Δημήτης Ψαλλίδας, Από το “Σπάζοντας την κλειδαριά στου μυαλού τη φυλακή”

1381315_1420572068166090_1200189925_n

III

Από μικρός μου άρεζαν
οι βιωματικές ιστορίες.
Αυτές,
που γίνεσαι πρωταγωνιστής,
όσο κρατά το διάλλειμα,
και μόλις επιστρέψεις
στον χείμαρο των στιγμών,
είσαι αλλαγμένος
-όχι στη διάθεση μονάχα-
μέσα σου πάνω απ’ όλα.

Μια φλόγα ζεσταίνει την καρδιά
και καρτερείς,
με μάτια διάπλατα από χαρα,
και προσμονείς,
σαν το μικρό παιδί μπροστά σε τούρτα,
να σου δωθεί η αφορμή,
πράξη να κάνεις
όσα έχεις μάθει.

Έτσι και με την ιστορία.
Υπάρχουν τόσοι τρόποι
να μάθεις τα συμβάντα,
μα έναν μονάχα αγάπησα.
Αυτόν που γίνεσαι κομμάτι της
και βγάζεις τα συμπεράσματα σου.

Νιώθεις
τη θλίψη,
τη χαρά,
στον όλεθρο του άθους πνίγεσαι
και στης εξέλιξης το τρένο
ψάχνεις εισητήριο.

Κακά τα ψέματα,
απ’ τις πηγές
μαθαίνεις την αλήθεια.

Ζακ Πρεβέρ, Για σένα αγάπη μου

images

Πήγα στην αγορά με τα πουλιά
Κι αγόρασα πουλιά
Για σένα
αγάπη μου
Πήγα στην αγορά με τα λουλούδια
Κι αγόρασα λουλούδια
Για σένα
αγάπη μου
Πήγα στην αγορά με τα σιδερικά
Κι αγόρασα αλυσίδες
Βαριές αλυσίδες
Για σένα
αγάπη μου
Και μετά πήγα στην αγορά με τους σκλάβους
Και σ’ έψαξα
Αλλά δε σε βρήκα
αγάπη μου

Κώστας Σοφιανός, Ποίημα του 1945

big-G20_blood_on_road

Ηρώδειο:
Η υγρή ψυχή των ψηφοφόρων
ελαύνεται εις πάθος,
φταίνε οι τόνοι της “Ποιμενικής”
(για ό,τι γράφω, γράψε λάθος
αν λάβει γνώση ο ανακριτής…)

Φθηνές, εσθήτες, λιλιά, λοφία
χοντρές κυρίες που έχουν γνώμη,
στολές – γαλόνι
Πρώτες σειρές
συγκαταφάσκουσα μπουρζουαζία.
Αν είχα θάρρος κι ένα μπετόνι…
“μα τι σας φταίει η κοινωνία;”

τα σπίρτα κρύβω –

πρέπει να στρίβω

με υποπτεύονται για αναρχία.

*Δημοσίευση περιοδικό “Ήχος +Hi Fi”, Νο 77, Αύγουστος 1979. Αναδημοσίευση “Κοινωνική Αρμονία” Νο 29, 1/2009, από όπου και το πήραμε.

Alejandra Pizarnik, Εξορία

1238120_10203045703729596_1495396128_n

Στον Raúl Gustavo Aguirre

Αυτή η μανία να με νομίζω άγγελο
δίχως ηλικία,
δίχως ένα θάνατο που να μπορώ να ζήσω,
δίχως συμπόνια για τ’ όνομά μου
μήτε γι’ αυτά τα κόκκαλα που περιφέρονται και κλαίνε.
Και ποιος δεν έχει μια αγάπη;
Και ποιος δεν χαίρεται ανάμεσα σε παπαρούνες;
Και ποιος δεν κατέχει μια φωτιά, ένα θάνατο,
ένα φόβο, κάτι φρικτό,
κι ας είναι με πούπουλα
κι ας είναι με χαμόγελα;
Μοχθηρό παραλήρημα ν’ αγαπάς μια σκιά.
Η σκιά δεν πεθαίνει.
Κι η αγάπη μου
αγκαλιάζει μονάχα αυτό που ρέει
σαν λάβα κόλασης:
μια σιωπηρή στοά,
φαντάσματα σε γλυκιά διέγερση,
ιερείς από αφρό,
και πάν’ απ’ όλα αγγέλους,
αγγέλους ωραίους σαν μαχαίρια
που ανυψώνονται τη νύχτα
κι αφανίζουν την ελπίδα.

*Aπό την ποιητική συλλογή “Οι χαμένες περιπέτειες” (1958). Δεν ξέρουμε τον μεταφραστή. Όποιος τον ξέρει να μας ειδοποιήσει για προσθέσουμε το όνομά του εδώ.

=====================
Η Alejandra Pizarnik (Αλεχάντρα Πισάρνικ) γεννήθηκε στο Μπουένος Άιρες στις 29 Απριλίου του 1936 από γονείς μετανάστες από την Ανατολική Ευρώπη. Αποτελεί μια από τις εμβληματικότερες φιγούρες της λογοτεχνίας της Αργεντινής κατά το δεύτερο ήμισυ του εικοστού αιώνα. Η ποίησή της χαρακτηρίζεται από μια βαθιά εσωστρέφεια και ένα λιτό αισθησιασμό όπου η κάθε λέξη αποκτά τη δική της οντότητα. Το 1958 εξέδωσε την τέταρτη ποιητική συλλογή της, Οι χαμένες περιπέτειες, από την οποία το ποίημα «Εξορία». Η συλλογή ποιημάτων, Δέντρο της Άρτεμης (1962), με πρόλογο του Οκτάβιο Πας, σηματοδότησε την ώριμη περίοδο της ποιητικής της καριέρας. Η Πισάρνικ αυτοκτόνησε στις 25 Σεπτεμβρίου του 1972, παίρνοντας υπερβολική δόση ναρκωτικών.

**Ευχαριστίες στον Σούλη Θωμόπουλο που το ανάρτησε στη σελίδα του στο facebook.

Μαρία Θεοφιλάκου, O Mέλλοντας Tης Bροχής

%CE%BF+%CE%9C%CE%AD%CE%BB%CE%BB%CE%BF%CE%BD%CF%84%CE%B1%CF%82+%CF%84%CE%B7%CF%82+%CE%B2%CF%81%CE%BF%CF%87%CE%AE%CF%82

Μπροστά η σκιά των ημερών,
Με το ταμ ταμ, τα τύμπανά της, προμαντεύει
Την έχιδνα που κροταλίζει οmertà κουλουριασμένη,
Ενόσω αχαμνός καιρός ζυγιάζει τους αρμούς μας με το χώμα.
(Αίσθημα το κοινό ή παράδοξο μας οδηγεί στα χιόνια)

Ακολουθούμε την πομπή, φίλε, κουτρουβαλώντας.
Στα υγρά στενά, φολίδες απ’ ολισθηρές φωνές που σκορπιστήκαν,
Και οι άκληροι αυτόχειρες των στοιχισμένων δέντρων,
Λουστράρουν τα παπούτσια σου καθώς περνάμε.
(Πόσες στάλες του τίποτα αβάσταγα το τίποτα τρυπάνε)

Και πουθενά δεν κατοικεί ο ευγενής παλιάτσος των σπαρτών μας —
Δεν έχει πια δουλειά για κείνον σε γη χέρσα·
Άσπαρτες θε να μείνουνε οι απάτες
Που απορροφούν, με γλώσσες μπαμπακένιες,
Αυτό το υδρόφιλο κακό που δε σ’ αφήνει.
(Κρύψου παλιάτσο μου βαθιά μες στα φτωχά μας στήθη)

Το μολυβί, ακέριο του το βάρος θα φορτώσει
Στα ρείθρα — στις υδρορροές,
Στις τρύπιες μας ημέρες—
Κι έχουμε ανάγκη στα σκιερά μια κάποια διωρία,
Προτού μέσα στα όμβρια να βουτηχτούμε φέτος.
(Δεν έχει άνωση τούτος ο χαλασμός να μας σηκώσει)

Κράτα μια ανάσα·
Να σκύψει το παχύ του γένι ο Μέλλοντας πάνω στην πολιτεία,
Να βρούμε από πού έρχεται τούτη η υγρασία·
Ψηλά ή χάμω τελικά
Τινάζονται τα υδαρή πανιά του άρρητου πόνου,
Κοντά με τα ανθρώπινα ή τα πουλιά που πάνε.

*Πρώτη δημοσίευση περιοδικό “Το Παράθυρο”, Τεύχος Σεπτεμβρίου 2011 (ένα ακόμα ζεστό «ευχαριστώ» στην Άννα Νιαράκη). Εμείς “δανειστήκαμε” το ποίημα και την εικόνα της ανάρτησης από εδώ: http://trenopoiisis.blogspot.gr/2012/12/maria-theofilakou.html

Fernando Pessoa, Αποσπάσματα από το “Καπνοπωλείο”

1609622_10152016488379620_352995842_n

Σήμερα είμαι ηττημένος, λες και γνώρισα την αλήθεια.
Σήμερα είμαι διαυγής, λες και πρόκειται να πεθάνω.
Λες και η επαφή μου με τα πράγματα δεν ήταν μεγαλύτερη
απ’το να πω ένα αντίο, αυτό το σπίτι κι αυτή η γωνιά του δρόμου να γίνονται
μια σειρά από βαγόνια, που αναχωρούν στο άκουσμα μιας σφυρίχτρας
που αντηχεί μέσα απ’ το κεφάλι μου,
και ένα τίναγμα των νεύρων κι ένα ράγισμα των οστών καθώς πηγαίνουν.

Σήμερα είμαι συγχυσμένος, σαν κάποιος που αναρωτήθηκε, ανακάλυψε και ξέχασε.
Σήμερα είμαι διχασμένος ανάμεσα στην πίστη μου,
στην εξωτερική πραγματικότητα του Καπνοπωλείου στην άλλη άκρη του δρόμου
και στην εσωτερική αλήθεια του αισθήματός μου, πως όλα δεν είναι παρά ένα όνειρο.

Απέτυχα σε όλα.
Μη έχοντας κανέναν σκοπό, ίσως πράγματι όλα να ήταν ένα τίποτα.
Γνωρίζοντας τι έχω,
γλίστρησα από το παράθυρο στο πίσω μέρος του σπιτιού,
κι ύστερα ξεχύθηκα στον κάμπο με προσδοκίες μεγάλες,
αλλά δεν βρήκα παρά δέντρα και χόρτα,
κι όταν υπήρχαν άνθρωποι δεν ήταν παρά ίδιοι μ’ όλους τους άλλους.
Απομακρύνομαι μ’ ένα βήμα απ’ το παράθυρο και κάθομαι στην καρέκλα.
Τι πρέπει να σκεφτώ τώρα?

{…}

Έπειτα, αφήνομαι πίσω στην καρέκλα
Και συνεχίζω να καπνίζω.
Όσο μου το επιτρέπει το πεπρωμένο θα συνεχίζω να καπνίζω.

Εννέα βήματα και μια στάση

1454412_464101947032881_2134087525_n

Έμβολο της μηχανής
του σύννεφου κατοικία και κόσκινο συνάμα
Στην ακρόπολη ακόμα σε θρηνούν
Μα εσύ θα ανασάνεις μες στο θαύμα

διαβήκαμε την έρημο
με την δίψα δεύτερο ίσκιο
και την τυφλότητα
σαν όρνεο να τρυγάει τη ματιά μας

και στον ωκεανό του ψεύδους
της βυθοσκόπησης η πρώτη μαθητεία
της περιέργειας η αμαρτία
βαραίνει τα μελλούμενα μας

Ζούμε ήσυχα κάτω από το δέρμα
Δεν είναι ψέμα και ας μοιάζει αλήθεια
ώσπου από την κοιλότητα της νύχτας
στο φως νέας μέρας να ξανασαρκωθούμε

Μα η αντανάκλαση σαν φευγαλέα νιότη
Ένα εξαπτέρυγο που στροβιλίζεται αιωνίως
Και ο χορός που συνεπαίρνει τα κορμιά μας
Εννέα βήματα και μια στάση

*Αναρτήθηκε μαζί με την εικόνα από το παιδί-φάντασμα στην Επικράτεια του Μηδενός στο http://epikrateiatoumidenos.blogspot.com απ’ όπου και αναδημοσιεύεται.

Άγνωστος Μετανάστης, Μη με φωνάζεις “Ξένο”!

1558441_435634939903143_887775458_n

Επειδή άλλη μάνα με γέννησε
και σ’ άλλη γλώσσα άκουσες εσύ
τα όμορφα παιδικά σου παραμύθια…
μη με φωνάζεις «ξένο»

το ψωμί σου δε διαφέρει απ’ το δικό μου
το χέρι σου είναι όμοιο με το δικό μου,
σαν τη φωτιά καίει
και η δική μου φωτιά.
Γιατί λοιπόν με φωνάζεις «ξένο»;

Επειδή σ’ άλλους δρόμους βρέθηκα
και σ’ άλλο λαό γεννήθηκα
και άλλες θάλασσες γνώρισα
και απ’ αλλού σάλπαρα;

Αλλά το ίδιο άγχος κρύβουμε κι οι δυο
η ίδια εξάντληση
στην πλάτη μας βαραίνει,
αυτή που συντρίβει το κάθε θνητό
μέσ’ απ’ του χρόνου τα σκοτάδια
από τότε που σύνορα δεν είχαν τεθεί
κι ανάμεσά μας ακόμη δεν είχαν φθάσει
όσοι διχάζουν
και σκοτώνουν το φτωχό,
αυτοί που κλέβουν
και μοιράζουν ψέμματα,
αυτοί που εμπορεύονται κι εμάς
και θάβουν αδίστακτα τα όνειρά μας
όσοι εφεύραν αυτή τη λέξη
τη σκληρή: «ξένος».

λέξη παγωμένη και γεμάτη θλίψη
που θυμίζει αλησμοσύνη κι εξορία.

Αν θέλεις το καλό μου να είσαι καλός
σταμάτα τώρα να με φωνάζεις «ξένο»
αν θέλεις, κοίταξέ με στα μάτια,
ποιο πέρα απ’ το μίσος
ας φθάσει η ματιά σου,
ας ξεπεράσει φόβο, εγωισμό.

Για δες, άνθρωπος είμαι κι εγώ
Όχι, δεν είμαι «ξένος»!

Αλέξης Αντωνόπουλος, Προσευχή

Naked-In-The-Wind

α’

Δεν μπορώ να γράψω εδώ.
Συνέχεια θόρυβος.
Συνέχεια.
Δεν
σκάνε
ποτέ.
Και όλοι φαίνονται το ίδιο
κι εγώ φαίνομαι το ίδιο με αυτούς.

Και τώρα έχει θόρυβο.
00:32 και δεν σκάνε.
Δεν σκάνε.

Αλλά πρέπει να συνεχίσω να γράφω.
Δεν μπορώ να χάσω κι αυτό.
Δεν πρέπει να ξεχάσω.

β΄

Εύχομαι να διαβάζεις αυτό το ποίημα.
Αν το διαβάζεις, σημαίνει πως τα κατάφερα.
Ή τουλάχιστον κατάφερα να πω κάτι αληθινό εδώ
και ν’ ακουστώ από σένα.

Έχει ησυχία εκεί που είσαι τώρα;

Αν έχει ησυχία, μην κρίνεις τις λέξεις μου αυστηρά.
Οι λέξεις είναι δύσκολες για μένα τώρα, μα θέλω να τις έχεις.

Αν έχει θόρυβο εκεί που είσαι
ή αν ακόμα κι η ησυχία σε κουφαίνει,

όπως συμβαίνει όταν η σιωπή κρύβει
τα όνειρα
που κάποτε μας χρέωσαν ως αμαρτίες,

τότε θέλω να ξέρεις πως είμαι εδώ
με το τετράδιό μου ανοιχτό
και προσπαθώ να μην ξεχάσω.

Παλεύουμε ενάντια σε μια αόρατη απειλή
έναν αιώνιο πόλεμο
που σαν ονομάσουμε με λέξεις
χάνεται
για να επανεμφανιστεί ως μια καινούργια λέξη
ένα καινούργιο δόλωμα που θα ματώσει τα χέρια
όσων προσπαθήσουν να το πνίξουν.

Και κοιτάζοντας τις παλάμες μας
θα δούμε μονάχα το αίμα·
το δικό μας και των αδελφών μας.

Κι εκείνο που προσπαθήσαμε να πνίξουμε
θα ζει και θα μας μαστιγώνει
και θα μας σκοτώνει
κάθε μέρα
μέχρι εσύ
να ονειρευτείς το όνειρο που μας αξίζει.

*Για περισσότερα κείμενα του Αλέξη Αντωνόπουλου, μπορείτε να επισκεφτείτε τον ιστότοπό του στη διεύθυνση http://www.alexantonopoulos.com

Janet Galbraith, This Day / Αυτή η Μέρα

011


(for Bally)

The scent of sweat and toxins
climbs to my nose
my skin expelling what it can
there have been days of this
days

and yet now that I am here
sitting in front of my computer
I find that anxiety has lifted a little
sits beside me
not on top.

My blue heeler lies behind me
snoring
warmed by the heater
and my presence.

Earlier he was bounding through the front yard
watching the blue wrens
skitter in and out of the gate
in what little sun this day allows.


*From the collection “re-membering”, Walleah Press 2013, page 5.

Janet Galbraith, Αυτή η Μέρα

(στον Bally)

Η μυρωδιά του ιδρώτα και των τοξινών
σκαρφαλώνει στη μύτη μου,
το δέρμα μου αποβάλει ό,τι μπορεί
υπήρξαν ημέρες σαν κι αυτές
μέρες

και όμως τώρα που είμαι εδώ
κάθοντας μπροστά στον υπολογιστή μου,
βλέπω ότι το άγχος έχει ελαττωθεί λίγο
κάθεται δίπλα μου
αλλά όχι πάνω μου.

Το γαλάζιο σκυλί μου ξαπλώνει πίσω μου
ροχαλίζοντας
ζεσταμένο από τη θέρμανση
και την παρουσία μου.

Νωρίτερα είχε πηδήξει απ’ την μπροστινή αυλή
παρατηρώντας τα γαλάζια τζιτζίκια
κινούμενος ελαφρά μέσα και έξω από την πόρτα
σ’ αυτό τον ελάχιστο ήλιο
που επιτρέπει αυτή η μέρα.

*Από την ποιητική συλλογή “re-membering”, Walleah Press 2013, σελίδα 5.

**Μετάφραση: Δημήτρης Τρωαδίτης.