Ιάσωνας Σταυράκης, Αντιμανιφέστο

1005286_598692396842563_2101046643_n

Στριφογυρίζουν νούμερα στον ορίζοντα…
Ακολουθεί προσωπικό αντί-μανιφέστο…
Αρνούμαι να μπω στη διαδικασία της πράξης….
Χρειάζομαι αποτέλεσμα χωρίς εξίσωση…
Χρειάζομαι μια κουταλιά απ’ το αρχαίο πνεύμα,
τέρμα πια στις υποσημειώσεις…
Αρνούμαι το δέντρο που μοιάζει με δένδρο και
είναι δένδρο…
όλα όσα στοιχειώνουν απερίσκεπτα το γύρω
και το τριγύρω μου, ό,τι επέβαλε ο μικροαστισμός
έπειτα απ’ την παρθενογένεση της κοινωνίας…
Αντιστέκομαι στον καθρέφτη και στα σύμβολα του,
όπως σε κάθε βασιλέα και στα είδωλα του…
Περιφρονώ τους συνομιλητές μου, γιατί περιφρονώ εμένα…
Αποδοκιμάζω κάθε προσπάθεια σου να γονατίσεις
μπροστά στη τυραννία των δογματισμών…
Σιχαίνομαι όλα όσα λατρεύεις καθώς
σιγοψιθυρίζεις την προσευχή σου…
Επικροτώ τα λάθη και την αμαρτία…
Θαυμάζω δειλούς κι αντιήρωες! Προδότες και
φυλακισμένους…
Συγχαίρω όλους όσους φτύσατε, δημιουργώντας
ένα ναό με αρρωστημένα είδωλα…
Χαϊδεύω τους καπνούς και τη χολή που βγαίνει
απ’ το στομάχι μας…
Προσδοκώ την επιστροφή των ταριχευμένων…
Βγάζω το αόρατο μου καπέλο στη σκιά
της αόρατης επανάστασης…
Καταδικάζω το αποτέλεσμα της…
Δένω τα χέρια μου με καλώδια και περιμένω…
Χειροκροτώ τη φαντασία, τα φρούτα και τη μήτρα της…
Φτύνω στο μνήμα του Μarinetti και στο
χέρι που έγραψε το μανιφέστο του…
Τραβώ το καζανάκι με ορμή και παρακολουθώ
να βυθίζονται στο κενό βιβλία του Coelho και
των υπόλοιπων ψευδό-συγγραφέων Άρλεκιν…
Χαιρετάω τις φαβέλες και τους αμόρφωτους ποιητές…
Μισώ σημαίες κι εθνότητες, διαβατήρια και πο¬λιτικούς…
Μεθάω με μελάνι του Antonio Porchia και
σαπίλα του De Sade…
Επικαλούμαι την ελευθερία στ’ όνομα της λογοτεχνίας…
Ορκίζομαι να μην ορκιστώ…
Αγαπάω την ατέλεια…
Αηδιάζω τα πρωινά και τ’ αγγλικά προγεύματα…
Ρίχνω την ευθύνη στην Παγκόσμια Τράπεζα,
στο γιασεμί και τα σκυλιά…
Αντικρίζω με ευθύνη την πείνα στην Ουγκάντα,
Ζάμπια, Αγκόλα και ό,τι βαπτίσατε αλήτες
σε Τρίτο Κόσμο…
Κρατώ μέχρι τελευταίας ρανίδας του αίματος,
τα ζιζάνια του Αριστοτέλη…
Μεταγγίζω στην τράπεζα των σκουπιδιών, τον
στωικισμό και την απάθεια…
Επιμένω σε λόγια άλλων, υποτιμώντας κάθε
ψεγάδι του αρχετύπου και της αυθεντίας…
Γράφω μόνο όταν κοιμούνται οι άλλοι…
Λατρεύω τα ταξίδια και τα ξύδια της καταραμένης γενιάς…
Σέβομαι και αγαπάω μοναχά εκείνη που μ’ έχει διδάξει…
Αν με βρεις στον δρόμο σου, φυλάξου!
Λυπάμαι για τη ιδιότητα μου…
μα και για τη δική σου…

Χόρχε Λούις Μπόρχες, Τρία Ποιήματα Του Κενού

tumblr_ms1rhfSto91qarjnpo2_500

Η Αυτοκτονία
 
Ούτε ένα αστέρι δεν θα υπάρχει στον ουρανό
Η νύχτα δεν θα μείνει
Θα πεθάνω, και μαζί μου,
το βάρος του ανυπόφορου  πλανήτη
Θα εξαλείψω τις πυραμίδες, τα μετάλλια,
τις ηπείρους και τα πρόσωπα
Θα σβήσω το συσσωρευμένο παρελθόν
Θα φτιάξω σκόνη από την ιστορία, σκόνη απ’ την σκόνη
Τώρα κοιτάζω το στερνό ηλιοβασίλεμα
Κληροδοτώ την ανυπαρξία στον κανένα.
 
Εγώ Είμαι
 
Εγώ είμαι αυτός που ξέρει τον εαυτό του όχι λιγότερο φιλάρεσκα
από εκείνον τον ματαιόδοξο παρατηρητή που στον καθρέφτη
από γυαλί και σιωπή ακολουθεί την αντανάκλαση
ή το σώμα (το ίδιο και το αυτό) του αδελφού του
Εγώ είμαι, σιωπηλοί μου φίλοι, εκείνος που γνωρίζει
πως δεν υπάρχει άλλη συγγνώμη ή εκδίκηση
από την διαφάνεια της λήθης. Κάποιος θεός έχει παραχωρήσει
αυτή την παράξενη λύση για όλα τα ανθρώπινα μίση.
Παρά τις πολλές μου υπέροχες περιπλανήσεις,
εγώ είμαι εκείνος που ποτέ δεν κατάφερε να ξεδιαλύνει
τον λαβύρινθο του χρόνου, ενικό, πληθυντικό,
εξαντλητικό, παράξενο, μόνος του και του καθένα
Είμαι ο κανένας. Ποτέ δεν κράτησα σπαθί σε μάχη
Είμαι ηχώ, κενό, τίποτα.
 
Ένας Ελάσσων Ποιητής
 
Ο στόχος είναι η λήθη
Θα πρέπει να έφτασα νωρίς.

*Τα παραπάνω ποιήματα του Χόρχε Λούις Μπόρχες – σε μετάφραση Γιώργου Αλισάνογλου- είναι από  τα βιβλία ” Elorodelostigres”και “Larosaprofunda”  (1972 και 1975. Εικόνα ανάρτησης: John Lezinsky
Αναδημοσίευση από το http://bibliotheque.gr

Νεκταρία Μαραγιάννη, Στάχτες μιας σιωπής

relationship

Πόση ματαιώτις πια μπορεί να ξεπηδά από μια γερασμένη καρδιά
όταν τα πάντα γύρω τείνουν να γερνούν ακόμη περισσότερο;
όταν οι νεράιδες απαγχωνίζονται
μην αντέχοντας να αντικρίζουν την κατάντια του αδιεξόδου
αυτού που αυτοαποκαλείται “ανθρώπου”;

όταν ο χείμαρρος της λογικής παραλύει στο διάβα του
το άδυτο των συναισθημάτων,
τότε στην καρδιά δεν απομένει τίποτε
από το να χύνεται και να σταυρώνεται
πασχίζοντας να επουλώσει τις πληγές της.

μα αυτές επιστρέφουν και σκορπούν ξανά,
όταν -άθελά σου- αυταπατάσαι…
η ανοσία παύει να είναι εφικτή
κι οι καρδιές πεθαίνουν,
παρατάσσονται στα στρατόπεδα συγκέντρωσης
του Εκδικητή Έρωτα
κι αυτός με τα κόκκινα καρφιά του
βυθίζει για μια ακόμη φορά την ανθρωπότητα στην αμαρτία.

Τώρα οι ουρανοξύστες βαπτίζουν αμαρτία την αγάπη
και διάβολο τον έρωτα,
ίσως γι’ αυτό τον σκότωσαν έτσι ωμά,
όπως ωμά κάποιες φράσεις θα λαιμητομήσουν τα φτερά μιας άλλης.

Μα ένεκα της ματαιότητος
που απαρνείται την υπόσταση της φθηνής συνήθειας,
καταλήγω σ’ αυτή την ανοιχτή τελεία
ενός αναπάντητου ερωτήματος που -ευτυχώς-
βασανίζει την (μείζονα) ανθρωπότητα∙
περί υπάρξεως ή απλώς διαβάσεως στη ζωή;

Νέττα

Αθανάσιος Κριτσινιώτης, Δύο ποιήματα

524098_627151757302044_1909751589_n

Τα ερπετά απορούν

Ήσυχα και σιωπηλά
μέσα στη μαύρη ομίχλη του χώματος
σέρνονται τα ερπετά.
Πολλές φορές ο Ασκληπιός τα χαϊδεύει
και παίζει μαζί τους, όπως με γάτες.
Αλλά όχι σήμερα, όχι.
Ποια είναι αυτά τα τέρατα
με τα μαύρα σίδερα
που σέρνονται πάνω τους;
Ποιοι είναι αυτοί
που χαλούν τις φωλιές τους
σπάζουν τ’ αυγά τους;
Τα μικρά σκουλήκια
συστρέφονται φοβισμένα
σπόροι και ρίζες σταματούν το έργο τους,
μικρά λευκά έμβρυα ποδοπατούνται.
Σκάβει κανάλι ο θάνατος κ
ι άνθρωποι του δάσους έχουν άγνοια,
παγιδευμένοι παγιδευτές τους πήρε όλους η φωτιά.
Την άλλη μέρα ο εξουσιαστής πατούσε πάνω στα πτώματά τους.
Τα ερπετά άλλαξαν φωλιές συλλογισμένα.

Continue reading →

Τζούλια Φορτούνη, Έκκληση δέρματος

Matt+Wisniewski

Πρώτα ανοίγουν στο δέρμα μικρές ρωγμές
Εκρέουν  έτσι όλα τα τοξικά υπολείμματα
Τα όργανα ένα ένα καθαρίζουν
Νεφρά καρδιά συκώτι και κάτι αλλόκοτοι αδένες
«κρύψου εσύ τα φυλάω εγώ»
Καμιά υποδόρια σκέψη δεν αντιστέκεται
Οι αισθήσεις στο φουλ
Γενικός συναγερμός στο σώμα

Αρχαίες πήλινες στάμνες τα πρόσωπα των ανθρώπων
Ρέει ο χρόνος από τις ρυτίδες τους
Όλα τα εμπορεύσιμα είδη –λάδι κρασί, σάρκα- στάζουν
Χύνονται στο δρόμο οι εκφράσεις
Κομμάτια αίμα πηχτό σαν το ψέμα

Κάθε αλήθεια τήκεται
Χάσκει σε σχήμα ανοιχτής πληγής
Που κλείνει και παραμορφώνει τη στιγμή

Κάθε αλήθεια προκαλεί ανορθόγραφα
Έκκληση δέρματος

*Η εικόνα της ανάρτησης είναι του Matt Wisniewski και, όπως και το ποίημα, αναδημοσιεύεται από το ιστολόγιο της Τζούλιας Φορτούνη στη διεύθυνση http://purplestigmes.blogspot.gr

Μαρία Πισιώτη, Παράνοια Νο 2

cf83cf84cf81cebfceb2ceb9cebbceb9cf83cebccf8ccf82

Φθινοπωρινό απομεσήμερο στο φόρτε του!
Ένα σωμόν φουλάρι σπάει τη μονοτονία του γκρι,
ενώ τα χέρια μπλέκουν τα δάχτυλα στα κρόσσια
και τεντώνονται. Εκεί, στη μέση του δρόμου
η φιγούρα στροβιλίζεται με μάτια κλειστά.
Κορνάρουν οι οδηγοί, ενίοτε κάποιοι χυδαιολογούν.
Οι πεζοί αφουγκράζονται το αίμα.
Η φιγούρα στροβιλίζεται, ανυψώνεται…
…προς έκπληξη όλων!
«Μόλις ανανέωσα τη συνδρομή μου…
στο χώρο της Τέχνης!», ψιθυρίζει.
Υ.Γ. Στα 11 διπλά εδάφια της ζωής μου επί δύο
ίσως βρω απάντηση γιατί η ζωή να αιμορραγεί;

Γενάρης 2007

*Από την ποιητική συλλογή “Ηδύλη-ακά τοπία;” Ε.Π.Μ.
**Η φωτογραφία της ανάρτησης είναι από το http://prafulla.net/graphics/art-graphics/beautiful-oil-paintings-using-only-a-palette-knife-by-leonid-afremov/ αλλά εδώ, όπως και το ποίημα, αναδημοσιεύεται από το ιστολόγιο της Μαρίας Πισιώτη στη διεύθυνση http://hdyli.wordpress.com

Χλόη Κουτσουμπέλη, Αντιγόνη

DANS+flamengo

Πάντα κάτι ξεχνάει η Αντιγόνη, όταν φεύγει.
Ένα δαντελένιο γάντι στα μεταξωτά σεντόνια,
μιαν αχνιστή σταγόνα από λεμόνι
στο μάγουλο του φίλου,
ένα φευγαλέο άγγιγμα στο μπράτσο του εραστή,
ένα αποτύπωμα χειλιών στο πορσελάνινο φλιτζάνι
του τσαγιού που μισοπίνει βιαστικά.
Είναι η Αντιγόνη που ξεχνά,
το αραχνοΰφαντο μαντήλι μουσκεμένο
απ’ τα ξαφνικά δάκρυα της στιγμής
το ομπρελίνο της βαμμένο στα χρώματα
της εύθραυστης βροχής.
Είναι η Αντιγόνη που ξεχνά,
το φόρεμά της θροΐζει καθώς τρέχει,
η βεντάλια της αλλάζει εποχές.
Πάντα κάτι ξεχνάει η Αντιγόνη.
Γι’ αυτό και πάντα φεύγει.
Μόνο κάποιες νύχτες, αρχίζει κάτι να θυμάται,
φοράει την νεκρική της μάσκα,
ρίχνει στάχτη στα μαλλιά της,
θαμμένη στη σπηλιά της,
θρηνεί τους άταφους νεκρούς της.

ANTIGONE

Antigone always forgets something, when she leaves.
A lacy glove on the satin bed sheet,
a fresh lemon drop
on a friend’s cheek,
an elusive touch on a lover’s arm,
a lip-mark on a porcelain teacup
she hastily drinks.
It’s Antigone who forgets,
the delicate handkerchief moistened
with the sudden momentary tears,
her little umbrella dyed in the colours
of the fragile rain.
It’s Antigone who forgets,
her dress rustles as she walks,
her fan changes seasons.
There is always something Antigone forgets.
That is why she always leaves.
Yet certain nights, her memory returns;
she puts on her death-mask ,
sprinkles ashes on her hair,
and there, buried in her cave,
she mourns for all her dead people,
unburied.

*Από τη συλλογή “Η Αποχώρηση της Λαίδης Κάπα”, εκδ. ¨Νέα Πορεία”, 2004. Αγγλική μετάφραση: Τούλα Παπαπάνου.

Ειρηναίος Μαράκης, Ίσως από αύριο

1185216_509995735759249_1295434147_n

Ίσως από αύριο, η μόνη νύχτα της ζωής μας
να είναι αυτή που θα βεγγερίζουμε
κάτω από το αυγουστιάτικο φεγγάρι!
Κανείς δεν θα μπορεί να μας κρατά σιδηροδέσμιους,
κανείς δεν θα σκοτώνει τα όνειρά μας.
Να το θυμάσαι σύντροφε,
οι σημερινοί βασανιστές
ούτε ανάμνηση θα είναι στο μέλλον/
Τα κάγκελα της φυλακής τους
και της ζωής μας οι ελεγκτές
θέση δεν θα ΄χουν στη νέα ελπίδα μας,
τα παιδιά κόκκινο θα βάψουν τον ουρανό
σε ανάμνηση των πεσόντων,
το χάσμα θα γεφυρώσουν του διαφορετικού,
κόσμο θα φτιάξουν να ενώνει.
Ακούς; Ακούς σύντροφε τη φωνή μας;
Νιώθεις την ανάγκη μας;
Αμμοθύελλα της Ερήμου είναι,
Που σαρώνει τα πάντα στο πέρασμα της!

1/7/2011 – 23/8/2011

*Ο Ειρηναίος Μαράκης διατηρεί το ιστολόγιο Κίβδηλη Αντιόχεια στη διεύθυνση http://kivdilh-antioxeia.blogspot.gr

Αργύρης Χιόνης, Ποίημα

fotoeducacion-SxiSgM

[Kούφον γάρ χρήμα]

Β΄ Είναι κάτι πρεσβυωπικά γερόντια οι ποιητές
μονάχα μακριά μπορούν να δουν
Μακριά στο παρελθόν μακριά στο μέλλον
τα πράγματα τα κοντινά δεν τα διακρίνουν
παραπατούν σκοντάφτουνε τρικλίζουν
τα χέρια απλώνουμε ψαχουλευτά πασχίζουν
σαν την τυφλόμυγα πού βρίσκονται να βρουν.

Το σήμερα μαντίλι γύρω από τα μάτια τους δεμένο.

John Rety, Δύο ποιήματα

john-rety-notebook-cv


Αρχαίο τραγούδι

Η μαύρη γη πίνει
Έτσι κάνει και το δέντρο
Η θάλασσα πίνει το χείμαρρο
Και ο ήλιος πίνει τη θάλασσα
Το φεγγάρι πίνει τον ήλιο
Λοιπόν, γιατί μού αντιστέκεστε φίλοι,
Ποιος επιθυμεί να πιεί
όπως και η θάλασσα.

Η Τέχνη και ο Άνθρωπος

Ο άνθρωπος στον κήπο μετρούσε τα φύλλα
Το δέντρο ήταν μόνο ένα δέντρο
Ο άνθρωπος ήταν μόνο ένας άνθρωπος
Το μέτρημα πήρε χρόνια

Τότε ήταν Καλοκαίρι
Κάθε φύλλο καταμετριόταν
Το Φθινόπωρο ο άνθρωπος
Μάζεψε τα πεσμένα φύλλα.

Ο άνθρωπος ήταν στον κήπο καρφιτσώνοντας πίσω τα φύλλα
Το δέντρο δεν ήταν πια μόνο ένα δέντρο
Ο άνθρωπος δεν ήταν πια μόνο ένας άνθρωπος
Ήταν ένας Καλλιτέχνης και η δουλειά της τέχνης του ήταν το δέντρο.

*Μετάφραση: Δημήτρης Τρωαδίτης

**Ο John Rety γεννήθηκε στη Βουδαπέστη το 1930 και το πραγματικό του όνομα ήταν Réti János. Το 1947 μετανάστευσε στην Αγγλία όπου και έμεινε την υπόλοιπη ζωή του. Ήταν αναρχικός ποιητής, εκδότης της αγγλικής αναρχικής εφημερίδας “Freedom¨ τη δεκαετία του ’60 και δεινός σκακιστής. Πέθανε στο Λονδίνο στις 3 Φλεβάρη 2010.

b37fd078-2802-11df-9598-00144feabdc0