Αυτός ο λόγος που αιωρείται είναι πουλί
κουρνιάζει στα δωμάτια
ακροβατώντας μεταφέρει μηνύματα
στροβιλίζεται
μην τον αγγίξεις
νομίζοντας πως γνωρίζεις την ψυχή του
νομίζοντας πως μπορείς να παιξεις μαζί του
αυτός ο λόγος σε κοιτά ερευνητικά
ζυγιάζεται
Σκοτείνιασε η μέρα.
Σύννεφα απελπισίας.
Ο ορίζοντας στα χρώματα του γκρι.
Σκιές πεινασμένων ανθρώπων
σέρνουν βαριά τα βήματα.
Με βλέμμα βουρκωμένο
ψάχνουν για λίγα ψίχουλα συμπόνιας.
Κατάπιαν την περηφάνια τους.
Ένα ζεστό πιάτο φαγητό στοίχειωσε τις προσδοκίες τους.
Φύσηξε ο ανεμοστρόβιλος της φτώχιας
κι η ανασφάλεια διέλυσε τη ζωή και τα όνειρα.
Η ζωή περιορίστηκε πια σ’ ένα αγώνα επιβίωσης.
Το χαμόγελο μοιάζει με «είδος πολυτελείας».
Μόνη αναλαμπή στο σκοτάδι της κρίσης
τα «συσσίτια της αγάπης».
Προσφέρουν μερίδες ανθρωπιάς.
Πολύτιμες.
Κιβωτός
Η φτώχια ήρθε απρόσκλητη.
Στα χέρια της κρατούσε τους κεραυνούς της δυστυχίας.
Πιάστηκα στον ιστό της.
Ένα εύκολο άοπλο θύμα.
Κι ύστερα ήρθε αναπάντεχα η συμπόνια.
Στα χέρια της κρατούσε τα δώρα της κατανόησης.
Βρήκα καταφύγιο στην αγκαλιά της.
Στον κατακλυσμό της εξαθλίωσης
μια κιβωτός σωτηρίας.
Κάνω ακόμη σχέδια να πάω στο Μεξικό το καλοκαίρι.
Τα είδωλα των Τολτέκων! Το Τσιτσέν Ιτζά!
Ο Ντ. Χ. Λόρενς ξέφρενα το οραματίζεται.
Του Μάλκομ Λόουρυ το βιβλίο σαν κυκλοφόρησε
το δίδαξα στο Πρίνστον.
Δεν παραιτούμαι εντελώς. Ίσως αυτό το απόγευμα διδάξω
το τρίτο ευαγγέλιο. Δεν το ‘χω αποφασίσει.
Καμιά φορά μου φαίνεται πως άλλοι έχουν
πιο εύκολες δουλειές και τις κάνουν χειρότερα.
Ας είναι, πρέπει να δουλεύουμε και να ονειρευόμαστε.
Ο Γκόγκολ ήταν ανίκανος, μου είπε κάποιος στο Πίτσμπουργκ.
Ρώτησα: σε τι ηλικία; Δεν μπόρεσαν να μου απαντήσουν.
Αυτό είναι ένα διαολεμένα σοβαρό ζήτημα.
Ο Ρέμπραντ ήταν νηφάλιος. Εκεί διαφέρουμε. Νηφάλιος.
Τρόμοι τον έπιασαν. Κι εμάς επίσης.
Την αυτοκτονία σκέφτομαι συνέχεια.
Καθώς φαίνεται εκείνος δεν την σκεφτόταν.
Λουκά θα διδάξω.
*Mετάφραση: Γιάννης Λειβαδάς
Ανθολογία αμερικανικής ποίησης του εικοστού αιώνα, εκδ. Ηριδανός 2007
I don’t mind the human race.
I’ve got pretty used to them
In these past twenty-five years.
I don’t mind if they sit next
To me on streetcars, or eat
In the same restaurants, if
It’s not at the same table.
However, I don’t approve
Of a woman I respect
Dancing with one of them. I’ve
Tried asking them to my home
Without success. I shouldn’t
Care to see my own sister
Marry one. Even if she
Loved him, think of the children.
Their art is interesting,
But certainly barbarous.
I’m sure, if given a chance,
They’d kill us all in our beds.
And you must admit, they smell.
Οι επιβάτες του «Πατρίς»
αφού μαζέψαν μέρες τρεις
σ’ ένα μαντήλι
τα δάκρυα τα μεταξωτά
φύγαν και σφράγισαν μετά
μάτια και χείλη
γέφυρες πάνω στα νερά
κι αυτοί τα μαύρα τους φτερά
λευκαίνουν τώρα
τόσα φεγγάρια μακριά
θα είναι μάνα ή μητριά
η νέα χώρα;
έφυγαν άνοιξη καιρό
εδώ φθινόπωρο γερό
τα δόντια τρίζει
το θάμπος τ’ άλλου ουρανού
όσο κι αν έρχεται στο νου
δεν τους φωτίζει
Οι επιβάτες του «Πατρίς»
άλλοι αργά κι άλλοι νωρίς
έχουν αλλάξει
γέννησαν πάντρεψαν παιδιά
κάποιων φτερούγισε η καρδιά
κι έχει πετάξει.
*Τους στίχους αυτού του τραγουδιού έγραψε ο στιχουργός λαϊκορεμπέτικων και έντεχνων λαϊκών τραγουδιών και γνωστός στην Ελλάδα, Ηλίας Κατσούλης. Δημοσιεύτηκε στην αριστερή κυριακάτικη εφημερίδα «Πριν» στις 7 Μαΐου 1995, απ’ όπου και το συγκράτησα. Και φυσικά, όπως θα καταλάβατε, μιλάει για το «Πατρίς», το θρυλικό εκείνο υπερωκεάνιο που μετέφερε Έλληνες μετανάστες στην Αυστραλία το ’50 και ’60. Έχει μελοποιηθεί από τον Κρητικό λυράρη και τραγουδιστή Βασίλη Σκουκά και συμπεριλαμβάνεται στο δίσκο του «Τα Άγρια Πουλιά» (δείτε το link από πάνω).
6
Ανάλαφρες πετούν οι εβδομάδες
Τι συνέβη, δεν καταλαβαίνω.
Πώς εσύ, γιόκα μου, στη φυλακή
Πώς σε κοίταζαν οι λευκές νύχτες
και πώς πάλι σε κοιτούν
με το καυτό γερακίσιο βλέμμα
Για τον ψηλό σου το σταυρό μιλούν Μιλούν για θάνατο 1939
9
Ήδη η τρέλα έχει μισοσκεπάσει
την ψυχή μου με τη φτερούγα της
και μου δίνει δυνατό ποτό να πιω
και με τραβάει προς τη μαύρη κοιλάδα
Κατάλαβα πως πρέπει
να αφήσω να με νικήσει όπως άκουγα στο παραλήρημά μου,
ήδη ξένο σε μένα.
Δε θα μ’ αφήσει να πάρω
τίποτα μαζί μου
(όμως την ικετεύω
όμως την ενοχλώ με προσευχή)
ούτε του γιου μου τα τρομερά μάτια
την πέτρινη υπομονή,
ούτε τη μέρα που η θύελλα ήρθε,
ούτε την ώρα της επίσκεψης στη φυλακή
ούτε τη γλυκιά δροσιά των χεριών
ούτε το θόρυβο της σκιάς στις λεύκες
ούτε το μακρινό ανάλαφρο ήχο-
την παρηγοριά των τελευταίων λόγων.