατηρείται η καρδιά
Όλο το αίμα μου σαν ξίδι
Πάνω στης δυστυχίας το σκοινί με τους κόμπους
Είχα λάβει όλα τα μέτρα μου
Και τώρα κοιμούμαι ως το καινούργιο σύνθημα
Μέσα στο τούνελ που διακόπτεται από ψεύτικα ανοίγματα
Στη βαρειά νύχτα τη γεμάτη ωμότητες
Τιποτένιες λύπες που με περιμένουν

*Μετάφραση: Τάκης Βαρβιτσιώτης
**Από το βιβλίο «Pierre Reverdy, εκλογή ποιημάτων 1915-1966» εκδόσεις Αρμός 2007.
http://ppirinas.blogspot.com

Δημήτρης Π. Κρανιώτης, Παζλ

PAZL

Να γεννιέμαι στο δάσος 
από νερό και χώμα. 
Δέντρο να γίνομαι
σκορπίζοντας τα φύλλα.
Να αιωρούμαι ανίερα 
ως παζλ στον αέρα.
Να με τρώνε τα πουλιά
ως ρυτίδες με χρώμα.
Ν’ αναζητώ
με “Silver Αlert”
δίχως όνομα, 
εμένα.

*Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από το http://greekpoetics.blogspot.gr/2013/08/blog-post_31.html

Γρηγόρης Σακαλής, Κάθε μέρα

imagesβ1

Ο θάνατος
έτσι κι αλλιώς είναι μέσα σου
ο θάνατος
είναι μια καθημερινή πιθανότητα
καθώς γυρνάς
στους κουρασμένους δρόμους
στα στεγνά γραφεία
στους στοιβαγμένους ανθρώπους.
Η μοναξιά
έτσι κι αλλιώς είναι μαζί σου
κάθε μέρα
καθώς ψελλίζεις δυο λόγια
με τρεμάμενα χείλη
μέσα στο δωμάτιο
και δεν μπορείς να ξεχωρίσεις
το θάνατο απ’ τη μοναξιά.

*Από τη συλλογή “Θαμμένος στην άμμο”. Εκδ. Πλανόδιον, Αθήνα 2010.

Nanja Noterdaeme, Λόγια

1000353_10201666305400925_2027536011_n

Λόγια φονικά
Λόγια γλυκά,
Λόγια του χθες
Λόγια του σήμερα,
Λόγια βρισιές
Λόγια αγκαλιά,
Λόγια του αύριο
πάνω σε ποδήλατα.
Λόγια φτερά,
σαν χέρια απαλά,
Λόγια κόκκινα
γεμάτα κεράσια,
Λόγια της τζαζ,
Λόγια ρεμπέτικα,
Λόγια pour toujours
Λόγια à jamais
Λόγια d’amour
Λόγια d’adieu
Λόγια τεράστια
σαν τα κολοκύθια
Λόγια τραχανά
και λόγια σάπια,
Λόγια σπάνια
et de tous les jours,
Λόγια σιωπής
Λόγια χορού,
Λόγια θυμήσου,
Λόγια λησμονιάς.

Πόλυ Χατζημανωλάκη, Ο wild west wind…

Ω Ζέφυρε σκληρότατε
Άγριε Δυτικέ άνεμε
Που γυρνάς
Κοίτα να με ξεχάσεις
1185362_10200608620393474_225370934_n

Θα ήθελα να ήμουν φύλλο νεκρό
Όμοιο με φάντασμα
Να στροβιλίζομαι
Στα πόδια των αγαλμάτων
Μικρή μαύρη μούχλα που ανεβαίνει
Μέχρι το φρύδι το σηκωμένο του Στρατηγού
Που έχει πια πεθάνει

Να δραπετεύω
Τις πολεμικές τις σάλπιγγες
Να μην ακούω
Την διαρκή επανάληψη
τον εφιάλτη
Μόνο το μισοδαγκωμένο μήλο
– πέντε δόντια από παιδάκι –
Σκουντουφλώντας στο σκοτάδι να βρίσκω…

Έντγκαρ Λη Μάστερς, Νόουλ Χοχάιμερ

1239948_516365991787485_401946956_n

Ήμουν από τους πρώτους καρπούς της μάχης
του MISSIONARY PRIDE

Σαν ένοιωσα το βόλι να μου τρυπά την καρδιά
πόθησα να βρισκόμουν στο χωριό μου και στη
φυλακή κλεισμένος
επειδή έκλεψα τα γουρούνια του Κερλ Τρέναρυ
κι όχι να το ‘χα σκάσει και να γινόμουν
στρατιώτης.

Χίλιες φορές καλύτερα σ’ επαρχιακή φυλακή
παρά να βρίσκεσαι κάτω από τούτη τη φτερωτή
μαρμάρινη μορφή
και το γρανιτένιο τούτο βάθρο
με την επιγραφή ΥΠΕΡ ΠΑΤΡΙΔΟΣ.

Τι σημασία ΄χουν όλ’ αυτά τέλος πάντων;

*Αναδημοσίευση από το αναρχοκομμουνιστικό δελτίο “Κοινωνική Αρμονία”, τεύχος 13 (V 1997). Μετάφραση: Σ.Κ.

Δημήτρης Ψαλλίδας, Ο γίγαντας

5e516-popular-taifun

Ένα ποίημα για τον αγώνα των εκπαιδευτικών

Άνοιξε τα μάτια σου. Ξέρω, θα τυφλωθείς από το φως.

Αυτό παθαίνει όποιος κινείται στα σκοτάδια για 15 μήνες.

Άνοιξε τα μάτια σου.

Πρέπει να βλέπεις τον εχθρό,

αν θες να αμυνθείς.

Κλείσε τ’ αφτιά σου.

Όσα σου ψιθυρίζουν τα ερπετά δεν είναι τίποτα παρά εντυπώσεις.

Αυτά σε κράτησαν σκυφτό, αμήχανο και τρομαγμένο.

Μην τους ακούς.

Αυτοί εφεύραν το ψέμα

και ξέρουν καλύτερα από τον καθένα

στις καρδιές πως επιδρά,

και πως τη λάμψη σβήνει απ’ τη ζωή

κι αφήνει μια θαμπάδα.

Continue reading →

Dylan Thomas, Σαν ξύπνησα

dylan-thomas-bbc_01_446

Σαν ξύπνησα, η πόλη μίλησε.
Πουλιά και ρολόγια κι εγκάρσιες καμπάνες
βούιζαν πλάι στο κουλουριασμένο πλήθος,
ακόλαστοι με ουρά στην πυρά,
ζιζάνια και τελώνια του ύπνου,
η διπλανή θάλασσα αφάνιζε
βατράχους και σατανάδες και γυναικείους οιωνούς,
ενώ έξω ένας άντρας με κλαδευτήρι,
ώς την κορφή μες στο αίμα του,
καρατομούσε το πρωινό,
ο θερμόαιμος σωσίας του Χρόνου
με τη γυριστή γενειάδα του από κάποιο βιβλίο,
λειάνιζε το τελευταίο φίδι σαν
να ‘ταν ραβδί ή λεπτό κλαρί,
με τη γλώσσα του γδαρμένη στο γύρισμα ενός φύλλου.
Κάθε πρωί δημιουργώ,
Θεός της κλίνης, το καλό και το κακό,
μετά από ένα νίψιμο περίπατο,
την ακατάσχετη ανάσα θανατικής καταπληξίας 
μαμούθ και θάνατο
τη γη όλων.
Εδώ που τα πουλιά ταξιδεύουν σαν φύλλα κι οι βάρκες σαν πάπιες
άκουσα, τούτο το πρωινό, ξυπνώντας,
αλλιώτικη από τους θορύβους της πόλης
μια φωνή στον ορθωμένο αέρα,
διόλου προφητική απότοκο δική μου,
να διαλαλεί τη συντριβή της παράκτιας πόλης μου.
Χρόνος ανύπαρκτος, είπαν τα ρολόγια, Θεός ανύπαρκτος, σήμαναν οι καμπάνες,
τράβηξα τα λευκά σεντόνια πάνω από τα νησιά
και τα νομίσματα πάνω στα βλέφαρά μου κροτάλισαν σαν όστρακα.

Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, Ὑπὸ ξένην σημαία

9789996902437

περίληψη προηγουμένων
Συναντήσαμε τοὺς δρόμους αὐτοὺς πρὸς δυσμὰς τῆς ἐφηβείας
ὅταν ἡ μάχη εἶχε κριθεῖ χωρὶς νὰ χάσουμε σταγόνα αἷμα
ἕτοιμο ἤδη μᾶς περίμενε τὸ φέρετρο καὶ τ’ ὁλοκαίνουριο κοστούμι
ἡ χειραψία τοῦ προϊστάμενου κι ὁ τελευταῖος ἀσπασμὸς τῶν φίλων
– τίποτα δὲν ἀλλάζει πιὰ μέσα σὲ τοῦτο τὸ τοπίο
ἠλεκτρικὸ νεκροταφεῖο μ’ εὐτυχισμένους νεκροὺς κουρδισμένα τραγούδια
τίποτα δὲν ἀλλάζει πιὰ
ἀποστηθίσαμε τὴ ζωή μας εὔκολο μάθημα
ξέρουμε ποὺ ἀρχίζει ποὺ τελειώνει
(ἄμμος χωμένη μὲς στὰ νύχια νὰ σὲ πονάει ξαφνικὰ σὰ φῶς ποὺ σὲ
ξυπνάει τὴ νύχτα
ριπὲς ἀνέμου μὲς στὸ ἀκίνητο αἷμα, φάντασμα σημαίας λυγμὸς παλιοῦ
χαρτιοῦ μὲς στὸ συρτάρι
λόγια ἐνὸς ρήτορα παράκαιρου φύλλα ξερὰ μέσα σὲ πάρκα ποὺ λησμό-
νησαν τὴν ἄνοιξη)
Ἀποστηθίσαμε τὴ ζωή μας, μελάνι καὶ χαρτὶ
μελάνι καὶ χαρτὶ
– μιὰ ἠχὼ καλοκαιριοῦ μέσα σὲ δέκα κούφια χρόνια