Έντγκαρ Λη Μάστερ, Α. Ντ. Μπλόουντ

headfbs

Αν εσείς στο χωριό νομίζετε πως έκανα καλά,
Όταν έκλεισα τα σαλούουν και σταμάτησα τη χαρτοπαιξία,
Και σωφρόνισα το γέρο-Ντέιζυ Φρέιζερ μπροστά στο δικαστή Άτνετ,
Στις τόσες σταυροφορίες να περάσω από καθαρτήριο τους αμαρτωλούς·
Γιατί αφήνετε τη θυγατέρα της καπελούς Ντόρας,
Και τον ανάξιο γιο του Βενιαμίν Παντιέ
Να κάνουν τον τάφο μου τη νύχτα ανόσιό τους μαξιλάρι;

*Μετάφραση: Ιάσων Δεπούντης

Γιάννης Χαιρέτης, Ανάμνηση

1235468_10200154602388143_1737939710_n

Σε Χώρους και σε Χρόνους Άσπιλης Φωτιάς
το Σύμπαν του μυαλού μου καταβροχθίζεται.
Γέλιο και λυγμός κι ύστερα σιωπή
κι η ήρεμη ανάσα που ο ύπνος φέρνει
στους σοφούς Ανθρώπους…

Η μνήμη μου αθάνατη
-μέσα από λίθινους καιρούς
ορμητικό ποτάμι, ξεχυνόταν…-
τώρα, στ’ απέραντο του ζωογόνου Πόνου
ταξιδεύει.

Ω, εσύ Φωτιά
θαμμένη σε ιερή, πανάρχαια σπηλιά,
στους πρώτους κύκλους της Μεγάλης
Μοναξιάς
τη λάμψη της γυμνής αγάπης μου
σκορπούσες.

Πέρα, στης εξιλαστήριας Φωτιάς
το ελπιδοφόρο Φως
φως ταπεινό είμαι κι εγώ
π’ όλο αγωνίζεται και λαχταρά
να μείνει αναμμένο!…

*Από την ποιητική συλλογή “Ο κύκλος των χαμένων μαχαιριών”, εκδόσεις ¨Άρδην”, Αθήνα 1999.

Νεκταρία Μαραγιάννη, Μοναξιά

1245054019

Ο άνεμος βουίζει ρυθμικά πάνω από τα ευθύγραμμα χαμόγελα των πολυκατοικιών
…ζόφος…
ένα τραγούδι προσπερνά τις ουράνιες οδούς
σαγηνεύοντας τον κόσμο των νεκροζώντανων

Την αυγή ζωγραφίζω το χάρτη των θαλασσών
και τα βραδινά ο χάρτης παραδίδεται
στο παρανάλωμα των δακρύων,
προερχομένων από τη μήτρα των χτύπων μου…

πεθαίνω μες το μονοπάτι της Μουσικής
ανέγγιχτη από μελωδικά βέλη
μα σταυρωμένη από τα καρφιά των ανθρώπων.

Τα άτσαλα βήματα των χεριών μου στην αχανή άβυσσο
με βυθίζουν σε μια έρημο κατακραυγής
και μιας στείρας ζωής

Ιππικό πεζών προπορευόμενο της άδοξης μπαλάντας των Σειρήνων
άδειες καρέκλες παραταγμένες στα τραπεζάκια κυριλέ
καφετέριας,
μεσημέρι, ώρα ύπνωσης,
αναψυχής,
σιωπής;

μια ρακένδυτη γραφίδα ρουφά το αίμα των πληγών μου

ο ήλιος προχωρεί,
μεσημέρι, καλοκαίρι, σιωπή…

αγκαλιάζει τις καρέκλες

ο ίσκιος του γερο-πλατάνου χαϊδεύει απαλά τα μαλλιά μου
κι ένα σκιουράκι φιλά απαλά τις ουλές μου

…οι Σειρήνες τραγουδούν…

κλείνω τα βλέφαρα…
μόνο Σιωπή,
και το βάδισμα του χρόνου στους δείκτες

Νέττα

*Πρώτο Βραβείο Ποίησης στο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό 2013 του Ελληνο-Αυστραλιανού Πολιτιστικού Συνδέσμου Μελβούρνης (Κατηγορία Εξωτερικού/Overseas). Δημοσιεύτηκε στο 59ο τεύχος του περιοδικού “Αντίποδες”, ετήσιου περιοδικού του Συνδέσμου (σελ. 173-174).

C.P. Cavafy, Che Fece …. Il Gran Rifiuto

a-1-cavafy-pic-6

For some among us there comes up a day
when either the great Yea or the great Nay
must needs be spoken. He who has the Yea

ready within him, straightway stands revealed
and, giving it utterance, passes to his field
of self-expression. He who did not yield

assent, never repents. If Nay or Yea
were asked again, he would repeat his Nay,
though that right word afflicts him night and day.

*Translated by John Cavafy (Poems by C. P. Cavafy. Translated, from the Greek, by J. C. Cavafy. Ikaros, 2003)

__________________

For some people the day comes
when they have to declare the great Yes
or the great No. It’s clear at once who has the Yes
ready within him; and saying it,

he goes forward in honor and self-assurance.
He who refuses does not repent. Asked again,
he would still say no. Yet that no—the right no—
undermines him all his life.

*Translated by Edmund Keeley/Philip Sherrar

__________________

For some people the day comes
when they have to declare the great Yes
or the great No. It’s clear at once who has the Yes
ready within him; and by saying it,

he goes from honor to honor, strong in his conviction.
He who refuses does not repent. Asked again,
he would still say no. Yet that no – the right no –
drags him down all his life.

*Translated by Christos

__________________

Che fece …. il gran rifiuto

Σε μερικούς ανθρώπους έρχεται μια μέρα
που πρέπει το μεγάλο Ναι ή το μεγάλο το Όχι
να πούνε. Φανερώνεται αμέσως όποιος τόχει
έτοιμο μέσα του το Ναι, και λέγοντάς το πέρα

πηγαίνει στην τιμή και στην πεποίθησί του.
Ο αρνηθείς δεν μετανοιώνει. Aν ρωτιούνταν πάλι,
όχι θα ξαναέλεγε. Κι όμως τον καταβάλλει
εκείνο τ’ όχι — το σωστό — εις όλην την ζωή του.

*Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984.

**The title is from Dante “Colui Che fece per viltate il gran rifiuto!” The refusal to life that is worthy of eternal damnation.

Αρθούρος Ρεμπώ, Από τα “Κείμενα και κριτική”

Ο Αρθούρος Ρεμπώ από τον Ζαν Κοκτώ

Ο Αρθούρος Ρεμπώ από τον Ζαν Κοκτώ

Στο δάσος, υπάρχει ένα πουλί, το τραγούδι του σας σταματά και σας κάνει να κοκκινίζετε.

Υπάρχει ένα ρολόι που δεν χτυπά.

Υπάρχει μια χαράδρα με μια φωλιά με ζώα λευκά.

Υπάρχει μια μητρόπολις που κατεβαίνει και μια λιμνη που ανεβαίνει.

Υπάρχει ένα μικρό αμάξι εγκαταλειμμένο μέσα στο δάσος, ή που κατεβαίνει το μονοπάτι τρέχοντας, στολισμένο με κορδέλλες.

Υπάρχει ένας θίασος μικρών θεατρίνων με κοστούμια, διακρίνονται πάνω στο δρόμο ανάμεσα απ’ το δάσος άκρη άκρη.

Υπάρχει, τέλος, όταν πεινά και διψά, κάποιος που σας κυνηγά.

*Αρθούρος Ρεμπώ, Κείμενα και κριτική, μετάφραση-επιμέλεια: Βαγγέλης Χατζηδημητρίου, εκδ. “Γαλαξίας”, Αθήνα 1971.

Dylan Thomas, Ποίημα του Οκτώβρη

99 χρόνια από τη γέννησητου Dylan Thomas

Ήταν το τριακοστό μου έτος στον ουρανό
Σαν ξύπνησα στο άκουσμα του λιμανιού και του γειτονικού δάσους
Και τη συναγωγή των μυδιών και του ερωδιού
Την ιερωμένη ακτή
Το πρωινό νεύμα
Με την υδάτινη προσευχή και το κάλεσμα του γλάρου και του κόρακα
Και τον χτύπο των ιστιοφόρων πάνω στον μεμβρανώδη τοίχο
Έτοιμος εγώ να πατήσω το πόδι μου
Τη στιγμή εκείνη
Στην κοιμωμένη πόλη και το ταξίδι μου να ξεκινήσει.
Τα γενέθλιά μου ξεκίνησαν με το νερό –
Πετούμενα κι όλα τα πετούμενα των φτερωτών δέντρων ταξίδευαν το όνομά μου
Πάνω από τις φάρμες και τα λευκά άλογα
Κι εγώ ξύπνησα
Ένα βροχερό φθινόπωρο
Και περπάτησα έξω στην μπόρα όλων των ημερών μου
Πλημμυρίδα κι ο ερωδιός βούτηξε σαν πήρα τον δρόμο
Πέρα από την επικράτεια
Ενώ οι πύλες
Της πόλης έκλειναν καθώς η πόλη ξυπνούσε.
Ένα σμάρι κορυδαλλοί σ’ ένα σύννεφο
Που κυλούσε κι οι θάμνοι στην άκρη του δρόμου γεμάτοι τιτιβίσματα
Κοτσυφιών κι ο ήλιος του Οκτώβρη
Καλοκαιρινός
Στον ώμο του λόφου,
Εδώ το κλίμα ήταν ήπιο κι οι τραγουδιστές γλυκείς όταν ξάφνου
Φάνηκαν το πρωί εκεί που τριγυρνούσα κι άκουγα
Τη βροχή να στίβει
Τον άνεμο τη ριπή το κρύο
Στο δάσος πέρα εκεί κάτω.
Ξεπλυμένη βροχή πάνω στο λιμάνι που αχνόσβηνε 
Και στη θαλασσόβρεχτη εκκλησία στο μέγεθος σαλιγκαριού
Με τις κεραίες ορθωμένες μες στην ομίχλη και το κάστρο
Καφετί σαν κουκουβάγια
Μα όλοι οι κήποι
Της άνοιξης και του καλοκαιριού άνθιζαν ανάμεσα σε φανταστικές ιστορίες
Πέρα από την επικράτεια και κάτω από το σύννεφο γεμάτο κορυδαλλούς.
Εκεί θα μπορούσα να καμαρώνω 
Τα γενέθλιά μου
Ακόμα μα ο καιρός άλλαξε.
Τράβηξε μακριά από τη χαρμόσυνη πατρίδα
Κι ο άλλος αγέρας κι ο γαλανός αλλαγμένος ουρανός
Άφησαν να κυλήσει ξανά εκεί κάτω ένα θαύμα καλοκαιριού
Με μήλα
Αχλάδια και κόκκινα μούρα
Κι είδα στην αλλαγή τόσο καθαρά ενός παιδιού
Τα ξεχασμένα πρωινά σαν περπατούσε με τη μητέρα του
Ανάμεσα στις παραβολές
Του ηλιόφωτου
Και τους θρύλους των πράσινων παρεκκλησιών
Και τους διπλοειπωμένους αγρούς της νηπιακής ηλικίας
Που τα δάκρυά του έκαψαν τα μάγουλά μου κι η καρδιά του σκίρτησε στη δική μου.
Τούτα ήταν τα δάση ο ποταμός κι η θάλασσα
Εκεί που ένα αγόρι
Στο φιλήκοο
Καλοκαίρι των νεκρών ψιθύρισε την αλήθεια της χαράς του
Στα δέντρα και τις πέτρες και τα ψάρια του αλμυρού νερού.
Και το μυστήριο
Τραγουδούσε ολοζώντανο
Ακόμα μες στο νερό και το τιτίβισμα των πουλιών.
Κι εκεί θα μπορούσα να καμαρώνω τα γενέθλιά μου
Ακόμα μα ο καιρός άλλαξε. Κι η αληθινή 
Χαρά του πολύχρονου νεκρού παιδιού τραγουδούσε φλεγόμενη
Στον ήλιο.
Ήταν το τριακοστό μου
Έτος στον ουρανό κι εγώ στεκόμουν εκεί στο καλοκαιρινό μεσημέρι
Παρ’ όλο που η πόλη κάτω κειτόταν φυλλοσκεπής με το αίμα του Οκτώβρη.
Είθε η αλήθεια της καρδιάς μου
να τραγουδηθεί ξανά
Σε τούτον εδώ τον ψηλό λόφο και του χρόνου.

*Από το http://en-texnon.blogspot.com

dylan-thumb

Άρης Ταστάνης, Ονειροπόλοι 1999

glyfada


Σαράντα μέρες χωρίς τον Άρη Ταστάνη

Οι φίλοι χάθηκαν, για πάντα μας τονίζουν.
Εκείνα τα πικρά τους μάτια μόνο θυμάμαι.
Και που χρόνος να κάνουμε καινούργιους.
Όμως εμείς.
Κάθε στιγμή θα ξεκινάμε για μακρινά ταξίδια.
Μ’ ένα λουλούδι στα μαλλιά
κι ένα βιβλίο ανοιγμένο στην πρώτη σελίδα.
Και θ’ αγαπούμε την πραγματικότητα μας,
όπως εκείνοι τα πάθη της ασήμαντης παρουσίας τους.
Φτάνει να μείνουμε πάντα ονειροπόλοι…..

*Από το http://www.glyfadaweb.gr/2013/10/40.html

Ζωή Τάχα, Στους συντρόφους

…θυμάμαι του γέλιου σου την πιστολιά…
Βρεθήκαμε μαζί στις ερημιές
σβήσαμε του ορίζοντα τις μολυβιές
μας κυνήγησαν της μνήμης τα σκυλιά
θυμάμαι του γέλιου σου την πιστολιά

Θάψαμε στον Φροϋντ τη γειτονιά
στο κεφάλαιο του Μαρξ την πρωτοπόρα εργατιά
στα πρόσωπα του κόσμου αντιφεγγιά
που φωτίζει τη δική μας ελεύθερη ματιά

Είμαστε στους δρόμους με αγάπη και φωτιά
σε μια πόλη που λάμπει η σκοτεινιά
λαθέψαμε σαν άμαθοι εραστές
κι οι πόνοι κάθε λάθους μαχαιριές

Μας κυκλώνουνε δύσκολοι καιροί
καιροί κυκλωμένοι από μια φυλακή
κάγκελα καρφώνονται στις στιγμές
αλυσίδες δένουν τις απάθειες

Θ’ αφήσουμε και πάλι τις ερημιές
θα σβήσουμε του ορίζοντα τις μολυβιές
κι αν μας πάρουν στο κατόπι τα σκυλιά
μην ξεχάσεις του γέλιου σου την πιστολιά

Άρης Τσιούμας, Οφθαλμαπάτη

1380629_208332029339687_148643949_n

Οδηγία προς ναυτιλομένους:
«ανάρμοστο πλεκτό παιγνίδι,
Ανάμεσα σε στιγμή και όνειρο…»

α.
Κοίτα το πρόσωπό μου
ή έστω το δικό σου
Ποιά θλίψη στέριωσε πάνω του;
Ποιά σκιά βαραίνει τις πλάτες του;

β.
Κοίτα τον ουρανό
ή έστω τη σκέψη μου
Ποιός άχρηστος θεός τον κατοίκησε;
Ποιά μαύρη ουσία τη στοίχειωσε;

γ.
Κοίτα τα μάτια σου
ή έστω τον Άδη
Ποιά ερημιά τα σύνθλιψε;
Ποιοί οι νεκροί που χορεύουν;

δ.
Κοίτα το άπειρο
ή έστω το τώρα
Ποιά δύναμη το κατέστρεψε;
Ποιά αηδία το σύνθεσε;

ε.
Κοίτα το χρόνο
ή έστω τη στιγμή
Ποιός άρρωστος τον χρειάστηκε;
Ποιά ελπίδα τη γέννησε;

στ.
Κοίτα την αυγή
ή έστω το δείλι
Ποιός ήτανε να ‘ρθεί;
Ποιός θέλησε να φύγει;

η.
Κοίτα το δρόμο
ή έστω πίσω σου
Ποιός θέλησε να μείνει;
Ποιός ζούσε για να θυμάται;

ζ.
Κοίτα το θάνατο
ή έστω τη ζωή
Ποιός θεός τον φοβήθηκε
Ποιός θνητός την αρνήθηκε;

θ.
Κοίτα τον ήλιο
ή έστω μέσα σου
Ποιός θέλησε να φωτιστεί;
Ποιός θέλει να πλουτίσει;

ι.
Κοίτα τους λύκους
ή έστω τα σπουργίτια
Ποιός ζήτησε να φαγωθεί;
Ποιός δείλιασε για να κρυφτεί;

ια.
Κοίτα τον κόσμο
ή έστω την ψυχή
Ποιός ζήτησε να περιπλανηθεί;
Ποιός ήθελε να πληγωθεί;

ιβ.
Κοίτα την ομορφιά
ή έστω την κακία
Ποιός αρνήθηκε ν’ αγαπηθεί;
Ποιός ήλπιζε να σκοτωθεί;

ιγ.
Κοίτα τ’ άστρα
ή έστω μπροστά σου
Ποιός αρνήθηκε να ονειρευτεί;
Ποιός θέλησε τίποτα να μη δει;

ιδ.
Κοίτα τα πάντα
ή κλείσε τα μάτια
έτσι για λίγο θα χαρείς
ή θα ‘ναι να δεις,
όσα δεν τόλμησε ΚΑΝΕΙΣ.

*Από την προσωπική ποιητική συλλογή με τίτλο “Άνευ”, που θα κυκλοφορήσει από τις συνεργατικές εκδόσεις “Κουρσάλ”.

Γιώργος Αλισάνογλου, Από το “Jesu Christiana – Μια μελλοντική προσευχή”

Luibov Popova

Πρέπει να σ’ ανακαλύψω ξανά
πρέπει να με συντρίψεις ξανά
μέσα από δάκρυα αποδημητικού λωτού
πρέπει ν’ αναγγείλεις την συντριβή μου
να με δεις να κυλιέμαι στο ρημαγμένο χόρτο
να περιφέρω την σπασμένη μου νιότη
στην λάθος πόλη– και πάντα σε λάθος πόλη
να περιφέρομαι σε δρόμους-στάβλους
να κυλιέμαι στο χώμα θρηνώντας στον πολύ ήλιο
στο πλάι μου κρώζει να/ σιδερόκαρδη καρακάξα
με σπασμένα φτερά/ εκλιπαρεί να την πιστέψω
μόνο με τα μάτια μόνο με τα χείλη με το άγγιγμα
Ο Ουρανός σπαράσσεται ρημαγμένος κήπος
εκλιπαρεί να τον πι-στέψω έ ρ ω τ α

Μα μόνο αν με συντρίψεις θα ανακαλύψω την ζωή
μόνο αν τον έρωτα (με) συντρίψεις θα γεμίσω
μια λευκή προσευχή /κάτι• έναν χαμό για να πιστέψω
σταματήσαμε να μιλάμε και όλοι σταμάτησαν να μιλάνε
έπαψες να με συντρίβεις κι όλα έπαψαν να είναι–
να με αρνηθείς σ’ αυτό το πρόχειρο δωμάτιο/
κάτω από μια λάμπα εντέλειας δωρικής
όπως τρεμοσβήνει– στα μάτια ενός χυδαίου και δύσοσμου
πλήθους
Να με συντρίψεις ταΐζοντας τον ύπνο μου με πρόστυχη βροχή
μια άλλη νύχτα / όταν θα ταριχεύεις σιωπές ίσως
θα διαψευστεί το αρχαίο σου ερώτημα;
«Ποια γη δεν την φτάνει ο ήλιος;»
Και η απάντηση μολυσμένη:
«Σ’ αυτήν την γη κανένας δεν/ ήλιος φτάνει».

Γιατί εδώ που ήρθα τίποτα είναι ο προορισμός
ο προορισμός είναι εδώ που ήρθα– τίποτα
του κάθε ανθρώπου ο προορισμός εδώ που έφτασα
κανένας προορισμός δεν έφτασε ακόμα
με κόπους θανάσιμους / να με συντρίψεις εδώ
εδώ που όλα τα αρνούνται/ ακούω έρωτες
στις υδρορροές του Νότου κυλάει αίμα– ψυχρός νεφρίτης
τα γαλάζια άνθη της μούργκας φέρουν αποφορά
πρωτόπλαστου πηλού

Πολύ χαμηλά πεσμένος– και απ’ εδώ αρχίζει ο κόσμος
από τόσο χαμηλά ο κόσμος αναδύεται
και τίποτα δεν μπορεί να ξεπεράσει αυτό το ύψος
η γη έχει συντριβεί
και τίποτα δεν υπολείπεται της άμβλωσης αυτής
κανείς δεν έχει την γη/ γιατί ποτέ η γη δεν ήταν
μόνο να συντριβεί κανείς μπορεί εδώ σ’ αυτήν την γη
να γυρίσει τα μάτια του ανάποδα προς τον ουρανό
κι ας κοιτάξει την μη/terra γη εκεί ψηλά–
ασυγχώρητα κατακτιέται
και κανείς δεν υπάρχει έξω από την όραση
κανείς τόσο όσο εγώ έξω από/ την άνοιξη
δεν πόθησε το έγκλημα
κανείς
τόσο όσο
εγώ δεν υπάρχει
κανείς
που
να όρισε
το ατελές
εγώ_

———————————————————-

[Μόνο ο αστερισμός του Φάνγκ με τα τέσσερα κουτσά περιστέρια
το φαιόλευκο άλογο της Christiana που μπορεί να τρομάξει τις
τίγρεις
τέλος ο αυτοκράτορας Βου που κατόρθωσε να μετατρέψει σε
χρυσό τον θειούχο υδράργυρο
και η σφραγίδα με τα άνθη κάρδαμου στο μάτι του κυπρίνου]

Για μια στιγμή γεννήθηκες
Μέχρι εκεί που τελειώνει το
ΣώΜα
Κανείς Μετά

* Ποίημα από το βιβλίο “Jesu Christiana- Μια μελλοντική προσευχή” – Εκδόσεις Μαγικό Κουτί, 2011.