vuli z., Μ’ αρέσεις όταν είσαι λυπημένος

gogh.mountain-st-remy

Μ’ αρέσεις όταν είσαι λυπημένος.
Τόσο σιωπηλός και βαθύς και απόμακρος,
σαν προς θρήνο ωραίο και προς μαύρα λουλούδια όλα να τα ωθείς.
Μέσα στη λύπη σου όταν με ξεχνάς.
Σε νιώθω παρ’ όλα αυτά κοντά μου, μ’ αρέσεις.
Μ’ αρέσεις όταν είσαι λυπημένος.
Τα χείλη μου υγραίνονται για σένα στη σκιά σου.
Kι αναζητούν τη σάρκα σου στον άνεμο,
καθώς το πνεύμα μου ακροθωπεύει
τις παρειές των ωραίων ονείρων σου.
Εκεί στη λύπη σου στέκομαι σύθαμπη.
Mετά μικρών δακρύων συνοδοιπορώ προς το μπορώ.
Εις μάτην δακρυροώ.
Αν και ποτέ ένα δάκρυ δεν πάει χαμένο.
Συμποτίζουμε τα μαύρα λουλούδια σου, ονειρικέ.
Kαι μ’ αρέσεις όταν είσαι λυπημένος.
Μ’ αρέσει ακόμα κι η θλίψη σου, κρύφιε έρωτα.
⊰✿ ⊰✿..

Τάκης Σινόπουλος, Ο Οδυσσέας στο ποτάμι

Ένα φεγγάρι ολονυχτίς ταξίδευε
πάνω στην ασημένια σου χορδή
ποτάμι σιγανό, ποτάμι
Ήσυχος ήλιος τώρα απλώνεται στη γη
ζεσταίνει το αίμα σου με φως
Ύστερα θα’ρθει το κορίτσι το αλαφρό
θα κρούσει φωτεινές παλάμες
η πέτρα του ύπνου θα κυλήσει απ’ τα μάτια σου
θα σηκωθείς στην πρασινόλευκη σιωπή
κι οι νύμφες θα τρομάξουνε
θα φύγουν στην κοιλάδα γοργοπόδαρες
και το κορίτσι τ’ άσπρο θα ‘ναι δροσερό
σε δέντρο κάτω από το φως
Πιο πέρα τα άλλα δέντρα κι οι σιωπές
θα στρίψουν θα κοιτάξουν
το δέντρο με το φόρεμα της άνοιξης
να σκύβει ατάραχο να αγγίζει το ποτάμι
την ασημένια σου χορδή
ποτάμι σιγανό
ποτάμι
Μα εσύ μιλώντας τώρα εμπρός στο Βασιλιά
και τ’ άσπρο δέντρο ακούγοντας στα δώματα
Μιλώντας με τον τρόπο που μιλούν
οι ζωντανοί θυμήσου
Στη θάλασσα οι πνιγμένοι ταξιδεύοντας
γυρεύουν την πατρίδα τους κι όλο γυρνάνε πίσω

*Από τη Συλλογή “Μεταίχμιο Β'”. Παρμέ ο από το http://boukalistithalassa.blogspot.com

Μανόλης Βάγιας (Μανόλο), Στίχοι…

tumblr_ms1rhfSto91qarjnpo1_500

Καλύτερα στο περιθώριο
παρά στο πεζοδρόμιο

———–

Οι φωτεινές επιγραφές
των πολυκαταστημάτων
τονίζουν τα θλιμμένα πρόσωπα
των παιδιών που ξεφωνίζουν
απελπισμένα…
– Πάρτε μας μακριά
από τον κόσμο.

———–

Το φεγγάρι πάνω από αυτό το σπίτι
θέλει πότισμα,
έκλαψε πολύ όλη την νύχτα.

Τα δέντρα στον κήπο αυτού του σπιτιού
θέλουν πότισμα,
έκλαψαν πολύ τούτη τη νύχτα.

Η πόρτα σ’ αυτό το σπίτι
θέλει λάδωμα,
τρίζει τόσο απελπισμένα τόσο λυπημένα
και ο απέναντι μαλώνει με τη γυναίκα του.

———–

Με πόνο τόσο δυνατό,
πώς να αντέξει ο στίχος.

Αφήστε με.

*Από τη συλλογή «Η τρύπα», Αθήνα 1994 (σε χειροποίητη, ανεξάρτητη έκδοση).

Ορέστης Ηλιανός, Πινελιές

Ορέστης Ηλιανός

I

Η γερακίσια μύτη: Γραβάτα.
Ο βλάχος
Ο μοσκιός
Το νευρόσπαστο

Μια ανιαρή παρτίδα πόκερ
Φάτσες νυσταγμένες
Το δωμάτιο παλιά
Στο πίσω μέρος

II

Με διαπερνάς με αστραπές
Άραγε είσαι συ
ή η θύμησή σου;

III

Σήμερα άλλη αγαπητικιά
ξενυχτάει μαζί μου: Το χιόνι.
Την αγαπώ τη βροχή
μα μιλάει πολύ.
Το χιόνι είναι κρύο
μα ξέρει ν’ αγκαλιάζει ζεστά

IV

Το καφενείο είναι ένας κόμβος
Ένας κόμβος συγκοινωνιακός
Δρόμοι ποικίλοι, διαφορετικοί
περνούν, συγκλίνουν κι αποκλίνουν

V

Θα χάραζε η αυγή
Μα δεν χαράζει
γιατί έχει βαριά συννεφιά
Μα τι σημασία έχει άραγε;
Πες πως δεν χάραξε ποτέ

VI

Ο καφές είναι ένα ψυχοφάρμακο
Όπως ακριβώς το τσιγάρο και ο ύπνος.
Προπαντός ο ύπνος

VII

Γιατί άραγε ο κόσμος πρέπει
ν’ αποτελείται από καμπύλες και στροφές
Δε θα μπορούσε να είναι μόνο ευθείες και επίπεδα;

*Από τη συλλογή “Απόηχοι”, εκδ. Σύγχρονη Γνώμη, Αθήνα 2003.

Σπύρος Μεϊμάρης, Δύο ποιήματα

48836-108213

Η ΠΟΛΥΤΕΛΕΙΑ ΤΟΥ ΓΡΑΦΕΙΝ

Άπειρα μολύβια στον ουρανό
Και οι ήχοι που με ακολουθούν
Όπου κι αν βρεθώ.
Στο κάστρο μου βρίσκομαι όπως πάντα.
Οι ανθρώπινες φωνές είναι βαρετές.
Το φως που με τρυπάει, που με διαπερνάει,
Καθώς διασχίζω τον Καλιφορνέζικο δρόμο,
Καθ’ οδόν προς τον Ωκεανό.
Κατηφορίζω ορμητικά με το ποδήλατό μου,
Δίπλα στα σπίτια που υψώνονται όλο χάρη.
Ομάδες απεγνωσμένων παίζουν σκάκι στο δρόμο.
Τους παρακολουθώ.
Κάθομαι στο παγκάκι του ηλίου σιωπηλός,
Σχετικά ευτυχισμένος, κοιτάζοντας μ’ εμβρίθεια
Τους άφθονους πρωινούς περιπατητές.

(Σαλαμίνα 18 Νοέμβρη 2008)

ΟΛΑ ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ ΜΟΥ ΒΓΗΚΑΝ ΑΛΗΘΙΝΑ

Θα σας πω κάτι.
Στο Ναύπλιο-αν υπάρχει παρόμοιο μέρος
Που να ταιριάζει με το όνειρο ή τη
Μνήμη που έχω γι’ αυτό-
Σε δρόμους παλιούς, σε δρόμους σκιερούς,
Που ίσως κάποτε περπατούσα,
Χωμένος μέσα μου ίσαμε τ’ αφτιά.
Καταφέρνοντας ωστόσο ν’ αντικρίσω κι εγώ
Κάποια πράγματα, κάποιες όψεις,
Κάποιες προβολές που τρεμόπαιζαν μπροστά
Στα μάτια μου. Η μια στιγμή αλλιώτικη από την άλλη.
Κάθε στιγμή προκαλεί την εξαφάνιση της προηγούμενης.
Ξεθεμελιώνει την παροδική μου ύπαρξη,
Τοποθετεί στη θέση της το χάος κι αμέσως μετά
Μιαν άλλη, ίδια κι απαράλλαχτη.
Έτσι που να μην υπάρχει καθόλου χώρος για τύψεις.

(Σαλαμίνα 8 Αυγούστου 2008)

*Αναδημοσίευση από το ιστολόγιο του περιοδικού ‘Τεφλόν” στη διεύθυνση http://teflon.wordpress.com/2010/05/04/%CF%83%CF%80%CF%8D%CF%81%CE%BF%CF%82-%CE%BC%CE%B5%CF%8A%CE%BC%CE%AC%CF%81%CE%B7%CF%82-%CE%B4%CF%8D%CE%BF-%CF%80%CE%BF%CE%B9%CE%AE%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B1/

Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι, Ποίημα

getImage

-« Σύντροφε διαβάτη!
Αυτή εδώ είν’ η οδός Ζουκόβσκι;»
Με κοιτάζει,
σαν ένα παιδί που βλέπει έναν βρικόλακα,
τα μάτια ορθάνοιχτα,
ζητά να με αποφύγει:
-«Όχι σύντροφε, αυτή είναι η οδός Μαγιακόφσκι
χιλιάδες χρόνια τώρα.
Δεν είν’ εδώ, στο κατώφλι της αγαπημένης,
που αυτοχειριάστηκε;»
Τι έκανε λέει; Πώς;… Εγώ!… Αυτοκτόνησα;…

*Μετάφραση: Νίκος Εγγονόπουλος

Τζούλια Φορτούνη, Οι φίλοι

Daytona+Diner

…όλοι έγιναν παγόνια
με πολύχρωμα φτερά
φωνές μεταλλικές
συχνάζουν τώρα σ’ ένα τεράστιο σπίτι
δίχως πόρτες και παράθυρα
χαμόγελα ανταλλάσσουν
καλάθια με φρούτα εποχής

παίζουν κρυφτό πίσω από τοίχους
κανείς δεν τα φυλάει
κανείς δεν φαίνεται

κανείς δεν χάνει

κάποια ρωγμή στον τοίχο όμως
τους φανερώνει πού και πού
φανερώνει πούπουλα και φτερά σπασμένα

οι φίλοι μου είναι πουλιά βιαστικά
όταν αποδημούν
έρημη απομένει η φωλιά τους
μια αγκαλιά ξερόκλαδα στα χέρια μου
τα αυγά τους και η μνήμη τους

Nanja Noterdaeme, Τρία μαύρα άλογα

black-horses-1_2397393

Τρία μαύρα άλογα διέσχισαν
το πλακόστρωτο του χωριού.
Το μεγάλο μπροστά, το μικρό στη μέση και το μεσαίο
να κλείνει τη σειρά,
μαύρα βελούδινα, με τις θεϊκές χαίτες να ανεμίζουν ελαφριά
πριν εξαφανιστούν οριστικά
με την φευγαλέα εικόνα του άγνωστου.

«Πρέπει να τα σκοτώσουμε», είπε ένας χωριανός.
«Θα μας πλακώσουν μια μέρα, όλο και πολλαπλασιάζονται».

Φραντς Κάφκα, Τους είπαν να διαλέξουν…

1001745_387529398040490_1742889709_n

Τους είπαν να διαλέξουν αν θέλουν να γίνουν βασιλιάδες ή αγγελιαφόροι βασιλιάδων.
Όπως τα παιδιά θέλησαν όλοι να γίνουν αγγελιαφόροι.
Γι’ αυτό υπάρχουν μονάχα αγγελιαφόροι, που τρέχουν ολόγυρα στον κόσμο και,
μιας που δεν υπάρχουν διόλου βασιλιάδες,
φωνάζουν ο ένας στον άλλον τα ακατανόητα μηνύματά τους.
Ευχαρίστως θα έδιναν ένα τέλος στην ελεεινή ζωή τους,
αλλά δεν το τολμούν να παραβούν τον όρκο της υποταγής τους.

*Από το http://astrofuteutis.wordpress.com/category/franz-kafka/

Νότης Γέροντας, Η τελευταία Ωδή

ger2-520x220

Ξέφυγα από την ωδή. Όπως δραπέτης που περνά τα σύνορα
Σε είδα στην Πανεπιστημίου με μια ομπρέλα να κοιτάς το μαύρο σύννεφο
Ήθελα να σου πω δυο λόγια μονάχα δυο λόγια
Είχες το στόμα σου κλειστό σαν έκλειψη της σελήνης
Κι όμως μπορώ να μιλώ με τους μουγγούς
Κι ήταν πανσέληνος με ένα μαύρο σύννεφο
Ξέφυγα από την ωδή γιατί δε θέλω να ορίσω άλλο τα πράγματα
Τα πράγματα πρέπει να αγκαλιάζονται μέσα στη σιωπή
Και ο κεραυνός είναι σιωπή
Και η βροχή είναι βρύση που μιλά
Μην ανοίγεις το στόμα σου γιατί θα μπει αέρας
Άφησε το στόμα σου κλειστό στη λάμψη του σκοταδιού
Γιατί αλλάξαμε δρόμο μουγγοί
Κι όμως εγώ θα μιλήσω
Μην ανοίξεις το στόμα σου
Τα δόντια τρομάζουν τα πουλιά στα δέντρα
Κι ύστερα προχωρήσαμε στα Εξάρχεια
Οι κλούβες ήταν φιλικές
Και τα πηλίκια ανέμιζαν στον αέρα σαν χαρταετοί
Μόνο μια λέξη θα πω
Δε θα ορίσω τίποτα
Η ποίηση είναι άγγιγμα ή φιλί
Και η πλατεία ήταν στρωμένη άμμο
Ξεβράκωτοι πια οι νεκροί
Βάζαν οινόπνευμα αντί για αντιηλιακό
Και η Στουρνάρη ήταν σύμπλεγμα νησιών
Κι έστριβαν τα υπερωκεάνεια από την Πατησίων
Και ο κεραυνός είναι σιωπή
Και η βροχή είναι σύννεφο που μιλά
Άνοιξε την ομπρέλα σου
Και μίλα
Ακουμπώντας το στόμα σου
Στη βρεγμένη άμμο
Έξω από τον Κάβουρα
Με κοκταίηλ από αίμα
Αφού ο δρόμος είναι μεγάλος
Κι αφού προσπεράσουμε τα υπερωκεάνεια
Στο πρώτο φαστφουντάδικο
Θα μοιραστούμε το ίδιο χώμα
Κι άνοιξε την ομπρέλα σου
Γιατί τώρα βρέχει
Και μου μιλάς.


*Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από το ιστολόγιο http://zoitaxa.net
Για περισσότερα για τη ζωή και την ποίηση του Νότη Γέροντα υπάρχει το http://notisgerontas.blogspot.com