Σε πήραν μακριά την αυγή
περπατούσα πίσω σου σαν σε κηδεία
Τα παιδιά έκλαιγαν στο σκοτεινό δωμάτιο,
Τα κεριά έσταζαν κοντά στην εικόνα
Η παγερότητα της εικόνας στα χείλη σου.
Ιδρώτας θανάτου στο μέτωπό σου… Μη ξεχνάς!
Θα ουρλιάζω κοντά στους πύργους του Κρεμλίνου
σαν τις γυναίκες των Στρέλτσι*
*Το ποίημα αναφέρεται στη σύλληψη του Ν.Ν.Πούνιν)
**Οι Στρέλτσι ήταν στρατιωτικό σώμα που οργανώθηκε γύρω στα 1550 από τον Ιβάν τον Τρομερό. Στα 1698 ο Πέτρος τους νίκησε έξω από την Μόσχα και τους διέλυσε.
Category Archives: Ποιητές και Ποιήτριες
Φερνάντο Πεσσόα Το βιβλίο της Ανησυχίας (Απόσπασμα)
Όπου ανθεί ο μέσος όρος, παύω να υπάρχω.
Μόνο στα όνειρα είμαστε αληθινοί,
γιατί όλα τα άλλα, από τη στιγμή που
πραγματοποιούνται, ανήκουν στον κόσμο
και σ’ όλους τους ανθρώπους.
Αν κάποιο όνειρό μου έπαιρνε σάρκα και οστά,
θα το ζήλευα, γιατί θα με είχε απατήσει
επιτρέποντας στον εαυτό του να πραγματοποιηθεί.
«Έκανα τις επιθυμίες μου πραγματικότητα»,
λέει ο αδύναμος και ψεύδεται∙
η αλήθεια είναι πως ονειρεύτηκε προφητικά
ό,τι πραγματοποίησε η ζωή γι’ αυτόν.
Τίποτα δεν πραγματοποιούμε εμείς.
Η ζωή μας πετάει στον αέρα σαν πετραδάκια,
κι εμείς φωνάζουμε από κει πάνω: «Κοιτάτε πώς κουνιέμαι».
Ιάσωνας Σταυράκης, In memoriam
Όταν ανεβάζω το βλέμμα
αταξινόμητα πουλιά
κελαηδούν στα τύμπανα μου
πως ο άνεμος είναι
το σκοτωμένο σπέρμα
του τυφώνα…
Μου κλείνουν το μάτι
και θωρακίζουν
τον καλαμιώνα
που συνθέτει
τα τσακισμένα
πλευρά μου
και με ρίχνουν στην μάχη…
Τώρα πια δεν θα ρίξω τις λέξεις μου στο κόκαλο…
Τώρα πια θα ορμήξω στο μεδούλι…
Δεν θέλω να γίνω ποιητής…
Θέλω να γίνω το καντήλι
πάνω απ’ τον τάφο του ναζισμού…
Άρης Ταστάνης, Οι λαχτάρες των παραλύτων – Εις μνήμην
Καμιά φορά,
ας πούμε,
εμείς οι ανέλπιδοι φορείς της εγκεφαλικής πάρεσης
και της κακιάς μας μοίρας, θλιβεροί οινοχόοι,
οι καταδικασμένοι ερήμην σε μεταφυσικά ιερατεία
να σερνόμαστε στη λασπερή σκιά ανάλγητης πραγματικότητας, λαχταρούμε…
Τρελή – διαβολεμένη – Μέδουσα – Μαινάδα
η μορφή της.
Μέσα στις γαλαρίες των πνευμόνων μας έρπει
κι αλλάζει κρυστάλλινες προσωπίδες.
Τα δάκρυά μας,
λαθραίο μουρουνόλαδο με βιταμίνη Β’
τη θρέφουν σαν κοτόπουλο «Μιμίκος».
Τη γιγαντώνουν τα μεταλλαγμένα σκύβαλα,
περίσσευμα απ’ το σακούλι αγαθών γερόντων,
που επιμένουν κάθε πρωί -παρά την άνοια και την οστεοπόρωσή τους-
να μας αλλάζουν τα κατουρημένα υποσέντονα,
να μας χτενίζουν μ’ αλαβάστρινο χτένι,
να μας ποτίζουν καφέ χωρίς καφεΐνη,
να μας αλείβουν αλοιφές από τη Μονή των «Παμπλιστών».
Λαχταρούμε,
μ’ ανοιχτό πουκάμισο να βαδίζουμε στις λεωφόρους
π’ οργισμένες σημαίες κυματίζουν.
Λαχταρούμε,
τα χνάρια μας στην παραλία με ηλιοβασίλεμα
άνεμος θαλασσινός να τα σβήσει.
Λαχταρούμε από το γείσο των πέτρινων γεφυριών
να εμπιστευτούμε στους γερανούς την ονειροπόλησή μας.
Λαχταρούμε,
όταν τ’ όνομά μας περιπαιχτικά λαλούν,
στου πελάγου τις απαγορευμένες αρτηρίες να φτερουγίσουμε. Λαχταρούμε,
η ανάσα μας σαν αμυγδαλιάς ανθός
στις κουπαστές των δουλεμπορικών χάδι στοργικό να είναι.
Λαχταρούμε,
μ’ άστρα και κοχύλια να στολίσουμε τα σώματα των κοριτσιών
πριν τα κοιμίσουμε στις θαλασσοσπηλιές της Αιολίας.
Λαχταρούμε,
τσιγάρο να μοιραστούμε στα κολλημένα φανάρια
με τους επικηρυγμένους λαθρέμπορους χαρτομάντιλων.
Στα ημερολόγια των παιδιών που ξέρασε το βουβό κύμα
να ζωγραφίσουμε αεροπλάνα, γλάρους κι ουράνια τόξα.
Αχ λαχτάρα!
Πάντα μακρινή κι ανεξήγητη…
Σαν τους σπασμούς στα μαραγκιασμένα κορμιά μας και σαν του άγνωστου ωκεανού τη νοσταλγία…
*Από τη συλλογή «Το εγώ μου και ο χρόνος», 2003.
Έρμα Βασιλείου, Κάλεσμα
Και μέσα μου η θάλασσα ένα ξόμπλι
όση απόμεινε
σε καλεί με τα δόρατα της θλίψης
και με αφοσιωμένο θόρυβο των παράλυτων ψιθύρων
που ισχύουν στα σκουφιά του ανέμου
έλα πνοή και θύελλα να με δεχτείς έτσι ανώριμη
στην πνευματική μου ανάσταση
έλα βροχή και κάψα
να με θυσιάσεις στο νόμο της ευχής
γιατί η ματιά μου δεν αντέχει άλλο
την εικόνα που λυγίζει
λιώνει, αδιαφορεί για το φως
έλα γλυκιά μου αλμύρα
σώσε το γεγονός, σώσε το δέρμα που αποφεύγει να καεί
στο μαρτύριο του ξενοτοπισμένου
καίγομαι στη λέξη απόσταση
βουνάρι ξύλα άναψαν
οι αναστεναγμοί της μέρας
και φτάνουν στα μεσούρανα, οι θυσίες
*Από τη συλλογή “Pain perdu” (εκδ. Αφροδίτη, 2013).
Νίκος Α. Νομικός, Το τριλαμπές
Τσεζάρε Παβέζε, Εσύ δεν ξέρεις…
Εσύ δεν ξέρεις τους λόφους
εκεί που χύθηκε το αίμα.
Όλοι μας φεύγαμε
όλοι μας ρίξαμε
το όπλο και τ’ όνομά μας. Μια γυναίκα
μας κοιτούσε που φεύγαμε.
Ένας μονάχα από μας
στάθηκε εκεί με σφιγμένη γροθιά,
είδε τον άδειο ουρανό,
έσκυψε το κεφάλι και πέθανε
μπροστά στον τοίχο, σωπαίνοντας.
Τώρα, ένα αιμάτινο κουρέλι
και τ’ όνομά του. Μια γυναίκα
μας περιμένει στους λόφους.
*Μετάφραση: Χρύσα Προκοπάκη
Μαρία Πισιώτη, Η κηλίδα
Στα λευκά κελιά
σαπίζουν τα όνειρα
αφήνοντας μία
κηλίδα
κόκκινη
να γλιστρά
μέσα απ’ τις χαραμάδες
του χρόνου
ν’ ανασταίνεται σα
χρυσαλίδα
τρυπώντας το «είθισται»
των δυνατών
ν’ απλώνει τα λευκά πια
φτερά της
δίνοντας πνοή
στα όνειρα των
«χαμένων εκείνων στιγμών».
*Από την ποιητική συλλογή “Ηδύλη-ακά τοπία;” (Εκδόσεις Πανεπιστημίου Μακεδονία”. Βραβευμένο από το λογοτεχνικό περιοδικό “ΚΕΛΑΙΝΩ”, 2003. Αναδημοσίευση από το ιστολόγιο της ποιήτριας στο http://hdyli.wordpress.com
Τζούλια Φορτούνη, Το χρονικό ενός προαναγγελθέντος θανάτου
(στον Π. Φύσσα)
όλα σου τα κομμάτια είναι στα μάτια μου
και μην κοιτάς άλλο τη φλέβα στο λαιμό μου
που πάει να σπάσει -πρωθύστερο σχήμα
το μωβ μου ήδη είχε χυθεί όλο στο δρόμο
όλα μου τα κομμάτια είναι στα μάτια σου
και μη με ακινητοποιήσεις ξανά
στις σκάλες ή στο ασανσέρ
ή στη γωνία μπροστά από τη βιτρίνα
θα σου χιμήξω με τα δόντια
και με όλες τις τίγρεις
που ενεδρεύουν στα νύχια μου
κι αφού κανείς δεν κινάει τα νήματα
αυτή η ιοβόλα κάμψη των χεριών σου
δεν με παραλύει
ούτε καν τα μάτια σου- ιδίως αυτά-
που δεν ξέρουν κατά πού να κοιτάξουν
ούτε καν τα μάτια μου που ανατρέπουν
το σκηνικό ενός προαγγελθέντος θανάτου
αφού κατά βάθος το ξέρεις
όλα μου τα κομμάτια είναι στα μάτια σου
αυτά που επιμελώς αποστρέφεις
κι όχι στο ατσάλι που άστραψες απόψε
δήθεν για να με τσαλακώσεις
*Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από το ιστολόγιο της ποιήτριας Μωβ Στιγμές στο http://purplestigmes.blogspot.com
Θεοχάρης Παπαδόπουλος, Παύλος Φύσσας
Ήταν ο Παύλος Φύσσας.
Θα μπορούσε να ήταν το παιδί σου
θα μπορούσε να ήταν ο αδελφός σου
θα μπορούσα να ήμουν εγώ
εγώ, που σου μιλώ αυτή την ώρα.
Θέλω να πω πολλά
κι η οργή μ’ εμποδίζει.
Μερικές φορές
η ποίηση γίνεται δράση.
Γιατί εκείνος που σκότωσε
θα ξανασκοτώσει
έναν ακόμα Παύλο Φύσσα,
που θα μπορούσε να είναι το παιδί σου,
που θα μπορούσε να είναι ο αδελφός σου,
που θα μπορούσε να είσαι εσύ,
εσύ, που με ακούς αυτή την ώρα.








