Κατερίνα Γώγου, Τα σύνορα της πατρίδας μου

Τα σύνορα της πατρίδας μου αρχίζουνε
απ’ τα ψητοπωλεία του Μινιόν
περνάνε από τα καμένα ξύλα του Περοκέ και πέρα …
Η ζωή από κει παίζει βρώμικο ξύλο με τη ζωή
στριμώγνει τα καλύτερα παιδιά της σε φαγωμένες σκάλες
τους στρώνει στο “Θανάση” σημαδεμένη τράπουλα από χέρι
τους περνάει μπρασελέ και ματωμένους σουγιάδες
και μπότες γυαλιστερές πορτοκαλιές με 10 πόντους τακούνι
Ζόρικο αντριλίκι τα γεννητικά τους όργανα
τα Άγια των Αγίων κι αλλιώτικο φιλότιμο
ώσπου μια μέρα – Παρασκευή μπορεί –
τους ρίχνει από κοντά επιδέξιους κώλους
καρφώνουνε τον αντρισμό τους
τους φέρνει καπάκι
κι ύστερα ευνουχισμένοι με τη γλώσσα κολλημένη στον ουρανίσκο
με το μαντήλι που σκουπίστηκαν
ένα με την καφέ του ρίγα περιθώριο γύρω γύρω
πνίγουν με ισόβια
φωταγωγημένα καράβια
εφοπλιστικά κεφάλαια
ξωτικές θάλασσες
Παναμαϊκές σημαίες
χρεωμένες τραγουδίστριες
και τα δικά τους ταξίδια στη θάλασσα
με καρπουζόφλουδες
το ξεχειλωμένο μαγιώ απ’ το περίπτερο
και την τσατσάρα – πουτάνα ζωή – μαγκιά τους στο πλάι
κανείς δεν ξέρει
κανείς δεν είδε
19 20 21 χρονώ και τέλος.

20 χρόνια χωρίς την Κατερίνα Γώγου

gwgou4

Από την πρώτη της ποιητική συλλογή “Τρία Κλικ Αριστερά” (1978)

Τέταρτο Μέρος

Θέλω να κουβεντιάσω σ’ ένα καφενείο
που νάχει πόρτα ανοιχτή
και να μην έχει θάλασσα
μονάχα άντρες άνεργους
σκόνη με ήλιο και σιωπή
να μπαίνει ο ήλιος στο κονιάκ
κ’ η σκόνη μαζί με τα τσιγάρα στα πλεμόνια μας
κι ας μην πάρουμε και σήμερα βρε αδερφέ προφύλαξη για την υγεία μας
κι ούτε να δίνεις συμβουλές
το πως το κατεβάζω έτσι
και πως σκορπιέμαι έτσι
και να αφήσεις ήσυχα στα μούτρα τις μπογιές τις μύξες και τα κλάματα
να τρέξουνε.
Μονάχα να κοιτάζεις ήρεμα
τα νύχια τα μαλλιά μου και τα χρόνια
πούναι βρώμικα
και γώ
να μη δίνω φράγκο για όλα αυτά
Μόνο το κόμμα, το χριστουλάκο τους
γιατί δε φτιάχτηκε το κόμμα τόσα χρόνια
και σύ νάσαι φίλος. Φίλος-φίλος
έτσι όπως το λέει ο Καζαντζίδης
καί το κονιάκ νάναι σκατά
και εργολάβος πουθενά δε φάνηκε
έχει δωμάτιο για παράνομους
πάνω απ’ το καφενείο
θα σου τα ρίξω σε μια δόση
το συνηθίζω άμα μεθάω – έτσι για να σε λιανίσω-
να σε δω χωρίς βρακί να δούμε τι θα κάνεις
εσύ όμως λέει δεν θάσαι απ’ αυτούς
θα σηκωθείς και θα χορέψεις παραγγελιά
…βεργούλες και με δείρανε..
και θα κρατάς στις χούφτες σου
μ’ αγάπη και με προσοχή το μυαλό μου
είναι έτοιμο να διαλυθεί στα χίλια. Με πονάει.
Κι όταν
έρθουνε να σου πουν
εδώ δεν είναι
τόπος
και χρόνος
για τέτοια πράγματα
τράβηξε τη φαλτσέτα και θέρισε
Είχανε δίκιο οι Κοεμτζήδες;

Sylvia Plath, Το όνειρο

«Χθες βράδυ», είπε, «κοιμήθηκα μια χαρά
αν εξαιρέσεις δυο αλλόκοτα όνειρα
που ήρθαν λίγο πριν αλλάξει ο καιρός
όταν σηκώθηκα κι άνοιξα όλα
τα πατζούρια, για να μπει στα δωμάτια
ο ζεστός πουπουλένιος άνεμος με το υγρό του φτέρωμα.

Στο πρώτο όνειρο οδηγούσα
κατεβαίνοντας τα σκότη, μέσα σε μια μαύρη νεκροφόρα
με πολλούς ανθρώπους, ώσπου τράκαρα
σ’ ένα φως κι αμέσως μια γυναίκα
μαινόμενη μας ακολούθησε κι όρμησε καταπάνω μας
να σταματήσει το αυτοκίνητό μας.

Κραυγάζοντας ήρθε στο νησί
Που είχαμε σταματήσει και με μια βλαστήμια
απαίτησε να πληρώσω πρόστιμο
επειδή φέρθηκα σαν αγροίκος επιδρομέας
και κατέστρεψα όλο το αόρατο
εργοστάσιο ηλεκτροφωτισμού του Σύμπαντος.

Άκουσα τότε πίσω μου μια φωνή
να με ειδοποιεί να της κρατήσω το χέρι
και να τη φιλήσω στο στόμα γιατί
μ’ αγαπούσε κι αν την αγκάλιαζα με θάρρος
θα γλίτωνα όλη την ποινή.
‘Ξέρω, ξέρω’ είπα στο φίλο μου.

Παρ’ όλ’ αυτά περίμενα να μου βάλει πρόστιμο
και πήρα της γυναίκας το λαμπερό ένταλμα
(καθώς εκείνη ξέπλενε τη διαδρομή με δάκρυα),
μετά οδήγησα να ρθω σε σένα πάνω στον άνεμο.
Δεν σου λέω για τον εφιάλτη
που μου συνέβη στην Κίνα.»

*Aπόδοση από τα αγγλικά: Κλεοπάτρα Λυμπέρη.

Stephane Mallarme, Οπτασία

Θλιβόταν η σελήνη. Σεραφείμ με ολοφυρμούς
Κρατώντας τα δοξάρια μες σε βαρύθυμους ανθούς
Ονειρεύονταν, και από βιόλες πού’ σβηναν αντλούσαν
Λευκούς λυγμούς που πάνω στους γαλάζιους κάλυκες γλιστρούσαν.
-Ήταν η ευλογημένη μέρα του πρώτου σου φιλιού
Ο ρεμβασμός μου θέλοντας να με βασανίσει
Μεθούσε φρόνιμα με το άρωμα της θλίψης
Που δίχως μετάνοια και δίχως πίκρα καμιά αποθέτει
Το τρύγημα ενός Ονείρου στην καρδιά που το δρέπει
Περιπλανιόμουνα λοιπόν το βλέμμα προσηλώνοντας
Στο λιθόστρωτο το παλιό όταν με ήλιο στα μαλλιά
Μέσα στο βράδυ απ’ το δρόμο πρόβαλλες εσύ γελώντας
Και πίστεψα πως έβλεπα με κάλυμμα φωτός την νεράιδα την παλιά
Που περνούσε από τα όμορφα ονείρατά μου τα παιδικά
Κι άφηνε να πέφτουν σαν νιφάδες από τα μισόκλειστά της χέρια
Χίλια μπουκέτα μυρωμένα αστέρια.

*Μετάφραση: Ιωάννα Αβραμίδου
(Παρμένο από τον τοίχο της μεταφράστριας στο facebook)

Αλέξης Αντωνόπουλος, Inferno

Reddragon

Είμαι στην Κόλαση και δεν μπορώ να βγω και
εγώ
είμαι
ο Διάβολος.

*Η ποιητική συλλογή του Αλέξανδρου Αντωνόπουλου “Σκοτάδι” κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Ars Poetica.

Μανώλης Μεσσήνης, Πλεύσιμες αντοχές

9832_10201878687039766_412048795_n

Νυχτώνει στις εσχατιές της λογικής
κι ώς πέρα απ’το εμπρόθετο
κι ώς πριν ή και μετά από την αίσθηση των υλικών
στα αγοραία δρώμενα αναζητώντας το απρόθετο, όπου,
ξεδιάντροπα ηθικές αναδιπλώνονται
ώς τα οριακά και άκρα τους σημεία
Δεν θα μιλήσω ή αναφερθώ
σ’αυτά που υποκύπτουνε στα πρέπει ή σ’εκείνα
που η συνειρμοί τους κάπως έτσι επιπεδώνονται
ή και αλλότροπα μ’αναγωγές σε άλλοθι υπάρχουν
Θέλω αυτόφωτος να βρω τα υλικά της συμπλοκής
σε καθετί που ενέχεται σαν κατακλείδα
στις αντιφάσεις ή τις υπεκφυγές
σαν υποδόρια νύξη ή σαν παγίδα
Θέλω να ξεπηδήσω απ’την ψίχα ενός σπέρματος,
ανάμεσα από ρήματα αιμόφυρτα
από του καθενός μας το προσωπικό σφαγείο
Ιδεοληπτικέ μου μέσα μου εαυτέ
έλα να θερίσουμε παραφυάδες

© Μανώλης Μεσσήνης

*Από τον τοίχο του Μανώλη Μεσσήνη στο facebook.

Λευτέρης Πούλιος, Το πουλί-προφήτης

ΜΩΣΑΙΚΟ

Η κουκουβάγια πουλί συλλογισμένο
στον κίονα της Ακρόπολης πάνω.
Αποθεμένη φωνή πάνω στο θάνατο,
όταν μιλούσε στην Αθηνά·
και παροτρύνει στη μελέτη.
Ερευνητής των απόκρυφων πραγμάτων
της βασίλισσας άγνοιάς μας.

*Από τη συλλογή «Μωσαϊκό» (εκδ. Κέδρος 2001)
**Αναδημοσίευση από το ιστολόγιο Ποιητικός Πυρήνας στη διεύθυνση http://ppirinas.blogspot.gr

Έκτωρ Κακναβάτος, Αυλίδα – Σχόλιο

149098_1420097324876541_2133112249_n

Εστί ουν τραγωδία μίμησις πράξεως
σπουδαίας και τελείας…

Αριστοτέλης

Σου ‘λαχε να δεις τέτοια απανεμιά πριν το χαμό
όπως η γόμωση οβίδας;
Κάποιος ρωτούσε για πού θα κινούσανε τα πλοία
Γιατί κατάπεσε ο άνεμος
Γιατί σα χύμηξε ο χαλκός ίσα στο λαιμό της
τον είπαν πετεινό
πού τη σφάξανε;

…κι οι θάμνοι γύρω σαστισμένοι
βουβαμένο κόλυβο ύπνωνε τη χούφτα
το σκυλί απόμακρο αυτοπυρπολήθηκε

στο γιαλό ακούστηκαν πατούσες•
είπαν, η ψυχή της που έφευγε
Και τότες — χίλιοι ταύροι —
από τον ανοιγμένο της λαιμό σηκώθηκε
ούριος άνεμος
—Αχαιοί, στα πλοία…

Αν όχι τίποτ’ άλλο
κι αν σακατεύτηκαν κι αν δεν έμεινε σανίδα
απ’ τα καράβια
κι αν η Τροία
«και Πρίαμος και λαός ευμελίοιο Πριάμοιο»
αν όλα πήγαν κατ’ ανέμου
τουλάχιστον αυτό: η σφαγή χρησίμεψε
να είναι αλάθητος ο λόγος σου
να ‘σαι κι ελόγου σου για Νόμπελ Σταγειρίτη.

Κάποιος ρωτούσε αν προβλέπεται
ποινική παρακαμπτήριος
για αθλιότητες δεδοξασμένων.

Μαρία Τσιράκου, Ταξίδι εσύ

1379921_476882265742774_1440044074_n
Κούρνιασα στον ίσκιο σου
χθες βράδυ.
Ταξιδιώτης στο σώμα σου έγινα.
Διανύοντας την απόσταση
ως την καρδιά σου,
βρέθηκα στης ζωής σου το στερέωμα.
Ανάσαινε το πέλαγος σιμά σου.

Αφέθηκα σε τούτης της χαράς
τον κύκλο
ρούφηξα από τα δάχτυλα
το αλμυρό νερό σου
στης στιγμής σου το μετέωρο, σάστισα.
Το κλείσιμο των βλεφάρων σου,
μια προσευχή.

Χωρίς το πρόσωπο να έχω δει
αγάπησα της ψυχής τις συμμετρίες
που μ’ έμαθαν να ταξιδεύω
με του Θεού το χρώμα.
Δεν είμαστε μόνο σώμα, σου ψιθύρισα,
δυο που αγαπιούνται μια αρμονία
συνθέτουν, το μετά.

Απόκρημνοι οι στεναγμοί αφημένοι
σε βάθη.
Του ίσκιου σου το βράδυ
ανακάλυψα, σ’ αγκάλιασα.
Η αφή σου αγέρας που
θορυβεί στις σιωπές μου.
Ταξιδεύω ακόμα.

*Από την πρώτη της ποιητική συλλογή «Εν Πορεία…», εκδ. Πικραμένος, 2010.

Ουάλλας Στίβενς, Μεταφορές μεγιστάνος

images

Είκοσι άνδρες που περνούν ένα γεφύρι
Για να μπουν σ’ ένα χωριό
Είναι είκοσι άντρες που περνούν είκοσι γεφύρια
Για να μπουν σε είκοσι χωριά,
Ή ένας άντρας Που περνά ένα μόνο γεφύρι για να μπει σ’ ένα χωριό.

Είναι παλιό τραγούδι αυτό
Που δε λέει ν’ ακουστεί…

Είκοσι άντρες που περνούν ένα γεφύρι
Για να μπουν σ’ ένα χωριό
Είναι
Είκοσι άντρες που περνούν ένα γεφύρι
Για να μπουν σ’ ένα χωριό.

Δε λέει ν’ ακουστεί
Κι όμως είναι βέβαιο όπως η έννοια…

Οι αρβύλες αντηχούν
Στις σανίδες του γεφυριού.
Ο πρώτος άσπρος τοίχος του χωριού
Προβάλλει μέσ’ από τις λεμονιές.
Τι είχα άραγε στο νου;
Έτσι η έννοια χάνεται.
Ο πρώτος άσπρος τοίχος του χωριού…
Οι λεμονιές…

*Μετάφραση: Γιάννης Σταθάτος