Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, Η αλλοτρίωση της έλξης

Έργο του Τσέχου χαράκτη Oldřich Kulhánek: Sebastian II

Έργο του Τσέχου χαράκτη Oldřich Kulhánek: Sebastian II

Η σάρκα έγινε σελίδα
το δέρμα χαρτί
το χάδι έννοια αφηρημένη
το σώμα καινούρια θεωρία του ανύπαρχτου.
Αλήθεια, πώς να περιγράψω
τη φύση όταν μ’ έχει εγκαταλείψει
και μονο στην πρεμιέρα του φθινοπώρου
θυμάται να με προσκαλέσει καμιά φορά;
Ελπίζω να βρω το θάρρος
μια τελευταία επιθυμία να εκφράσω:
γδυτό ένα ωραίο αρσενικό να δω
να θυμηθώ, σαν τελευταία εικόνα
να κουβαλώ το ανδρικό σώμα
που δεν είναι ύλη
αλλά η υπερφυσική ουσία του μέλλοντος.
Γιατί αυτό θα πει ηδονή:
ν’ αγγίζεις το φθαρτό
και να παραμερίζεις τον θάνατο.

*Ποίημα και εικόνα της ανάρτησης πάρθηκαν από τον τοίχο της Αναστασίας Τσόχα στο facebook.

Γιάννης Υφαντής, Δύο ποιήματα

yannis1

ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΧΑΠΙ ΤΟΥ ORANGE

Το μεγάλο χάπι του ORANGE
είν’’ ένας ήλιος που ’’πεσε στη θάλασσα
είναι
ένας τιτάνιος δίσκος που
παλεύει να γλυτώσει απ’’ το νερό τσιρίζει και
αφρίζει αφήνοντας φωτός ένα χυμό.
Το μεγάλο χάπι του ORANGE
κυνηγημένο από πόνο και ηδονή στριφογυρίζει
ανεβο
κατεβαίνει βράζει και
σβήνει
βάφοντας το νερό πορτοκαλί.
Το μεγάλο χάπι του ORANGE
ησύχασε·
διαλύοντας
το σχήμα του που αντιστέκονταν
ησύχασε
κ’ι είναι συμφιλιωμένο πια με το νερό
με τον πνιγμό
με όλα.
Το μεγάλο χάπι του ORANGE
ταξιδεύει τώρα στις φλέβες μου και
χαίρονται
τα αγαθά των βιταμινών
όλοι
οι κάτοικοι
ως τ’’ ακρότατα σύνορα του κορμιού μου.

ΜΑΘΗΜΑ

Δέκα ενιαυτούς οι Αχαιοί
πολιορκούσανε την Τροία-
όπως πολιορκούν τα σπερματόζωα τ’’ ωάριο
όπως πολιορκούνε οι ψυχές τον Ήλιο
ή οι νυχτερίδες το Φεγγάρι- όπως
δέκα ενιαυτούς οι Αχαιοί
πολιορκούσανε την Τροία.
Κι επάνω στη χρονιά τη δέκατη
τη δίσεκτη την τόσο τυχερή
σαν πέος μπήκε το παλιάλογο ο Δούρειος
και την κατάχτησαν την Τροία οι Αχαιοί.

Λοιπόν;

Ρωξάνη Νικολάου, Γαρύφαλλα

Sweet_William_Dianthus_barbatus_'Heart_Attack'_Closeup_2816px

Σαν ξένη να ερχόμουν απ’ αλλού.

Σ’ απαλό καΐκι
να διέσχιζα του κήπου τo φονικό νερό
που γειτνιάζει με το ψηλό γονικό σπίτι.

Ηλίανθος μητέρα
τα σκοτεινά σου μέρη ίσκιοι ζωηροί
πολύεδρο άστρο.
Σε πόσα λουλούδια τραγούδησες
βρύση θνητή.

Ο πατέρας πληκτρολογεί στο google
τ’ όνομά του
τραντάζοντας με βροντερά φτερνίσματα
τον κορσέ του ύπνου
της κοινότητας.
84 χρονών ερωτευμένος με τη φευγάτη γη.

Ανάβουν τα φώτα στο σπίτι τους.
Όμορφα τα φώτα ανάβουν το σούρουπο.

Άκου πώς βαρά το κανονάκι στα περβόλια.
Εκείνο που σίγασε πριν από χρόνια.
Αναμεταξύ των χτύπων αντηχεί
η περπατησιά του σκιάχτρου
που κοντεύει.

*Το ποίημα αναδημοσιεύεται από το ιστολόγιο της ποιήτριας Ηλιόδενδρον στη διεύθυνση http://hliodendron.blogspot.com

Αλέξης Αντωνόπουλος, Στο τρένο

Death-by-Desertion2222

Θόρυβος στο τρένο και το κεφάλι του είναι πάλι κουρασμένο
δυσκολεύεται να εστιάσει πάλι κάποιος ζητιάνος παρακαλάει για λεφτά
ζητάει συγνώμη για την ενόχληση εγώ συγνώμη που δεν θέλω να δώσω

ένας άνθρωπος μιλάει δυνατά στο κινητό σκάσε απλά σκάσε

και εκείνη η κοπέλα
πώς παραμένει τόσο ήρεμη;

Εστιάζει. Στην κοπέλα.
Δεν έχει σημασία τι χρώμα έχουν τα μάτια της ή τα μαλλιά της-
αυτό εδώ δεν είναι ένα απ’ αυτά τα ποιήματα.

Γιατί το μόνο που έχει σημασία
τώρα
είναι αυτό που αισθάνεται τώρα

πως η ψυχή της ίσως να μπορεί να τον ξεκουράσει
για λίγο
μέχρι την επόμενη στάση.

Την πλησιάζει κι εκείνη τον κοιτάζει.
Τον κοιτάζει στα μάτια σαν να τον ξέρει- μα δεν τον ξέρει.

Εκείνη δεν φοβάται.

Λέτε απόψε να είναι εκείνη η βραδιά;
Λέτε απόψε να μην ακούσει πως είναι φρικιό
να μη νιώσει τον πόνο που μόνο το χαστούκι μιας γυναίκας μπορεί να προσφέρει
να μην τον πετάξουν έξω από το τρένο σαν κάποιον ανώμαλο που σπέρνει το κακό;

Κάθεται δίπλα της.
Εκείνη δεν κουνιέται.
Και τότε, φίλοι μου, κάτι απίστευτο συμβαίνει:

Ο άντρας, σιωπηλός,
φέρνει το κεφάλι του στα πόδια της γυναίκας
τα πόδια του απλώνονται στα διπλανά καθίσματα
το χέρι του πιάνει το χέρι της ή το χέρι της πιάνει το χέρι του- κανείς δεν ξέρει
και η γυναίκα, σιωπηλή,
τον χαϊδεύει στα μαλλιά, στο μάγουλο, στη μεγάλη του μύτη
και ο άντρας χαμογελάει
και τα παγωμένα, ακάλυπτα της πόδια ζεσταίνονται από το δάκρυ του
μέχρι το βαγόνι ν’ αδειάσει.

Και όλοι όσοι βρέθηκαν εκείνη τη νύχτα στο βαγόνι
θα λένε για το βράδυ που δύο ξένοι συναντήθηκαν
και αγγίχτηκαν
μέχρι η ζωή ξανά να τους τραβήξει.


*Για περισσότερα κείμενα του Αλέξη Αντωνόπουλου, μπορείτε να μπείτε στην ιστοσελίδα http://www.alexantonopoulos.com

Ειρηναίος Μαράκης, Ξ(ημέρωμα)

10

στη Ν.Κ.

Επικίνδυνο το ξημέρωμα
ο ήλιος που το πρωί ανατέλλει
πάνω από σπίτια φτωχικά
βυθισμένα στης δυστυχίας τον λήθαργο
κάρτα χτυπώντας
σε εργοστάσια της ανέχειας
χωρίς δάκρυα και ντροπή
ενώ στην τηλεόραση, ξεκινούν
από νωρίς τα πρωινάδικα
παρέα στους ξενύχτηδες
που για μια μπύρα και πατσά
θα πρόδιδαν και τη μητέρα τους.
Επικίνδυνο το ξημέρωμα
και ο ήλιος που το πρωί ανατέλλει,
βαριά ρεμπέτικα και σκυλάδικα
με τις γυναίκες της δουλειάς
δρόμο να παίρνουν στα κρυφά
οι νοικοκύρηδες μην τις δουν
κι ενοχληθεί η τίμια και ηθική κοινωνία
που ορκίζεται στη γροθιά της
με άστεγους στα παγκάκια
και μετανάστες στην πλατεία
δουλειά να ζητούν
από όρθια καπέλα και κασμίρια
– που ξέχασαν, οι αγνώμονες
πως η ζωή έχει και κατηφόρες.
Επικίνδυνο το ξημέρωμα
ο ήλιος που το πρωί ανατέλλει
με τα αυτοκίνητα στην εθνική
και τις καμπάνες του Όρθρου
να φτιάχνουν μουσική
που δεν θα ήθελες ν’ ακούσεις
κι εγώ, με τσιγάρο πρωινό
ποίηση, λέμε τώρα, να γράφω
για την φθορά και την απελπισία
αντί δίπλα σου να ‘ρθω
και στα ζεστά μας σεντόνια.

30/9/2013

*Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από το ιστολόγιο του ποιητή Κίβδηλη Αντιόχεια στη διεύθυνση http://kivdilh-antioxeia.blogspot.gr

Μάκης Τσελέντης, Δύο ποιήματα

1001894_548589075197484_1608895710_n

οι περισσότεροι ίσκιοι
έφυγαν

στο αρχαίο κέρμα καίγεται
το νερό

πληθαίνει

όψη

———–

είναι μια κρούστα εδώ

ο ύπνος

τραγούδησαν υπολογιστικά
στο θέατρο

μέληση

διαδρομή

*Αναδημοσίευση από το ιστολόγιο Κηρύκειον στη διεύθυνση kirikion.blogspot.com

Θανάσης Τζούλης (1932-2010), Δηλητήρια για τους χρονοκυνηγούς

Thanasis Tzoulis-1

Ότι γυρεύω από τα σπίτια είναι τα ούλα τους
τα γέρικα μαλακά ούλα που παραλύουν
και τρέχουν από τα λακκώματα γερασμένα βρέφη
με τις σαρμανίτσες στους ώμους τους
το κεφάλι του πατέρα μου ανοιχτό με παλιό νερό
που χύνεται προς τη μεριά μου
επιθετικό
κι η πελώρια κοιλιά της μάνας μου με οχτώ ζωνάρια
από τις γέννες της έμπα μου λέει κουνάβι μου
πατώντας τους καπνοσωρούς
αφήνωντας απ’ έξω
δηλητήρια για τους χρονοκυνηγούς
πάρε και τέσσερα σκυλιά όταν βγαίνεις για το νερό σου
τα σύννεφα είναι χοντρό χόρτο με φίδιαΚαι μου δείχνει τα σύνορα της κάθε μου ανάγκης
με το φόβο υφ’ ήπατος
για χωμένα ναρκοπέδια και κρυφόσκυλα
μόλις ένα παραπάτημα
έξω απ’ τα σύνορα
Εκεί είναι μου λέει η ταφόπετρα με το ψωμί σου
και τα κόκαλά μου στην κόρα του
κι απ’ έξω χόντρο χόρτο με δηλητήριαγια τους χρονοκυνηγούςΑυτό είναι το σπίτι σου
που το δαγκώνει το χώμα ως τα μαλλιά του επικήδειου
τρόμου τουΟργιές μέσα στο χώμα είναι η γραφή των νεκρών
για την ασώματη
διαθήκη τουςΈμπα μου λέει κουνάβι μου κάτω απ’ το χώμα
πατώντας τους καπνοσωρούς
αφήνοντας απ’ έξω δηλητήρια
για τους χρονοκυνηγούς

Δύο ποιήματα για τον Κωνσταντίνο Π. Καβάφη

http://goodmusipresszita.blogspot.com/2012/03/constantine-p-cavafy-ithaka.html

Δημήτρης Ελευθεράκης, Στιχοποιού απόκλιση

Επάνω στο γραφείο του έμεναν τα γυαλιά, ένα κερί
κι ένας τόμος ανοιγμένος της Ιστορίας των Περσών
(μα γράφτηκε ποτέ τέτοιο βιβλίο;)
και μία εφημερίδα του έτους 2003 μ.Χ.
Στοχάζονταν να βρει τον ορισμό της περιρρέουσας
κι ύστερα να ‘δινε το όραμα μ’ όλο το μέτρο που βαστά ο στίχος,
να φτιάξει ποιήματα σπουδαία ελληνικά όπως το θέλησε.
Όμως τον πρόφτασε στα μέλη του ο δόλος του κρασιού,
όπως αρμόζει σε άνθρωπο φθαρμένο απ’ τα πνευματικά,
κι αφέθηκε στη γλύκα ενός ενύπνιου~
καράβια να φουσκώνουνε μέσα στις πόλεις του Κατάρ
κορίτσια που παντρεύονταν πάνω απ’ την έρημο
και στο μυαλό του υμέναιος τ’ ανθρώπινο μελίσσι.

Χάρης Ψαρράς, Γυρίζοντας αλλού το βλέμμα

Δε λέω πως το οξύ βλέμμα είναι λίγο
η δύναμη να βλέπεις πριν
τραπεί ο καθρέπτης σου σε δάκρυ κι αναπόληση
η γνώση να επινοείς
κάτω απ’ τα υφάσματα και τις πτυχές των ρούχων
σώματα υπάρχοντα μες στον παλμό τους.
Αναλογίες στέρεες, πρωτίστως φανερές
“δίνουνε νόημα στην όραση” μου έλεγες.
Αξίζει και αυτό, όμως τα μάτια πρέπει
να τα χειρίζεσαι σωστά, να συλλαμβάνεις
μια αγκαλιά πραγμάτων, όχι μόνο
ώμους λευκούς που αναλώνονται στο φως τους.
Πάθος συνδυάζοντας και βιοπορισμό
μιαν άκρη βρήκες και εσύ, χρυσό απάγκιο.
Κοίταζες σώματα γυμνά για να τα ζωγραφίζεις
προσεκτικά, τραβώντας με γραμμές τον ίδιο δρόμο
την κίνησή τους έξω απ’ το χαρτί
ίχνη χαδιών που προίκισαν το δέρμα
σγουρά μαλλιά σα φύλλα, σε σκιές
κι ήπιο χρώμα τα γύριζες.
Μοντέλα, αγόρα άπραγα, άνθρωποι της ανάγκης
καιροί σφιχτοί χωρίς δουλειά… ποζάρουν για να ζήσουν
αφήνουν έναν οβολό σε τέχνη λεπτών τρόπων.
Η πείνα, η δυσχέρεια πώς ν’ απεικονιστεί
όταν γλυκιές πηγές φωτός μόνο στο σώμα σκάβεις
βλέμμα οξύ στη θήκη των κορμιών να συσκοτίζεται…
αχ, όπου να ‘ναι θα τελειώσουν τα πορτρέτα
όσο φτάνεις στο πρόσωπο τα μάτια συναντάς
εκεί που κλείστηκε η ερημιά του κόσμου.
Σφιχτοί καιροί, χωρίς λεφτά, σώματα αγγεία και
στη φτώχεια τους υπάκουα.
Κοίτα τι λεν τα μάτια τους
θέλεις, δεν θες το βλέμα σου θα ‘βρει
εκείνη την οξεία του πλευρά που ξεγυμνώνει
το έργο από της χάρης του τα κρύσταλλα
κακό καθρεπτισμό και λυπημένο
για να σου νεύει πως, σιγά
σιγά, γίναν τα σώματα κουρέλια.

*Αναδημοσίευη από το http://avgi-anagnoseis.blogspot.com/2008/05/blog-post.html

Janet Galbraith, re-membering

1377381_1426514740901466_577362998_n

1.
The earth draws me
sings me
caresses me
through the hands of a woman
unknown yet remembered
in this body
where as a young child
she reached out to me
and came in.

2.
With the evening thrush
I sing a prayer to you
as you call to me in the dark night
as you call to me through the shattering of breath
as you call to me through the mourning of blood
as you call to me
til I find you here
in this living I have been given.

3.
The blood red screams
are not only mine.
I am neither the end
nor the beginning
but one among many
carrying stories
unworded
lives unacknowledged
violences unspoken

from which I no longer run.

4.
I need no stories
other than those that come
from you
those that rise
in me
weaving us together
with knowledge and questions.

5.
Like the young child
searching through the night
I do not give up.
Your stories
call me in
call me out
call me to remember
and I will.
And I do.

Kenneth Rexroth, Rose colored glasses

Ten years, and it’s still on the
Radio. La vie en rose
Spills out of a dozen windows
Onto the canal. A woman
And her son in a vegetable
Barge sing it. A man polishing
The prow of his gondola
Sings it while his dog wags its tail.
Children playing hopscotch sing it.
Grimy half washed clothes hang overhead.
Garbage floats in the narrow canal.
More radios join in. Across
The canal, beyond the iron windows
Of the Women’s Prison, a hundred
Pure voices of pickpockets
And prostitutes start to sing it.
It is just like being in church.
The next number is Ciao, ciao, bambina.