Angel Cuesta, Γνώση

555911_606167389450034_1697222204_n

Αυτή που αναπνέει μέσα μου
Η γνώση της, κόκκινη και μαύρη
το τριγωνικό πρελούδιο των άστρων
η άφθαρτη ανάσα του ιαγουάρου
ο κουρασμένος καπνός της απουσίας
η μητρική γλώσσα των ερπετών
η κυκλική φωτιά των βουνών:
Αναρχικός αλιγάτορας του ονείρου

Αυτή που αναπνέει μέσα μου
φτερούγισμα των γαλαξιών
η κυψελώδης ρόδα μιας χαοτικής θάλασσας
η γραμμή του ήλιου του Ισημερινού
η ανέγγιχτη πόλη των πεσμένων
το πλανητικό σύμπαν των νερών
η αστρική φωνή ενός ανθρώπου εξεγείρεται

*Ο Angel Cuesta είναι Μεξικανός ποιητής (γεν. 1965).

Αργύρης Χιόνης, Περιγραφή ενός αισθήματος / Argyris Chionis, Description of a feeling / Descrição de uma sensação

hqdefault

Ήπιε τέσσερα διπλά και ξεροσφύρι

Στο δεύτερο μια γλυκιά μελαγχολία
Κατέλαβε τις πατούσες του
Στο τρίτο η μελαγχολία πολιόρκησε
Τα γόνατά του
Στο τέταρτο η καρδιά του εκπορθήθηκε

Σηκώθηκε και βγήκε απ’ το μπαρ
Έξω χιόνιζε ερημιά
Αν κλάψω σκέφτηκε τα δάκρυά μου
Θα λιώσουν όλο αυτό το χιόνι
Οι λάσπες όμως θά ’ναι ανυπόφορες
Κρατήθηκε

Στο δωμάτιό του οι τοίχοι κάτασπροι γυμνοί
Δεν τόλμησε να βγάλει το παλτό του
Έτσι όπως ήτανε ντυμένος
Πήρ’ ένα κόκκινο μολύβι κι άρχισε
Να ζωγραφίζει πάνω τους
Έναν ήλιο ένα πεύκο
Μια θάλασσα και μια γυναίκα
Που δεν έμοιαζε και πολύ με γυναίκα
Αλλά ήταν
Καλύτερη από τίποτα


*Από το βιβλίο «Η φωνή της σιωπής. Ποιήματα 1966-2000». Νεφέλη, Αθήνα 2006, σελ. 253.

Description of a feeling

He drank four doubles and “dry hammer”*
By the second a sweet melancholy
Seized his paws
By the third melancholy besieged
His knees
By the fourth his heart stormed
He got up and walked out of the bar
Outside it was snowing wilderness
If I cry, he thought, my tears
Will melt all this snow
But sludges will be unbearable
He kept himself
In his room the walls stark white nude
He didn’t dare take off his coat
So as he was dressed
Took a red pencil and began
Painting on them
A sun, a pine
A sea and a woman
Which didn’t look like a woman
But it was
Better than nothing

*The Greek word is xerosfyri. It is a slang word and it actually means that a heavy drinker is sometimes in a situation when there is nothing to acompany his drink ie food or so, just the drink.

**Translation: Dimitris Troaditis

Argyris Chionis, Descrição de uma sensação*

Bebeu quatro duplos e uma aguardente
No segundo uma melancolia doce
Agarra-o pelas patas
Pelo terceiro a melancolia
Sitiava-lhe já os joelhos
No quarto o coração era invadido

Levantou-se e saiu do bar
Lá fora nevava deserto
Pensou: se eu chorar as lágrimas
Derreterão toda a neve
Mas a lama seria insuportável
Conteve-se

No seu quarto entre paredes nuamente brancas
Não se atreveu a tirar o casaco
E assim vestido como estava
Pegou num lápis vermelho e começou
a pintar sobre elas
Um sol, um pinheiro
Um mar e uma mulher
Que não se parecia com uma mulher
Mas era
melhor do que nada
* Do livro “A voz do silêncio. Poemas 1966-2000 “. Nefeli, Atenas 2006, pp 253.

**Tradução em português de Emília Cerqueira, a partir da tradução em inglês realizada pelo poeta grego Dimitris Troaditis
https://tokoskino.wordpress.com/2013/10/12/αργύρης-χιόνης-περιγραφή-ενός-αισθήμ/
—

Άννα Αχμάτοβα, Σε θάνατο

εργατικη ταξη

Θα έρθεις σίγουρα-γιατί όχι τώρα; Σε περιμένω-για μένα πολύ δύσκολο. Έσβησα το φως κι άφησα την πόρτα ανοιχτή
Για σένα τόσο απλό και θαυμάσιο πάρε όποιο σχήμα θέλεις
Ξέσπασε σα βλήμα σκότωσέ με
Ή ακόμα ύπουλα σα ληστής με βαρίδι
Ή δηλητηρίασέ με στου τύφου τους καπνούς
Ή με μια καταγγελία σ’ όλους μέχρι αηδίας γνωστή
πάνω απ’ το μπλε πηλήκιο* να δω
απ’ το φόβο κάτασπρο το διαχειριστή. Τώρα είναι το ίδιο για μένα.
Ο ποταμός Γιενισέι** κυλάει
το πολικό αστέρι λάμπει
κι η τελευταία φρίκη κρύβει
τη γαλάζια λάμψη λατρευτών ματιών
19 Αυγούστου 1939

* Το μπλε πηλήκιο: εννοεί τη σύλληψη από τα όργανα της εξουσίας.
** Γιενισέι: ποταμός στη Σιβηρία όπου βρίσκονταν πολλά από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης.

***Μετάφραση: Μαρία Καρδάτου για το http://poihshkaipoihtes.blogspot.com

Orhan Veli Kanik, I am Listening To Istanbul

salacak

I am listening to Istanbul with my eyes closed
First a breeze is blowing
And leaves swaying
Slowly on the trees;
Far, far away the bells of the
Water carriers ringing,
I am listening to Istanbul with my eyes closed.

I am listening to Istanbul with my eyes closed
A bird is passing by,
Birds are passing by, screaming, screaming,
Fish nets being withdrawn in fishing weirs,
A woman’s toe dabbling in water,
I am listening to Istanbul with my eyes closed.

I am listening,
The cool Grand Bazaar,
Mahmutpasha twittering
Full of pigeons,
Its wast courtyard,
Sounds of hammering from the docks,
In the summer breeze far, far away the odor of sweat,
I am listening.

I am listening to Istanbul with my eyes closed
The drunkenness of old times
In the wooden seaside villa with its deserted boat house
The roaring southwestern wind is trapped,
My thoughts are trapped
Listening to Istanbul with my eyes closed.

I am listening to Istanbul with my eyes closed
A coquette is passing by on the sidewalk,
Curses, sings, sings, passes;
Something is falling from your hand
To the ground,
It must be a rose.
I am listening to Istanbul with my eyes closed.

I am listening to Istanbul with my eyes closed
A bird is flying round your skirt;
I know if your forehead is hot or cold
Or your lips are wet and dry;
Or if a white moon is rising above the pistachio tree
My heart’s fluttering tells me…
I am listening to Istanbul with my eyes closed.

Πόλυ Χατζημανωλάκη, Ο κήπος με βλέπει

946017_10200839258879292_1782575596_n

Υπάρχει το αντίθετο του βλέμματος
Που δεν αποστρέφει
Αφαιρείται
Λησμονιά

Εκείνη την ώρα δεν σκέφτομαι εσένα
Την απλότητα της ζωής
Όταν επιστρέφεις

Μαζεύεις γρήγορα τα χαρτιά σου
Άραγε έγραψες αυτό το γράμμα
Που δεν θα στείλεις τελικά
Δεν θα λάβω

Κοιτάζω πέρα από τον κήπο
Με βλέπει
Μετρώ τη σημασία των συμβόλων
Πάντα το ρόδο
Ο φράχτης
Οι αποχρώσεις της σκουριάς
Το τέλειο έργο της διάβρωσης

Οκτώβριος 2013

Τέος Σαλαπασίδης, Οδομαχίες

0000009

Πολεμήσαμε –στα χιονισμένα θρανία των πάρκων
στις υπόγειες στοές των εργοστασίων
σε δάση ανοιξιάτικα με παπαρούνες
στη σκόνη και σε λίμνες παγωμένες.
Τον Αύγουστο δεν ήπιαμε νερό –με βλέφαρα
καμένα απ’ της αγρύπνιας το μπαρούτι∙
αφήναμε τον ήλιο να μας τρώει τα μάτια
και το Δεκέμβρη δεν ανάψαμε φωτιές.
Ταμπουρωθήκαμε –στα κράσπεδα των λεωφόρων
στα παράθυρα, στις στέγες, στα μπαλκόνια
πίσ’ από ’να τζάμι, ένα λουλούδι, ένα φύλλο
πίσω απ’ τις πέντε αχτίνες τής καρδιάς μας.
Με πεδίο βολής, τα Διεθνή Ξενοδοχεία.
Απ’ τις αγαπημένες θυρίδες των πολυβολείων
μετρούσαμε τη Λεφτεριά, με τους σταυρούς τής πτώσης τους
–θανατικά ρολόγια οι πεθαμένοι εχθροί
θανατικά ρολόγια που δείχναν τη ζωή μας–
Τότε στήσαμε τα πολυβόλα και την τρέλα μας, πάνου
στα εκτροχιασμένα τραμ, σε ντουλάπες, σε πιάνα,
σε αξιοπρεπή πορτραίτα «Κυρίων» –με τις μπούκες στραμμένες
αντίκρα∙ στα μάτια των δειλών.
Με τη ζωή μας –μιαν υπέροχη ζωή, μετρήσαμε:
– Ορθοί: στις στέγες, στις πλατφόρμες, στα πάρκα–
τον ασήμαντο, χλιαρό τους θάνατο – Εμείς∙
που πεθάναμε τόσο, μα τόσο ωραία.

*Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Ελεύθερα Γράμματα», τεύχος 30-31, 7/12/1945, με το ψευδώνυμο Νίκος Νικολαΐδης. Από το βιβλίο: «Τέος Σαλαπασίδης – Μια παρουσίαση από τον Κώστα Βούλγαρη», Εκδόσεις Γαβριηλίδης, Αθήνα 1999, σελ. 29. Εδώ το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από το Αλωνάκι της Ποίησης στη διεύθυνση http://alonakitispoiisis.blogspot.com

Χόρχε Λουίς Μπόρχες, Η θάλασσα

maxresdefault

Θάλασσα. Πρώιμη θάλασσα. Θάλασσα του Οδυσσέα
κι’ εκείνου του άλλου Οδυσσέα
που ο λαός του Ισλάμ αποκαλούσε
Σεβάχ Θαλασσινό. Η θάλασσα των γκρίζων
κυμάτων του Ερικ του Ερυθρού, ψηλά στην πρύμνη
και του ιππότη εκείνου που έγραψε ταυτόχρονα
το έπος και την ελεγεία της πατρίδας του
στα τενάγη της Γκόας.
Θάλασσα του Τραφάλγκαρ. Αυτή που ύμνησε,
μες στην μακραίωνη ιστορία της, συχνά η Αγγλία
η δύσβατη θάλασσα που βάφτηκε σε ένδοξο αίμα
στην καθημερινή πρακτική του πολέμου.
Η ασίγαστη θάλασσα που την ήρεμη αυγή
την αναρίθμητη άμμο αρμενίζει.

*Πηγή: Χόρχε Λουίς Μπόρχες, «Η θάλασσα», Το χρυσάφι των τίγρεων, μτφρ. Δημήτρης Καλοκύρης, Ύψιλον, Αθήνα 1988, σ. 42.

Μάριος Μαρκίδης, Ιδιωτικό μνημόσυνο

tumblr_m4w9iycCBe1qblqjco1_500

Ο καλύτερός μου φίλος έφυγε 

χωρίς προειδοποίηση

είχα βέβαια κι εγώ τις δουλειές μου, τα συμφέροντά μου να φροντίσω,

εν ενί λόγω τις σκοτούρες μου.
Μάθαινα πως είχε κι αυτός τις δικές του.
Κάνεις έτσι τα δάχτυλά σου
μετράς μια μέρα το επί του συνόλου και βλέπεις τρομάζοντας
πόση ζωή
άφησες απέξω.

Φυσικά, δεν είπε ποτέ (τόσα χρόνια φιλίας!) μια καλή κουβέντα
για τα ποιήματά μου.
Φυσικά, έπαιζε καλύτερη μπάλα.
Τον βλέπω να διαλέγει με αντικειμενικά κριτήρια την ενδεκάδα του
κι εμένα να με βιδώνει στην κερκίδα.

Τέτοιο κωλόπαιδο μού έτυχε να έχω φίλο παιδιόθεν.
Ούτε ένα σήμα, ούτε ένας υπαινιγμός ότι φεύγοντας με σκέφτηκε
ότι του άρεσαν κάποιες ντρίπλες μου
ότι συμβούλευε -έστω κι αργά- να με συμπεριλάβουν στην ομάδα.
Καθ’ όσον με αφορά δεν άφησε πίσω του διαθήκη.
Αν όχι για τη θέση τού εξτρέμ, ούτε για τη θέση τού μπακ διατύπωσε γνώμη.
Δεν είχα σταθερότητα, δεν με εμπιστευόταν στο γήπεδο.

Τέτοιο κωλόπαιδο μού έτυχε να έχω φίλο
Άντε να πνιγείς εκεί που πας, όπου κι αν πας, δεν σε χρειάζομαι
δεν έχω κατ’ ελάχιστον την ανάγκη σου
μπορώ να τα βγάλω πέρα και μόνος μου με τον διαιτητή
βλέπω ολοκάθαρα το γκολπόστ.

Κι όμως, για κάποια αδιευκρίνιστη στα ποιήματά μου αιτία,
για κάποιο μυστηριώδη λόγο που σε έκανε μέχρι τούδε αειθαλή
παρά την επαίσχυντη αναχώρησή σου
συμβαίνει
να μου λείπεις.

Χρήστος Γάλλιος, Διαθήκη της Συντέλειας (απόσπασμα)

images

…Το ακραίο βύθισμα είναι ο άφευκτος σκοπός – μη λησμονάς
κράτα το κερί σαν υιός του γκρεμού κι ένα
χείλος θα σε σώσει όσο δακρύζεις στη φωτιά του.
Όσο ο πόθος σμίγει με τη φλόγα της λαμπάδας και
τη μυρωδιά από άγνωστα πρόσωπα που υπερασπίστηκες κι αγάπησες
σ’ άγνωστους δρόμους – θα ζήσεις
και θα ζήσεις ως τότε για να κληθείς πάλι απ’ τις στροφές των κρίσεων
που με μιλιές απαρέμφατες θα σου χαρίσουν θείο έρωτα
ξαφνικά απ’ το πουθενά.
Και τούτη είναι η μοίρα για κάθε έναν!
Καθέναν που θυσίασε το κέρδος για τη χάρη
και τη χάρη για το αναπάντεχο πλησίασμα.

Κλείτος Κύρου, Κραυγή δέκατη πέμπτη

Συγκέντρωση διαμαρτυρίας καπνεργατών της Καβάλας, για την εξαγωγή ανεπεξέργαστων καπνών.3-4-1925

Συγκέντρωση διαμαρτυρίας καπνεργατών της Καβάλας, για την εξαγωγή ανεπεξέργαστων καπνών.3-4-1925

Μιλώ με σπασμένη φωνή δεν εκλιπαρώ
Τον οίκτο σας μέσα μου μιλούν χιλιάδες στόματα
Που κάποτε φώναζαν οργισμένα στον ήλιο
Μια γενιά που έψελνε τα δικαιώματά της
Κουνώντας λάβαρα πανηγυριού σειώντας σπαθιά
Γράφοντας στίχους εξαίσιους μιας πρώτης νεότητας
Ποτίζοντας τα σπαρτά με περίσσιο αίμα
Μικρά παιδιά που αφέθηκαν στο έλεος τ’ ουρανού

Η γενιά μου ήταν μια αστραπή που πνίγηκε
Η βροντή της η γενιά μου καταδιώχτηκε
Σα ληστής σύρθηκε στο συρματόπλεγμα
Μοίρασε σαν αντίδωρο τη ζωή και το θάνατο
Οι άνθρωποι της γενιάς μου δεν πεθαίναν
Στα νοσοκομεία κραυγάζαν έξαλλοι στα εκτελεστικά
Αποσπάσματα τα χέρια τους ήταν μαγνήτες
Τρώγαν πικρό ψωμί καπνίζαν φημερίδες
Ζητώντας ευλαβικά μια θέση σ’ αυτήν τη γη.

Όπου κι αν στάθηκαν οι σκιές τους ριζώναν
Άδικα προσπαθείτε δε θα ξεριζωθούν ποτέ
Θα προβάλλουν μπροστά στα τρομαγμένα σας μάτια
Τώρα τα καταλάβαμε όλα καταλάβαμε
Τη δύναμή μας και για τούτο μιλώ
Με σπασμένη φωνή που κλαίει
Κάθε φορά στη θύμησή τους.

*Από τη συλλογή “Κραυγές της νύχτας”. Ευχαριστίες στην Αναστασία Τσόχα που ανάρτησε το ποίημα και τη φωτογραφία (από το αρχείο του “Ριζοσπάστη”) στο facebook.