Βασίλης Κουστούδας, H ελευθερία του καθενός

Ζωγραφική σύνθεση Kathe Kollwitz

Ζωγραφική σύνθεση Kathe Kollwitz

H ελευθερία του καθενός
καθορίζεται μοναχά
από το μήκος της αλυσίδας του…

Τι τα μετράς λοιπόν τα μέτρα σου
και τι τα λογαριάζεις

για πόσους κρίκους ξεπουλάς
και πόσους αγοράζεις

με την μεταλλικήν σκουριά

όσο μακραίνει η μοναξιά

και είναι οδός ο πόνος

τόσο μακραίνει η λεφτεριά

σφυρηλατώντας τον χαλκά

σαν απομένεις μόνος…

3/3/2013 Ζωγραφική σύνθεση Kathe Kollwitz

Σπύρος Μαρούλης, Πολυάσχολη σεζόν …

1779961_635300186526372_1239146434_n

Πολυάσχολη σεζόν
για τις σταγόνες της βροχής
Διασχίζουν την ποίηση
Καθαρίζουν τα αδιέξοδα των ερώτων
Φορούν κόκκινα περιβραχιόνια
Μας βοηθούν να απαλλαγούμε
απ’ τους παρατεταμένους ψαλμούς
Υπενθυμίζουν στα λουλούδια να δακρύσουν,
Στις φυλλωσιές των δέντρων
να αποβάλουν από το οξύ ράμφος τους τα ζιζάνια
Στο μεθυσμένο, γέρικο, κοκαλιάρικο άλογο
να καμαρώσει τις αντοχές του…
Το απόγευμα μερικές κρέμονται ακόμα
στο περβάζι του παραθύρου…
Στέκομαι σε μία νεαρή…αδύνατη…
και διαβάζω τις φράσεις
πού ‘ναι γραμμένες στα χείλια της…

Ειρηναίος Μαράκης, Φαρμακονήσι

i-eikona-pou-sygklonizei-kai-mas-ntropiazei-farm-500x300

Πολύ κρύο φέτος, μητέρα
η θάλασσα πιο παγωμένη
κι απ’ τα χώματα της πατρίδας,
πνίγομαι, μητέρα
με πνίγουν

κι αν δεν με πνίξουν
θα έχουνε έτοιμη τη σφαίρα
για να την καρφώσουν στο κρανίο μου

αλλά τα όνειρα δεν πεθαίνουν, μητέρα
ούτε με σφαίρες
ούτε με διατάγματα

ο χρόνος τους τελειώνει
αυτοί κρυώνουν περισσότερο από εμάς
και παρηγοριά, προστασία ζητάνε
μέσα στα πολυτελή σαλόνια τους.

Πολύ κρύο φέτος, μητέρα
οι καρδιές τους πιο παγωμένες
κι απ’ τα χώματα της πατρίδας,
πνίγομαι, μητέρα
με πνίγουν

κι όταν με πνίξουν
έτοιμη θα έχουνε τη δικαιολογία
για να βεβηλώσουν τη μνήμη μου

ο χορτάτος υπουργός
ο ραφινάτος επιχειρηματίας
ο λογοτέχνης με τις υπόγειες διασυνδέσεις

οι προαιώνιοι εχθροί μας
με το μεγάλο στόμα
και το ελάχιστο μυαλό
που για αίμα διψούν και για χρήμα
ελπίζοντας πως θα τη βγάλουν καθαρή
και φέτος.

Πολύ κρύο, μητέρα
όμως, τα δάκρυα σου
ζεστή κρατούν την ελπίδα
ξεπλένουν τους φόβους μας

να θυμώνεις, μητέρα
να κλαις, ακούς;
έτσι κάνουν οι άνθρωποι, ακούς;

έτσι κι αλλιώς, δεν θ’ αργήσει εκείνη η μέρα
όπου κι εμείς, με τα δικά μας πλοία
σαν κάποιο παγωμένο Οκτώβρη χρόνια πριν
τα κανόνια θα πάρουμε απ’ την καρδιά μας
για να τα στρέψουμε στις τσέπες τους.

Εκεί να δεις δάκρυα, μητέρα…

24/1/2013

Θεοχάρης Παπαδόπουλος, Φαρμακονήσι

Φαρμακονησι

Σαν τύχει και ο δρόμος σου σε φέρει
και περάσεις απ’ το Φαρμακονήσι
ένα κλάμα θ’ ακούσεις.
Είναι μικρά παιδιά, που κλαίνε.
Παιδιά που αναρωτιούνται το γιατί.
Πάρε το κλάμα τους
και κάνε το οργή.

Nanja Noterdaeme, On the other side

Renato Guttuso, Occupazione delle terre (1946)

Renato Guttuso, Occupazione delle terre (1946)

What?
What?
He broke his arm?
Now what?
On the other side
He’ll learn to write.
What what
He broke his heart?
Now what?
On the other side

What? What?
He broke
his joy?
Take the glue and stick it
to pain, because it has to
be jointed all over again.
Import the glue from Spain,
from the Caribbean, and mix it with
dew, flour and honey.
Glued pain should bend,
Bend still bend to feel
the shoulder of a friend.
Bring the scissors to open
sealed ears to sweet waving sounds of
melodies, softly healing the pain in
the sweet soothing song of the rain.

Δύο ποιήματα για το Φαρμακονήσι

1600110_10201410558401775_1979029217_n

Θάνος Λουμπρούκος, Φαρμακονήσι

Φύλαξες σκοπιά και τι κατάλαβες;
Ριπές μετάλαβες από αναποδιά.
Σήματα καπνού με τον ασύρματο:
άντε, ξεκίνα το! (κρίση πανικού)

Πέρναγε ο στρατός με τα F-16 τους,
ραντάρ στην τάξη τους – σμήναρχος δειλός.
Αϊ-Γιώργη εσύ στραβά λογάριασες
και δε χαμπάριασες νύχτα τη Σφαγή.

Κρούσματα πολλά με γιώτα τέσσερα
και δεκατέσσερα χάπια στη σειρά.
Έλεγχος σκληρός – επιθεώρηση –
Σινούκ θεώρηση, έγκλειστος καιρός.

Τρόφιμα, νερό για την ενέδρα τους.
Είχαν στην έδρα τους φύλακα Ουρανό.
Σύροι κι Αφγανοί οι μετανάστες μας
αφού οι δυνάστες μας ψεύτικα ικανοί.

Πέρασα τζιτζί, αχ Φαρμακούσα μου.
Έγινες μούσα μου, ποίηση χακί!
Μάνο θα πνιγώ, την Τρίτη έφυγα,
δεν το απέφυγα. Λάντζα για την Κω.

1655110_10201410565201945_418253101_n

Τέλλος Φίλης, Κάιρο, Δαμασκός, Κίεβο

Κάιρο, Δαμασκός, Κίεβο
όλη τη νύχτα
μα το πιο πυκνό σκοτάδι 
στο Φαρμακονήσι
ένας κόσμος με «ψυχολογικά προβλήματα»
μόνη διέξοδός του η αυτοκτονία

και ο ύπνος μια χαμένη άνοιξη
που διαπραγματεύεται αν θα ανθίσει
ζητά ενα πλεόνασμα ανθρωπιάς
που πια απο καιρό δεν διαθέτουμε

*Τα ποιήματα και οι εικόνες αναδημοσιεύονται από το Εντευκτήριο στη διεύθυνση http://entefktirio.blogspot.com.au/2014/01/blog-post_24.html

Κατερίνα Γώγου, Απόντες, 986 π.χ.

1653947_1455280791358194_1170434530_n

Στη Χώρα των Απόντων.
Στη Χώρα αυτής της Λογικής.
Στη Χώρα Χωρίς Φώτα.
Που και που
Η κακή λάμψη κάποιου τσεκουριού
Ή κάποιου περιπολικού
-δεν ξέρω τα μπερδεύω-
Φωτίζει κακά το γοερό κλάμα ενός παιδιού
Και κάτι φράσεις χημικές σαν..
”τώρα περνάω δυο φορές απο το σώμα μου..”
Που είναι το δικό μου.”

Σπύρος Μεϊμάρης, Παίζω το Πιάνο της Ζωής μου

piano

Παίζω το πιάνο της ζωής μου.
Είναι κάτι σαν ποταμός που παρασύρει
τα πάντα στο διάβα του.
Δίπλα μου οι άλλοι κοιμούνται.
Τον ήξερες εσύ αυτόν τον ύπνο,
τον είχες καταλάβει από παλιά.
Δεν άλλαξε τίποτα όλα αυτά τα χρόνια,
παρά μόνο προς το χειρότερο.
Γι’ αυτό κι εσύ παίζεις το σκοπό σου
χωρίς πίκρα ή τύψεις.
Όμως ο ήλιος έλαμψε, το τραγούδι φάνηκε.
Τα γύρω βουνά μου γνέφουν,
τα χέρια χτυπούν τα πλήκτρα.

*Από τη συλλογή “Ποιήματα 2009-2013”.

Νάνος Βαλαωρίτης, Τροία


Στη μνήμη των πνιγμένων σε μια ακόμα κρατική δολοφονία

Πόσοι στο πέλαγος, πόσοι πνιγμένοι
κι όσοι γυρίζοντας θα ναυαγήσουν-
όλοι περίμεναν να σ’ αντικρύσουν.
Μονάχα ο θάνατος δεν περιμένει.

Στις αμμουδιές, θυμήσου, οι πεθαμένοι,
καθώς περνάς, γυρεύουν να μιλήσουν.
Κείνα που χτίσαμε θα μας γκρεμίσουν.
Μοιάζει να νίκησαν οι νικημένοι.

Τούτη την άνοιξη, κανείς δεν ξέρει!
Ο ποταμός μού γέμιζε το στόμα
κι ο ήλιος με κρατούσε από το χέρι.

Τ’ άλογα γύριζαν χωρίς το σώμα.
‘Οταν ξανάρθαμε το καλοκαίρι,
Θε μου, πώς άλλαζαν οι πύργοι χρώμα!

(Από την ποιητική συλλογή “Ποιήματα Ι (1944-1964)”

Δημήτριος Γκόγκας, όσο διαρκούσε η ξενιτιά

Original Ballet Russe 0. 1940-41

Την έσυραν χιλιόμετρα μακριά
αιχμάλωτη της ξεινιτιάς
και μιας Άνοιξης που την περίμενε χρόνια

Από το γκρίζο πέτρινο σπίτι
το μάτι του παιδιού έβλεπε τα χελιδόνια
δεν ήθελε να ξανάρθουν καμία Άνοιξη

Την βάλανε γυμνή μπροστά στους δικαστές
με τις άσπρες ρόμπες
θόλωσε για μια στιγμή
(τόσες δεκάδες παιδάκια σαν δικαστές)

Της κοίταξαν τα δόντια
τα πόδια
και (αλοίμονο) τα χέρια
ποιος θα έπαιρνε εργάτη χωρίς χέρια.

Το μόνο που δεν ζήτησαν ήταν να μιλήσει
την φωνή της δεν την άκουσε κανείς
την έκλεισε μέσα στα γράμματα της Άνοιξης
κι απλώθηκε στους χρόνους της ένα χειμώνας
σαν σημαία στο πέτρινο σπίτι.

τα χελιδόνια δεν ήρθαν όσο διαρκούσε η ξενιτιά
η Άνοιξη φευγαλέα
μια ηλιακτίδα κι ύστερα ανάσα μέσα στην ανάσα
λίγο νερό, λίγο χώμα
αυτό ήταν το τραπέζι της
λίγο νερό και λίγο χώμα.

Το χέρι του παιδιού που ζητούσε
με ένα σπαθί το έκοψαν
ήταν βλακώδες αυτό που πίστευε είπαν.
Ζητιάνευε την Άνοιξη.

Κι οι δικαστές;
αχ αυτοί οι δικαστές
άλλαξαν τις ρόμπες τους
και χρόνια τώρα φορούν τα μαύρα
και κρατούν τα γρανάζια των εποχών.
Δεν το έμαθε ποτέ της
ψέλισε.

*Το ποίημα προέρχεται από το ιστολόγιο του Δημήτρίου Γκόγκα στη διεύθυνση http://gogasdimitrios.blogspot.com/2014/01/blog-post_22.html