Άννα Ιωαννίδου, Δύο ποιήματα

1252653845_1375497811

IN THE SHADOW OF SADNESS

And then the sadness arrived uninvited.
I have learned to live in its shadow.
It ‘s here.
Every second, every minute, every hour.
We eat dinner together.
The appetizer is wrapped in darkness.
The main course is filled with generous portions of depression.
The dessert has a frightening aroma.
I have almost become addicted.
My smile is frozen on my face.

And then the sadness haunted my dreams.
It’s my new roommate.
Its presence is strong in every room.
It ‘s here.
It emerges from the corner, smiles ironically and
whispers in my ear:
“Your worst nightmare has become reality”.

Now i wear the sadness
like my second skin.
It has captured my soul.

Our shadows dance together.
At the end of the day
the sadness promises:
“We will be together till the death do us part”.

*Το ποίημα αυτό κέρδισε το Τρίτο Βραβείο στον Ετήσιο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό του Ελληνοαυστραλιανού Πολιτιστικού Συνδέσμου Μελβούρνης 2013.

ΜΙΑ ΑΠΛΗ ΣΥΝΤΑΓΗ

Χάθηκες πάλι σε βιβλία με συνταγές.
Μάταια ψάχνεις για περίπλοκους συνδυασμούς
με πανάκριβα υλικά.

Απλή η συνταγή της συμπαράστασης.
Εύκολη η εκτέλεση
μ’ επιτυχία εγγυημένη.
Ενδείκνυται ακόμη και για «αρχάριους».

Πρώτα ανακατεύεις τρεις γερές δόσεις ακατέργαστης αγάπης
μ’ ένα κιλό στοργή
και τρία φλιτζάνια γενναιοδωρία.
Τα χτυπάς καλά,
προσθέτεις απόσταγμα κατανόησης,
τρεις μεζούρες αλληλεγγύη
κι όση καλοσύνη σηκώσει.
Το μυστικό της συνταγής είναι
να συνεχίσεις μ’ άφθονες σταγόνες
αισιοδοξίας κι ενθουσιασμού.

Κι η ζύμη έτοιμη να ψηθεί
στη φλόγα της καρδιάς.
Απόλαυσε τώρα
μια αληθινή πρωτόγνωρη γεύση
με γνήσιο άρωμα ανθρωπιάς.

*Το ποίημα αυτό κέρδισε το Πρώτο Βραβείο στον Ετήσιο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό του Ελληνοαυστραλιανού Πολιτιστικού Συνδέσμου Μελβούρνης 2013. Δημοσιεύεται, επίσης, στο περιοδικό του Συνδέσμου ‘Αντίποδες”, τεύχος 59 (2013), σελίδες 174-175.

Angel Cuesta, Είμαι από αίμα (πρώτη στροφή)

tn_118

Προχωρώ σα να αιωρούμαι
κύριος της στιγμής σ’ αυτόν τον κόσμο
αφήνω το χθες σε κάθε βήμα,
και πάνω στον άνεμο
τα δέρματά μου των άλλων εποχών.
Δεν ξέρω αν είμαι από θάνατο
ή από ζωή αυτή τη στιγμή.
Είμαι σ’ ένα σημείο όπου μπορώ ν’ αντιληφθώ
ότι είμαι ένα μάτσο λέξεις
στις 11 και 28 το βράδυ.
Είμαι από αίμα.

*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Αλάνα” (τεύχος 12).

Χόρχε Λουίς Μπόρχες, Βροχή

Το πρόσωπο της μέρας χαρακώνει
η αργυρή λεπίδα της βροχής
κι όμως η λάμψη αυτή που με κυκλώνει
είναι η βροχή μιας άλλης εποχής
Και σε χρονιές σε παίρνει
που η μοίρα σε μοίρανε να δεις μέσα απ’ το χώμα
του ρόδου του εκατόφυλλου τη σπείρα
το άλικο παράξενό του χρώμα
Αυτή η βροχή που τα τζάμια θολώνει
Στην ξεχασμένη αυλή μιας γειτονιάς
Αλλοτινής τα σταφύλια χρυσώνει
Κι όσο γέρνει η μέρα το υγρό της στεφάνι
Μια φωνή ξανακούω, έναν αχό λησμονιάς:
Τον πατέρα μου, λες και δεν έχει πεθάνει

*Μετάφραση: Δημήτρης Καλοκύρης
**Από το ιστολόγιο http://iliaskourakos.blogspot.com

Janet Galbraith, ‘that one’

afghangirls.jpeg.size.xxlarge.letterbox

the child stands at the door
the kitchen is warm
smells of fresh milk and tea
mother grandmother aunt
talk mention
‘the small dark woman’-
notice the child listening
looks of fear and knowing exchange
grandmother scolds
says: ‘you better watch
that one’.

that one
lies on the earth
under the hills hoist
listening and feeling
the cool damp softly humming
earth. From time to time
she opens her eyes.
White clouds mist the blue.
She rises knowing
that to bring back the dead
is a slow and gentle thing.

Θοδωρὴς Βοριᾶς, Χέρια

tumblr_m732rqPDYg1r5e1oso1_500

Χωρὶς καμιὰ φροντίδα κι ἐπιμέλεια,
σ’ ὅ,τι ακούμπησαν τὰ χέρια μου
φύτρωσαν κι ἄλλα χέρια.
Τὰ βλέπω, τὴν ἄνοιξη βλασταίνουνε κι ανθίζουν
στὰ δέντρα ποὺ σκαρφάλωνα.
Τ’  αγγίζω, ασάλευτα καὶ σκουριασμένα
μὲ τὴν παλιὰ βαφή τους ξεφτισμένη
σὲ κάγκελα ποὺ ἔφραζαν αὐλὲς παλιῶν σπιτιῶν.
Τὸ δίχως ἄλλο θὰ ζεσταίνουν
ὅποιο κορμὶ ψηλάφησα,
μὲ  αναλλοίωτες τὶς ἁμαρτίες στ’  ακροδάχτυλα.
Εἶναι καὶ τ’ ἄλλα, τ’  αόρατα.
Τὰ κέρινα ποὺ ἔλιωσαν στὰ μανουάλια,
ποὺ φύτρωσαν σὲ ἄψυχες σκιές,
σὲ στεφανωμένα αγάλματα, σὲ σημαῖες,
καὶ τ’ ἄλλα χέρια ποὺ σκορπᾶνε τὶς νύχτες,
μὲ τὸν ἄνεμο,
τὰ μαραμένα φύλλα καταγῆς.
Τὰ χέρια ἐκεῖνα
-μελάνι καὶ μολύβι-
τυπωμένα στὴν καρδιά,
μονάχα στὰ ποιήματα τὰ συναντάω.

*Από τη συλλογή “Χαμένες ψηφίδε”, Θεσσαλονίκη 2012.

Ορχάν Βελί Κανίκ, Γαρύφαλλο

1379723_226344797523775_1721236578_n

Έχετε δίκιο.
Δέκα χιλιάδες νεκροί στη Βαρσοβία
δεν κάνουν
ένα γαρύφαλλο
με
κόκκινα χείλη.

Σεπτέμβριος, 1939

*Μετάφραση: Μ.Π.

Μάριο Μπενεντέτι, Νερά

arid-land-no-water-thumb6547041

Το νερό -λένε- θα είναι απαραίτητο
θα ‘ναι πιο χρήσιμο και από το πετρέλαιο
κι έτσι οι αιώνιες αυτοκρατορίες
θα μας το κλέβουν από παντού
βρύσες θα δίνουν για γαμήλιο δώρο
νερό αντί για δάφνινο στεφάνι θα προσφέρεται στους ποιητές
το Νόμπελ θα χαρίζει έναν καταρράκτη
στο χρηματιστήριο θα αγοράζονται και θα πουλιούνται οι βροχές
σταγόνες θα εισπράττουν οι συνταξιούχοι
οι εκατομμυριούχοι, κύριοι του κατακλυσμού
θα πουλάνε δάκρυα στη χοντρική
το κεφάλαιο θα υπολογίζεται σε λίτρα
κάθε εταιρεία θα έχει τον δικό της στρόβιλο νερού
την ιδιωτική της λίμνη
ένα μουσείο με θαυματουργά ιώδια
καρτ ποστάλ με χιόνια και με πούσι
κι εμείς χλομοί και διψασμένοι
με τη γλώσσα ξεραμένη θα τσουγκρίζουμε
πίνοντας νεράκι on the rocks.

*Μετάφραση: Κώστας Παπαθωμόπουλος

Άννα Νιαράκη, Λαμπηδούσα

lampedusarefugees-12

Θερινό θέρετρο
ορδές τουριστών
σου κατουράνε καλοκαιριάτικα
τη λάμπουσα θάλασσα Λαμπεντούζα
υγρό νεκροταφείο ελπίδας
το χειμώνα
ξεβράζεις νεκρούς μετανάστες
τα κόκκαλά τους φυλάνε
τα σφουγγάρια σου στο βυθό
οι βάρκες τους γραμμή για τον
Αχέροντα, ξεστράτισαν του ποταμού
μα όχι και του Άδη θα ξαναρθεί καλοκαίρι
θα ξαναρθούν οι βάρβαροι με low cost charters
ολοζώντανοι, λουσμένοι στο αντιηλιακό
να αγοράσουν σπόγγους
να σκεπάσουν το θάνατο

*Αναδημοσίευση από το ιστολόγιο της ποιήτριας Αντιποίηση στη διεύθυνση http://antipoihsh.wordpress.com/2013/10/03/%CE%BB%CE%B1%CE%BC%CF%80%CE%B7%CE%B4%CE%BF%CF%8D%CF%83%CE%B1/

Σαλβατόρε Κουασιμόδο, Χιόνι

12377_232429586906602_1912937345_n

Πέφτει το βράδυ και μας αφήνετε πάλι,
αγαπημένες εικόνες της γης,
δέντρα, ζώα, κόσμος φτωχός κλεισμένος
μέσα σε μανδύες στρατιωτών, μάνες
με στεγνωμένη την κοιλιά απ’ τα δάκρυα.
Και το χιόνι μας φέγγει απ’ τα λιβάδια
σαν φεγγάρι. Ω, τούτοι οι νεκροί. Χτυπήστε
πάνω στο μέτωπο, χτυπήστε ως την καρδιά.
Ας ουρλιάξει τουλάχιστον κάποιος μες στη σιωπή,
μέσα σ’ αυτόν τον λευκό κύκλο των ενταφιασμένων.

*Μετάφραση: Ζωή Καρέλη

Κυριάκος Ραμολής, Δύο ποιήματα

b138643

———————————— Ένα θεολογικό παράδειγμα

————————————
Έπεσε λοιπόν η πρώτη βροχή
πάνω σε χώμα διψασμένο
———————————— Ωστόσο
πώς γίνεται να διψούσε το χώμα
δίχως τη συνείδηση της βροχής
χωρίς δρολάπια κι εξεγέρσεις;
Και πως θα έρθουν οι νέες βροχές
μετά από αυτόν τον παραλογισμό
πώς θα στοιχειοθετήσουμε
———————————— έστω και μια ψιχάλα
πάνω στο μέτωπο της ερημιάς;

—————– Αποχαιρετισμός στα (ρ)όπ(α)λα

———————– Σάπισε η μεμβράνη μου
και δεν βροντά το ταμπούρλο
μιας ψυχής σερπετής
στο καρφί και το κάρβουνο
—————————————
μόνο ο τρελός κηπουρός
με το μπακιρένιο ποτιστήρι
φυτεύει τις σταγόνες του
στο στέρνο που λαχτάρησε
να πει ένα τραγούδι
—————–

***
———————-

*Από την ποιητική συλλογή “Εσωτερικό σωλήνα”, εκδ. Πανοπτικόν, 2008.