Μαρία Κατσοπούλου, Θέλω να φωνάξω

541371_609487952452516_1914732918_n

Θέλω να φωνάξω στον κόσμο
Να σπάσει τις τηλεοράσεις του
Να τα παρατήσει όλα και να βγει
Στο δρόμο να φωνάξουμε μαζί
Ν’ αδειάσει τους τραπεζικούς λογαριασμούς
Να σταματήσει να καταναλώνει θάλασσα, αέρα, γη
Θέλω να φωνάξω στον κόσμο
Να ζητήσει πίσω την ελευθερία που πούλησε
Για τη μεταμοντέρνα πρέζα του
Μ’ ακούτε;
Είστε όλοι σας πρεζάκηδες των MHz
και των φούρνων μικροκυμάτων
Είστε δημιουργήματα των ηλεκτρικών κενώσεων
Μιας κοπρολάγνας εξουσίας
Τροφή για τη μαύρη τρύπα που ονομάζεται πλανήτης Γη

Πουλημένοι!

*Από τη συλλογή “Ποιήματα για Τσακισμένες Καρδιές και Σαλεμένα Μυαλά” (εκδ. Γαβριηλίδης).

Μαρία Τσολιά, Δύο ποιήματα

(1)

ΑΛΤΑΜΙΡΑ

Μέσα σου ζω
κι αφήνω
στο κορμί σου
σημάδια ανεξίτηλα
τα χείλη
και τα δάχτυλά μου
ιερογλυφική γραφή
πρωτόπλαστη
αόρατο κώδικα
μόνον εσύ
να τον ερμηνεύεις.

ΚΟΚΚΙΝΟ

Σε σφίγγω στη γροθιά μου
κορμό άλικου ρόδου
να μην αργήσει
η πλημμυρίδα
να εκραγεί
στις ίριδες
όσο κόκκινο μου αρνήθηκες.

*Από την ποιητική συλλογή “Όσο κόκκινο μου αρνήθηκες” (εκδ. Οσελότος).

Άρης Αλεξάνδρου, Τα σύννεφα

newego_LARGE_t_661_1920337_type12364

Τα σύννεφα διαβαίνουν χαμηλά
τόσο που κ` ένα κάγκελο να `τανε σπασμένο
θα μπορούσες να άπλωνες το χέρι και ν` αγγίξεις
τη διαβατική
θυλύτητά τους.

Τάσος Δενέγρης, Ελεγείο για τους νεκρούς νέους

reneburri_04_bilbao

Τώρα θα πω το πιο βαρύ:

Εκείνοι που φύγαν πριν αισθανθούν
Τη χαρά του δέντρου που βλέπει να μεγαλώνει
Να βγάζει κλαδιά και φύλλα μέρα τη μέρα
Πριν κατοικήσουν το σπίτι, ένα ήσυχο σπίτι στο πλάι
Της θάλασσας

Εκείνοι που φύγαν πριν μιλήσουν
Αυτά που θα θέλαν να πουν
Εκείνοι που κόπηκε η σκέψη τους
Στη μέση απ’ την αρρώστια
Που σάπιζε το κρέας η χαλνά το αίμα
Ή εκείνοι που μείναν στα βαθιά φαράγγια της Ασίας
Δίχως την αφή της γυναίκας στα μέλη τους που τέλειωσαν
Εκείνη που προπορεύονταν εξακόσια φεγγάρια
Παχιά σύννεφα σκεπάζουν το πρόσωπό τους
Οι πράξεις τους κοιμούνται στη χώρα των λωτοφάγων

*Από το http://www.translatum.gr/forum/index.php?topic=36116.0#ixzz28mI2dwEu

Αργύρης Χιόνης, Οριζόντιο Ύψος και άλλες αφύσικες ιστορίες (απόσπασμα)

26sep2

«Γιατί δεν έχει το κλουβί μέσα πουλί;».
«Έχει και παραέχει, μόνο που δεν το βλέ­πεις», μου αποκρίθηκε.
«Και πώς το λένε;» επέμεινα εγώ.
«Το λένε Απουσία», μου είπε.
«Και γιατί δεν κελαηδά;»
«Γιατί η απουσία εκτός από αόρατη είναι και βουβή· φωνή δεν έχει»

*Αργύρης Χιόνης, Οριζόντιο Ύψος και άλλες αφύσικες ιστορίες, εκδ. Κίχλη/

Μίροσλαβ Χόλουμπ, Από τα Πεζά Ποιήματα

ARTWITHIN+Akrobats

I

Παρ’ όλον ότι ένα ποίημα γεννιέται όταν δεν μένει
τίποτ’ άλλο να γίνει, παρ’ όλον ότι ένα ποίημα είναι
μια τελευταία προσπάθεια να μπει κάποια τάξη όταν
δεν μπορεί κανείς να υποφέρει άλλο την αταξία,
παρ’ όλον ότι χρειαζόμαστε τους ποιητές πιο πολύ
όταν χρειαζόμαστε επίσης πιο πολύ την ελευθερία,
την βιταμίνη C, τις επικοινωνίες, τους νόμους και την
θεραπεία της υπέρτασης,
παρ’ όλον ότι το να ‘σαι καλλιτέχνης σημαίνει
αποτυχία και τέχνη σημαίνει αφοσίωση στην
αποτυχία, όπως λέει ο Σάμουελ Μπέκετ,
ένα ποίημα δεν είναι από τα τελευταία αλλά απ’ τα
πρώτα πράγματα του ανθρώπου.

*Μετάφραση: Βασίλης Καραβίτης

Alex Skovron, Αγόρι

253305_172166222945933_903121000_n

Η τραχύτητα κι η ανακατοσούρα της αυλής του σχολείου
είναι πάντα μια ευπρόσδεκτη ανακούφιση απ’ ό,τι ένα δωμάτιο
που συγκαλύπτεται με ψιθύρους, όπου κάθε βράδυ

θα πρέπει να δοκιμάσει το αλμυρό μέλι του πόνου του
ή αλλιώς να ακούσει τη χορωδία των ψεμάτων
που σφυρίζει ο ένας στον άλλο στο σκοτάδι.

Όταν δεν μπορεί να τον πάρει ο ύπνος σε τέτοιες σκοτεινιές
το βλέμμα του πέφτει εκεί που ξέρει ότι το κατώφλι
τελειώνει σε μια συστάδα πασχαλιών- εκεί βρίσκεται

το μυστικό του, εκεί μπορεί να καταφύγει από το δωμάτιό του
και να υποκριθεί ότι ξεφεύγει από τον πόνο
και να προσποιηθεί ότι δεν τρέμει μέσα στη νύχτα.

Και τρέμει, αν όχι κάθε βράδυ,
τότε τουλάχιστον όταν οι κυμματισμοί της σκοτεινιάς
και οι σφυριχτοί ψίθυροι και ο πόνος

τον αναγκάζουν να ξεχνά προς στιγμήν την αυλή
και ν’ ακούει ξανά την ηχώ που μεγεθύνει το δωμάτιο
και όλα εκείνα τα αδιάκοπα ψέματα.

Στο σχολείο, φυσικά, όλοι λένε ψέματα,
αλλά ασύστολα, όχι ψιθυριστά όπως μέσ’ τη νύχτα
ή στη γλυκόπικρη μοναξιά του δωματίου

ή στις διαυγείς λάμψεις της σκοτεινιάς –
είναι διαφορετικά στο παζάρι της αυλής του σχολείου
όπου οι φωνές αποκρύπτουν τα λόγια του πόνου.

Το άλσος με τις πασχαλιές είναι το καταφύγιό του, κανείς πόνος
δεν μπορεί να τον φτάσει εκεί, και όλα τα ψέματα
εξανεμίζονται σε αυτό το μαγικό κατώφλι

στη γωνία που αγναντεύει επίμονα από την καρδιά της νύχτας
όπου ο ίδιος μπορεί να μπλεχτεί μέσα στο σκοτάδι
των ατίθασων κλαδιών, και υπάρχει πάντα χώρος

για το μέλι της σιωπής μέσα στο δωμάτιο
για την αποβολή του φόβου και του πόνου του
και σε αυτές τις σκιές προστατευμένος από το σκοτάδι

έτσι όπως κάθεται τυλιγμένος απ’ τις πασχαλιές ή που ξαπλώνει
μπρούμητα και τρίβεται στο γρασίδι μέχρι το βράδυ
όντας έτοιμος να κατέβει καθώς πρέπει να εγκαταλείψει την αυλή.

Πρέπει να επιστρέψει στο δωμάτιό του, όπου ξαπλώνει
στον πεντάχρονο πόνο του, περιμένοντας την νύχτα
να τελειώσει και τη σκοτεινιά να του δώσει πίσω την αυλή του.

*Μετάφραση: Δημήτρης Τρωαδίτης

**Ο Alex Skovron γεννήθηκε το 1948 στο Chorzow, κοντά στο Katowice της Πολωνίας. Εβραϊκής καταγωγής, έζησε με την οικογένειά του από το 1956 στο Ισραήλ, αλλά το 1958 μετανάστευσαν στο Σίδνεϊ της Αυστραλίας, όπου σπούδασε στα Πανεπιστήμια Sydney και New South Wales. Εργάστηκε σε εγκυκλοπαίδειες και εκδοτικούς οίκους. Το 1979 εγκαταστάθηκε στη Μελβούρνη. Άρχισε να γράφει ποίηση από τα τέλη της δεκαετίας του 1960. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές:
– The Rearrangement. Melbourne: Melbourne University Press, 1988.
– Sleeve Notes. Sydney: Hale and Iremonger and Galvan Arts, 1992.
– Infinite City: 100 Sonnetinas. Wollongong, NSW: Five Island Press, 1999.
– Chess and other Poems. Warner’s Bay, NSW: Picaro Press, 2002.
– The Man and the Map. Wollongong, NSW: Five Islands Press, 2003.
– Autographs: 56 Poems in Prose. Ormond, Vic.: Hybird, 2008.
Πρόσφατα εκδόθηκε το βιβλίο The Attic με μεταφρασμένη ποίησή του στα γαλλικά από τον Jacques Rancourt.
Έχει, επίσης, εκδώσει τη νουβέλα The Poet (2005). Ποιήματά του έχουν δημοσιευτεί σε περιοδικά, ανθολογίες, ιστολόγια και αλλού.

Nanja Noterdaeme, Ακόμα μια φορά

Fugue-568x570

Ακόμα,
Ακόμα μια φορά θα σου το πω,
αυτό το φιλί που δεν μου χάρισες
ήταν πιο μοιραίο από τον αληθινό.
Και όταν ήρθε η ώρα για γλυκόλογα
δεν υπέκυψα,
δεν έβγαλα τα φο μπιζού της πολυλογίας
να σε τιμήσω ή να παίξω με το χρόνο.

Τα χέρια, τα χέρια σου
τόσο θα ήθελα να μου τα ξαναδώσεις,
να τα γεμίσω με κεράσια
που θα έβαψαν βαθιά κόκκινο
το φιλί
που τόσο πεθύμησα,
που θα κάλυψαν τη σιωπή
που φωνάζει «σ’αγαπώ».

Νεκταρία Μαραγιάννη, Ρολόι

19+id+IMAGESofEYES

Σε αυτό το δείκτη τελειώνει η ζωή
και αρχίζει ο μύθος…
Έρχονται να μιλήσουν οι Μεγάλοι Ποιητές
για τα έργα της ζωής
που απρόσμενα χαράζουν το δρόμο μας…

Τα μικρά μου βλέφαρα σηκώνονται δειλά προς το Ουρανό…
…ξεπροβάλλει ένας ήλιος που φωτίζει με τις ακτίνες του
τον πέτρινο δρόμο δυο σκίουρων…
…ένας άλλος ήλιος μιλά στα φύλλα που χορεύουν ρυθμικά
τον εκστασιακό χορό,
χαραγμένο από τις πνοές του Αιόλου,
φεύγουν τα φύλλα
κι εγώ τρέχω ανάμεσα στις κούνιες και τα ψάχνω…
Κάθε φορά που τα μάτια μου τα παίρνουν
φυσά ξανά και φεύγουν
και κάθε φορά κλαίω όλο και πιο πολύ
στο δικό μου Ήλιο…
…μα, ο δικός μου Ήλιος έφυγε!
Ήταν κι αυτός μια περιστασιακή πνοή
διαθέσεως φτηνής,
αξιοπρόσεχτα οφθαλμαπάτη μιας ζωντανής ψυχής
που δεν πίστευα πως θα χαράξει τη ζωή μου…

Είμαι μικρή, μάταια τα βλέφαρά μου αναζητούν
το δικό μου Ήλιο, το δικό μου ουρανό…

Τώρα πια, ξέρω πως μόνο ο απέραντος Ουρανός
δε θα απαρνηθεί το λαμπερό τόξο που χύνει
η αγάπη των ματιών μου…

…κι η ζωή: ένα ατέλειωτο ρολόι
με παγωμένους δείκτες…

Νέττα

Γιώργος Μακρής, Τριλογία

1374223_10151920070849540_1102544228_n

1

Δεν ξέρω πια αν τίποτα αξίζει να κρατώ
Στην μνήμη άξιο προσοχής παλαιότερα αισθητό.
Τα δέντρα αυτής της εξοχής και τα χλωμά κλαδιά τους
Φέρνουνε καθημερινά αναίμακτους θανάτους.
Τρώγοντας κάθε απόγευμα φρούτα και χειμερινά
Εν άδειο βλέπουμε κουτί κονσέρβας ανανά
Κι είναι μια αφορμή αυτό να φέρουμε στο νου
Τις χώρες και τους φοίνικες του Ισημερινού^
Τις ιστορίες π’ ακούσαμε π’ ακούσαμε πως γίναν στην Μπατάβια
Από ‘ ναν τρίτο πλοίαρχο σε ξενικά καράβια.
Αχ! Κάθε μας περίπατος κάθε περιοδεία
Μοναχική είναι για μας ουσία από κηδεία,
Όταν γνωστοί και συγγενείς κρατώντας τα παλτά τους
Εκφράζουνε τα θλιβερά συλλυπητήριά τους.
Στην χώρα που ναι πίσω μας ολοχρονίς βαστά
Μια χλιαρή κατάσταση και μεις σαν τα παστά
Τα ψάρια ή σαν δύό κάλτσες πάνω στο σκοινί
Είμαστε πάντα αδιάφοροι, γεμάτοι υπομονή.
Κακό για μας κάνουνε ποτέ Δε θα μπορέσουν.
Αν Δε μας αγοράσουνε θα μας ξαναφορέσουν
Η σκόνη δεν κατέρχεται παρ’ άμα υψωθεί
Το ύψος μόνο θα πρέπε κανείς να φοβηθεί,
Όταν το βράδυ ακούγοντας στριγκλιές αυτοκινήτων
Κοίτα στους έκτους ορόφους των νέων ακινήτων
Ρεκλάμες με συστήματα αμερικανικά
( άρμακα, κηλεπίδεσμοι, ζώνες, καλλυντικά).

Continue reading →