Ζωρζ Μπαταίγ, Δύο ποιήματα

6mage0000961A

ΟΝΕΙΡΕΥΟΜΟΥΝ Ν’ΑΓΓΙΞΩ
(JE REVAIS DE TOUCHER)

Ονειρευόμουν ν’ αγγίξω τη θλίψη του κόσμου
σ’ ενός παράδοξου τέλματος το χείλος 
που ξέφυγε απ’ την πλάνη
Ονειρευόμουν έναν υγρό τάφο όπου θα ξανάβρισκα 
τα χαμένα μονοπάτια του στόματός σου

Ένιωσα μες τα χέρια μου ένα ακάθαρτο ζώο
που δραπέτευε μες στη νύχτα ενός τρομακτικού δάσους
και είδα ποιο ήταν το κακό που σε σκότωσε
αυτό που αποκαλώ,γελώντας, η θλίψη του κόσμου

Ένα βίαιο φως, μια λάμψη ενός κεραυνού
Ένα γέλιο που απελευθερώνει την απέραντη γύμνια σου
Μια τεράστια λαμπρότητα, επιτέλους με φωτίζουν

Και είδα τον πόνο σου σαν μια ευσπλαχνία
να φωτίζει μες στη νύχτα την μακριά ξεκάθαρη μορφή σου
και τα ουρλιαχτά του τάφου του απείρου σου

ΨΕΥΔΟΜΑΙ
(JE MENS)

Ψεύδομαι
και το σύμπαν καθηλώνεται
από τα παράφρονα ψέματά μου

Το άπειρο 
κι εγώ
καταγγέλουμε ο ένας τα ψέματα του άλλου

Η αλήθεια πεθαίνει 
κι εγώ ουρλιάζω
πως η αλήθεια ψεύδεται

Ο νους μου,τόσο ονειροπαρμένος
που εξασθενεί ο πυρετός
κι οδηγεί την αλήθεια στην αυτοκτονία

*ΖΩΡΖ ΜΠΑΤΑΪΓ (Georges Bataille). Γάλλος συγγραφέας. Δεινός ανατόμος του ερωτισμού και της σεξουαλικότητας. (1897-1962)
**Μετάφραση: Σοφία Κωνσταντέλλου
***Από το http://apodraseistounou.blogspot.com

Ζυλ Συμπερβιέλ, Η κοιμισμένη λίμνη

3040999926_be15f4e54e

Ένα έλατο τη νύχτα
Όταν κανείς δεν το προσέχει
Γίνεται βάρκα
Χωρίς κουπιά και μπράτσα.
Κάποτε κάποτε ακούς
Τον παφλασμό που κάνει
Και το νερό τραντάζεται τριγύρω του.

*Μετάφραση: Γιώργος Κ. Καραβίτης

Ρωξάνη Νικολάου, Φωνή

images-1

ανασηκώνει τη σκόνη από τους οφθαλμούς
των παραθύρων. Ραγίζει τη νάρκη τους
σχηματίζοντας αραχνοειδείς αντίλαλους.

Με την πιρόγα της 
χαράζει πολλά ποτάμια.
Σώζει εκείνα που κοιμούνται
με βάρδιες στις όχθες.

Είναι μια νύχτα
που οι κορυφές των δολοφονικών τοτέμ
γονατίζουν
κι από την κοιλιά τους εξέρχονται
οι αθώοι.

Σπέρνει αναπνοές στην ακοή μου
μεγεθύνει τις σκιές
περνάει με λάδι τις μορφές.

(Βρε α παρατάτε με. Κατασκεύασα αυτό εδώ το
ερημητήριο κι ίσαμε εδώ φθάνουν οι μαϊμουδισμοί σας
επιδειξιομανείς αντίλαλοι.

Φωνή του κόσμου
δική μου
μη
μ’ εγκαταλείπεις.
Εγώ δεν είμαι αυτοί που στερήθηκαν
τα φωνήεντα και τα σύμφωνα της σκέψης σου
κι ας αποκαλούνται σοφοί.)

Τα ποιήματά μου είναι τα έκπτωτα άστρα σου.


*Από το ιστολόγιο της ποιήτριας Ηλιόδεντρον στη διεύθυνση http://hliodendron.blogspot.com

Κώστας Μπραβάκης, Άνθρωπος άνθρωπος

darwin-300x193

Μισός αιώνας
άνθρωπος άνθρωπος
στη μοιρασιά η εξουσία
το ζύγι κλέβει λίγα γραμμάρια
αρκετά για να γυαλίσει τα δόντια της
αν ήμουν πέτρα
θα γυάλιζα τις γωνίες μου
να πέσει και να πληγωθεί θανάσιμα
ο άνθρωπος
που αιώνες τώρα επιμένει
πως είναι
άνθρωπος

*Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναημοσιεύονται από το ιστολόγιο του Κώστα Μπραβάκη “Εναέριες Ρίζες” στη διεύθυνση http://conbra.blogspot.com

Μαρία Σερβάκη, Αποσπάσματα από ποιήματα

1236769_497300883695329_237218122_n

Σκοτεινός σκοτεινός υποχωρεί ο χρόνος
Το κοσμικό τέρας πίσω από άνηβους εσταυρωμένους γαλαξίες
Σ’ έρεβο ύπνο πάντα
Πάντα άγρυπνο

*Από τη συλλογή “Αποσταθεροποιήσεις σε συχνότητες αντιεπιστημονικής φαντασίας”.

Θάνατος στο στόμα
Θάνατος στα μάτια
Και η ζωή ένας κόκκος χώματος που το ποδοπατεί ο χρόνος.

*Από την εκτός εμπορίου έκδοση “Γκροτέσκο”.

Θωμάς Γκόρπας, Δύο ποιήματα

225371-11

ΞΕΧΑΣΜΕΝΗ ΕΙΚΟΝΑ

Μετά τα άνθη της βροχής και τις γλύκες του ήλιου
ένα κορίτσι πάει περίπατο με τη μαμά του στο νυφοπάζαρο.
Εξέχει τώρα το καμπαναριό μέσα στο βράδι ένας γεροφοίνικας
α! κι ο θλιμμένος φιστικάς που διαλαλάει χαρούμενος:
– Φιστίκια αμύγδαλα αρμυρά καβουρδισμένα

ΑΞΕΧΑΣΤΗ ΕΙΚΟΝΑ

Ασημένια πέταλα εκπληκτικού αλόγου άσπρου και τρελού δρο-
μέα της δημοσιάς γαλάζια πέταλα της νύχτας που κρυφτήκανε
μες στο πηγάδι της γαλάζια πέταλα της μοναξιάς που πηγαινοέρ-
χονται ευτυχισμένα αλλά δεν τολμούν να κάτσουν στα σχιζοφρενή
μου χέρια που τα έκανε άλογα ο νταλκάς.

*Η εικόνα της ανάρτησης πάρθηκε από το http://eccoci.pblogs.gr

Τζεζάρε Παβέζε, Είσαι σαν κάποια γη

kartesios-24

Είσαι σαν κάποια γη
που κανένας ποτέ δεν ονόμασε.
Δεν περιμένεις τίποτα
μόνο τη λέξη
που θ’ αναβλύσει απ’ το βάθος
σαν καρπός στα κλαριά.
Ένας άνεμος σε προλαβαίνει.
Στεγνά και μαραμένα πράγματα
σε κατακλύζουνε και φεύγουν με τον άνεμο.
Μέλη και λόγια αρχαία.
Τρέμεις μέσα στο καλοκαίρι.

*Μετάφραση: Χρύσα Προκοπάκη

Ζακ Πρεβέρ, Η σαύρα

Η σαύρα της αγάπης
Πάλι το ‘σκασε
Αφήνοντας στα δάχτυλά μου
Την ουρά της
Όμως αυτήν κι εγώ
Ήθελα να κρατήσω.

*Μετάφραση: Τάσος Κόρφης

Άρτσιμπαλντ Μακλίς, Ζωντανή ανάμνηση

images

Ναι κι όταν φτάνει ο ζεστός κι αταίριαστος με την
εποχή
Καιρός στο τέλος του χρόνου του επόμενου
αργοπορημένου χρόνου
Κι ο άνεμος ο νοτιοδυτικός μυρίζοντας βροχή και
καλοκαίρι
Γδύνει τα πελώρια κλώνια απ’ τα νεκρά τους φύλλα.

Κι εσύ το σούρουπο πέρα στη Φρίντριχστράσσε
Ή εσύ στην προκυμαία την ανεμόδαρτη του
Παρισιού
Τα φύλλα ανασκαλεύεις τα ρηχά που έπεσαν
μπροστά σου
Μέσα σε σκέψεις που αλλάζουνε σα σύννεφα σταχτιά

Ούτε που θα το νιώσεις πως απότομα μια γλύκα
Γεμίζει την καρδιά σου και δάκρυα σταλάζουνε στα
μάτια
Θα σταθείς στο θερμό σαν τον Ιούνιο άνεμο κι ως τα
φύλλα
Θα πέφτουν Πότε ξανάγινε θα λες αυτό Με ποιαν

Διόλου δε θα το θυμηθείς θα σταθείς εκεί
Νιώθοντας τον άνεμο στο λαιμό τον άνεμο στα
μανίκια
Θα μυρίζεις τα φύλλα τα νεκρά στο γρασίδι ενός
κήπου
Θα κλείνεις τα μάτια σου Με ποιαν θα λες Αχ πού;

*Μετάφραση: Κλείτος Κύρου