Γιάννης Ρίτσος, Στο υπερώον

17-4-4-thumb-medium

Μετά την παράσταση
έμεινε κρυφά στο υπερώον
στα σκοτεινά.
Η αυλαία ολάνοιχτη.
Εργάτες της σκηνής,
φροντιστές, ηλεκτρολόγοι
ξεστήνουνε τα σκηνικά,
μετέφεραν στο υπόγειο
ένα μεγάλο γυάλινο φεγγάρι,
σβήσαν τα φώτα,
έφυγαν,
κλείδωσαν τις πόρτες.
Σειρά σου τώρα,
χωρίς φώτα,
χωρίς σκηνικά και θεατές,
να παίξεις εαυτόν.

*Από το βιβλίο Γιάννης Ρίτσος «Υπερώον», εκδ. Κέδρος, 2013. Το ποίημα αυτό πρωτοδημοσιεύθηκε ως μέρος κεινμενου στο “Ανοιχτό βιβλίο”, στην “Εφημερίδα των Συντακτών”, το Σάββατο 19/10/2013.

Αντώνης Θ. Παπαδόπουλος, Ανταπόδοση

1006297_10200681676545981_149233101_n

Δεν ήταν δύσκολος.
Πάντα καλόκαρδος κι ενθουσιώδης.
Μόνιμα γελασμένος τις πρωταπριλιές
και των διαφημίσεων θερμός θιασώτης,
πρόθυμος να πειστεί “τοις ‘κείνων ρήμασι”.
Όταν τον είδαν ξάφνου να μένει αμετάπειστος
τα χάσανε
κι ούτε που μπόρεσαν
ποτέ τους
να συνέλθουν.

Σοφία Σεραφειμίδη, Πενιχρή βεβαιότητα

1381497_1428349414051332_1889649165_n

Oι σοφοί λένε-
Τα πάντα στο Σύμπαν
Είναι δυαδικά

Βρέξει χιονίσει εμείς
Πάντα με Ήλιους και Φεγγάρια
Θα πορευόμαστε,
Ανίκανοι μάρτυρες μιας αβάσταχτης νομοτέλειας
Που κανείς ποτέ δεν μπόρεσε να διαφύγει

Θα ξημερώνει και θα βραδιάζει
Κιαυτή θα’ναι η πενιχρή βεβαιότητα
Για την διαπίστωση της ύπαρξής μας
Μην αγχώνεσαι λοιπόν…

Τελείωσε το καφεδάκι σου και χαλάρωσε
Σήμερα είναι Κυριακή
Λογικά αύριο ξημερώνει Δευτέρα
Έτσι γινόταν πάντα
Όλα βαίνουν καλώς.

Ρόμπερτ Λόουελ, Πωλείται

Maria Vishnyakova (η μητέρα του Tarkovsky’) ως η “γριά” Μαρία, στον Καθρέπτη (του Andrei Tarkovsky, 1975)

Maria Vishnyakova (η μητέρα του Tarkovsky’) ως η “γριά” Μαρία, στον Καθρέπτη (του Andrei Tarkovsky, 1975)

Φτωχό δειλό άθυρμα,
οργανωμένο μ’ άσωτη έχθρα,
έζησα εκεί ακριβώς ένα χρόνο –
του Πατέρα μου το εξοχικό στο Μπέβερλι Φάρμς
πουλιόταν το μήνα που πέθανε.
Σκορπισμένη, άδεια, γνώριμη,
η αστική του επίπλωση
βιαζότανε
προσμένοντας τον μετακομιστή
αμέσως μετά απ’ τον εργολάβο κηδειών.
Προετοιμασμένη, φοβισμένη
να ζήσει μόνη ως τα ογδόντα,
η Μητέρα φεγγάριασε σ’ ένα παράθυρο,
σα να ‘χε μείνει σ’ ένα τρένο
μια στάση πέρ’ απ’ τον προορισμό της.

*Μετάφραση: Αλέξη Τραϊανού
**Από το βιβλίο “Μεταπολεμική Αμερικανική Ποίηση”, Αγροτικές Συνεταιριστικές Εκδόσεις Α.Ε, 1979.
***Όπως αναφέρει ο Ρόζενθαλ, ο Λόουελ έκανε μια τρομαχτική ανακάλυψη του παρελθόντος του και συνάμα των χαμένων ευκαιριών των γονιών και των προγόνων του, καθώς και του περίγυρου της ζωής τους. Στο ποίημα του “Πωλείται” δεν πουλιέται μόνο το σπίτι, αλλά μαζί του χάνεται και μια ολόκληρη βιωμένη ζωή, για να μετουσιωθεί σ’ ένα παγωμένο εσωτερικό τοπίο κάτω από το ψυχρό φως του φεγγαριού στο πρόσωπο της χήρας πια μητέρας.
Αλέξης Τραϊανός, από την εισαγωγή του βιβλίου.
#Ευχαριστιες στην Αναστασία Τσόχα που έφερε στο facebook.

Μάρκος Μέσκος, Προαίσθημα

statidianimo

Από τη στέγη περνούσαν πράγματα πολλά
καπνός πνοές ανέμου φύλλα φθινοπωρινά
ο ίσκιος του ήλιου στο γύρισμα
του χελιδονιού η γλώσσα στο ζενίθ
τα ξιπόλητα πόδια των πουλιών δειλινές ώρες
κόκκινη κλώσα ή στέγη
μα εκείνο απομένει: η μαύρη κάργα στην καταχνιά
με το φοβερό ράμφος τοκ τοκ, τοκ τοκ
έμβολο θανάτου στο κρανίο.
Και η σιωπή του κρεμασμένου μέσα.

*Από τη συλλογή “Άλογα στον Ιππόδρομο” (1973).

Έρμα Βασιλείου, Διώχνοντας τα όνειρα μακριά

Georges Braque, Femme au chapeau

Η νύχτα σε άξονα
κι εσύ στο αναμμένο μου κάρβουνο
κοιμάσαι με την καρδιά ανοικτή
το φως είναι κάθετο, ποιος το απαρνιέται

κάθε του σπίθα όνειρο
για μένα λόγχη

αποφλοιώνω τη μνήμη
θέλω το κάρμινο κορμί σου
και ευτυχώς, αν δεν το έχω
έχω τη δίψα του

και τον αξιοπρεπή
και πρακτικό
αδυσώπητο χρόνο
που μας λάτρεψε έχω,
τις ανεξάρτητες πανβιωτικές μας νύχτες

επαναλαμβάνεται η ζωή,
με άλλους συνανθρώπους
μεριζόμαστε σκέψεις,
σε βαθμούς Κελσίου της επόμενης
σε εσοχή και επανάληψη

αυτό το μάθημα ήταν αστήρικτα δύσκολο
δεν πρόλαβα καμία υποσημείωση
κυλάμε σαν ποτάμι δίπλα, ομαλά με συγγνώμες,
μη μου λες όμως για δέκτες αποδέκτες
αιμορραγήσαμε, διώχνοντας τα όνειρα μακριά
εμείς, από τους πολλούς, μονάχα εμείς

*Από την ποιητική συλλογή “φοξ τροτ”, εκδ. Αφροδίτη, 2013.

Arthur Rimbaud, Φωτοχυσίες

Arthur-Rimbaud

Η μετάφραση του Κώστα Ριτσώνη και ένα σύντομο επίμετρο


ΑΝΑΧΩΡΗΣΗ

Είδα αρκετά. Η οπτασία αντάμωσε με όλους τους ανέμους.

Είχα αρκετά. Βοές των πόλεων, το βράδυ και στον ήλιο, για πάντα.

Γνώρισα αρκετά. Τα σταματήματα της ζωής. – Ω Βοές και Οπτασίες.

Αναχώρηση μέσα στην τρυφερότητα και στον καινούργιο θόρυβο.

ΘΑΛΑΣΣΙΝΟ

Οι άμαξες ασημένιες και χάλκινες –

Οι πλώρες ατσαλένιες κι ασημένιες –

Δέρνουν τον αφρό –

Ανασηκώνουν τα κούτσουρα απʼ τα βάτα.

Οι δρομείς του χερσότοπου,

Και τα απέραντα χνάρια της άμπωτης,

Τρέχουν κυκλικά προς τη δύση,

Προς τους στύλους του δάσους, –

Προς τις βάσεις του κυματοθραύστη,

Που η γωνιά του έχει χτυπηθεί από τους στροβίλους του φωτός.

ΙLLUMINATIONS ή ΕΚΛΑΜΨΕΙΣ ονομάστηκαν οι πρώτες πεζές ξαφνικές εμπνεύσεις του Ρεμπώ. Είναι οι ποιητικές φωταγωγίες που μας χάρισε το παιδί θαύμα της Γαλλίας πριν η σκληρή πατρίδα του “μέχρι στη φυλακή τον βάλανε γιατί δεν έκοψε εισιτήριο στο τρένο τον στείλει να ζήσει και να περπατά μακριά στην Αφρική. Ο Αρθούρος με αυτά τα ποιήματα κάνει προσπάθεια να εγκαταλείψει την ομοιοκαταληξία και εκτοξεύεται μέσα σε μια καινούργια αφηρημένη έκφραση. Βιβλίο τυχερό που γράφτηκε το 1872 και θα είχε εξαφανιστεί όπως άλλα κείμενα του Ρεμπώ αν δεν το παρουσίαζε ο φίλος του Βερλαίν, που είχε τα χειρόγραφα, το 1886. Ίσως ο άτυχος ποιητής που ζούσε στην Αιθιοπία να μην το είδε ποτέ τυπωμένο… Eκεί στην Αφρική το 1891 αρρώστησε βαριά. Γύρισε με δυσκολία στη Μασσαλία όπου του ακρωτηρίασαν το δεξί του πόδι. Σε λίγο καιρό πέθανε βασανισμένος στα χέρια της αδερφής του Ιζαμπέλ.

Πηγή: http://www.poiein.gr/archives/11915/index.html

Αρθούρος Ρεμπώ, Μια εποχή στην κόλαση

1381291_695492740483037_240977762_n

Μτφ: X.Σ. Kρεμνιώτης

Όλα γιορτή. Κι η ζωή μου, γλέντι δίχως τελειωμό. Αν καλά τη θυμάμαι.
Οι καρδιές ήταν ορθάνοιχτες. Και κρασιά κυλάγαν παντού.
Δείλι:
Στα γόνατα μου κάθισα την ομορφιά.
…πικρή που ήταν…
Και την έφτυσα στα μούτρα!
Αρματώθηκα ενάντια στη δικαιοσύνη. Κι από εσάς
ελέη
Μάγισσες, διχόνοιες οικτιρμοί, που ‘δωσα να φυλάξετε τον θησαυρό μου
Δραπετεύω.
Έφτιαξα την ψυχή μου πόρτα
Κι από τα μέσα της φυγάδεψα, κάθε ελπίδα ανθρωπινή. Και
Χίμηξα
Με τη σιγή που κρύβουν τα θεριά πριν απ’ το θύμα.
Στο σβέρκο του χαρμόσυνου
Χίμηξα
Κάλεσα δήμιους!
Τη γκιλοτίνα , ζήτησα να μ’ άφηναν να γλύψω. Πέθαινα!
Κι αφού θα πέθαινα, τη λάμα γλύφοντας, βαθιά να ένιωθα το τέλος.
Όλων των εποχών επικαλέστηκα τις μάστιγες. Για να χανόμουνα.
Για να χαθώ. Την πνοή μου σιωπώντας.

Continue reading →

Γιώργος Μπλάνας, Στασιωτικό Ογδοεικοστό

swim+against+the+stream

Ω, σας βαρέθηκα, ασύστατοι·
εσάς και το αναφαίρετο
δικαίωμά σας στην αλήθεια.
Έμαθε ποτέ κανείς κάτι χρήσιμο για την αλήθεια
– εκτός απ’ τον γκρεμό της·
κι απ’ αυτόν μόνον τον ίλιγγο του βάθους·
ποτέ το βάθος το ίδιο·
αν τελικά έχει καθόλου βάθος,
αν δεν είναι παρά το σκοτάδι των σπλάχνων
του άλλου· του προπορευόμενου άλλου
στην ανώνυμη πτώση που επιμένετε να λέτε ζωή;

Πάει καιρός που δεν άκουσα τον άνεμο
να λέει κάτι με κλαδιά. Πάει καιρός
που δεν άκουσα την βροχή
να ψιθυρίζει κάτι με φύλλα.
Δεν είναι καθόλου πως δεν φυσάει,
πως δεν βρέχει. Κάθε άλλο…
και μάλιστα εξοργιστικά
επίμονα μπορώ να πω: σαν να πασχίζει
να σου εξηγήσει ένας τραυλός πολιτικός
τι σημαίνει πραγματική ελευθερία λόγου.
Είναι πως η αλήθεια
που σωριάσατε εδώ, εκεί, παντού,
δεν μπορεί να προβάλει την παραμικρή
αντίσταση σε οτιδήποτε,
σαν να υπάρχει μόνο μέσα… κάπου…
Πιο μέσα: άνθρωποι στραμμένοι εντελώς
μέσα τους και μέσα τους
τίποτα ή πράγματα εντελώς ασήμαντα –
ωστόσο αληθινά,
αν σκεφτεί κανείς με πόση ευκολία
εξαπατάτε ο ένας τον άλλον
κι όλοι μαζί το ψέμα που σας κάνει
ανθρώπους. Κατά πάσα πιθανότητα η βλακεία
δεν είναι πια ελάττωμα, είναι ιδεολογία.

Θέλετε την αλήθεια; Στο τέλος μόνο η σκόνη
κι η ερημιά θ’ αποφασίσουν.

Νίκος Καχτίτσης, Δύο ποιήματα

1229821_10201126988391112_97729484_n

ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ ΤΟΥ ΛΩΤΟΥ ΚΙ Ο ΛΩΤΟΣ

Είσαι το μυστικό δέντρο
που μ’ ανάστησε
μες στον ανήλεο
Φλεβάρη.
Το δέντρο που μ’ έθρεψε
με το αθώο γάλα
των περασμένων.

Είσαι το δέντρο του Λωτού
κι εγώ είμ’ ο Λωτός
που ωριμάζει αργά
κι αφού πια ωριμάσει
πεθαίνει από αηδία.

AETATIS 23

Ο καιρός είναι νέος
κι εμείς είμαστε πολύ γέροι.

Στο παγωμένο απογευματινό
φως του Νοέμβρη
ο άνεμος σφυρίζει
κατεβαίνοντας
απ’ τα μουντά
βουνά της Αλβανίας.

Και μια βοσκοπούλα
παίζει τ’ αρχαίο σουραύλι
για τις ριγηλές ανεμώνες
και τα φίδια.

*Από τη συλλογή “Τρωτό σημείο” που γράφτηκε από τον ποιητή στα αγγλικά με τον τίτλο “Vulnerable point”. Η συλλογή αυτή γράφτηκε το 1949, αλλά ευτύχησε να δει το φως της δημοσιότητας σε έκδοση του ίδιου του ποιητή στο Μόντρεαλ του Καναδά το 1968. Η ελληνική μετάφραση έγινε από τον ποιητή Γιώργο Δανιήλ.