Georg Trakl, Όνειρο του κακού (Πρώτο σχεδίασμα)

Trakl+Portrait

Μια σκούρα χρυσή καμπάνα αντηχεί –
ένας εραστής σε σκοτεινό δωμάτιο ξυπνάει·
το μάγουλο στις φλόγες· φως, τρεμοπαίζοντας, στο τζάμι
χτυπάει.
Λάμπουν στο ποτάμι: κατάρτι, σκοινιά, πανί.

Ένας μοναχός, μια έγκυος γυναίκα μες στον συνωστισμό.
Κιθάρες παίζουν και αστράφτουν κόκκινες ποδιές.
Ατμόσφαιρα αποπνικτική· μες σε λάμψη χρυσή ξεραίνονται
οι καστανιές.
Μαύρη υψώνεται η εκκλησία προκαλώντας θαυμασμό.

Από μάσκα χλωμή το Πνεύμα του Κακού κοιτάζει.
Μία πλατεία σκοτεινιάζει μακάβρια και φρικτή·
Ψίθυροι, το βράδυ, στα νησιά κινούνται.

Ασαφή οιωνό το πέταγμα των πουλιών διαβάζει
ο λεπρός, που ίσως πεθάνει και σαπίσει ως την αυγή.
Στο πάρκο τ’ αδέλφια, τρέμοντας, κοιτιούνται.

*Μετάφραση Μιχάλης Παπαντωνόπουλος
http://mixalispapantonopoulos.blogspot.com

Katerina Gogou, Schau, wie sich Wege
 / Κατερίνα Γώγου, Κοίτα πως χάνονται οι δρόμοι


iya-aeeuia-173-256x300
`
Κοίτα πως χάνονται οι δρόμοι

μες τους ανθρώπους…

τα περίπτερα πως κρυώνουνε

απ΄τις βρεγμένες εφημερίδες

ο ουρανός

πως τρυπιέται στα καλώδια

και το τέλος της θάλασσας

από το βάρος των πλοίων

πόσο λυπημένες είναι οι ξεχασμένες ομπρέλες

στο τελευταίο δρομολόγιο

και το λάθος εκείνου που κατέβηκε

στην πιό πρίν στάση

τα αφημένα ρούχα στο καθαριστήριο

και τη ντροπή σου

ύστερα από δύο χρόνια που βρήκες λεφτά

πώς να τα ζητήσεις

πως τσούκου τσούκου

αργά μεθοδικά μας αλλοιώνουνε

να καθορίζουμε τη στάση μας στη ζωή

από το στύλ της καρέκλας…
.

*


Schau, wie sich Wege

in Menschen verlieren…

die Kioske

unter feuchten Zeitungen frieren

wie der Himmel

von Kabeln durchlöchert ist

und auf das Ende des Meeres

durch der Schiffe Gewicht

die vergessenen Regenschirme

wie traurig sie sind
auf ihrer letzten Reise

und der Irrtum von dem
der eine Station zu früh ausstieg

die nicht abgeholten Klamotten in der Reinigung

und wie verlegen du warst nach zwei Jahren

als du den Schein gefunden dafür

wie sie uns nach und nach verbiegen

mit Methode

dass wir unsere Haltung zum Leben ableiten

aus der Form eines Stuhles…

.

Lawrence Ferlinghetti, Τεράστιο χοντρό μαλλιαρό όραμα του κακού

lf-derby

Κακό κακό κακό κακό
Ο Κόσμος είναι κακό
Η Ζωή είναι κακό
Όλα είναι κακό
αν καβαλήσω το άλογο του μίσους
με το κακό μισόκλειστο μάτι του
να γυρνά τον κόσμο στο κακό
το Κακό είναι Θάνατος ξαναζεσταμένος
το Κακό είναι Ζωή συλλαβισμένη ανάποδα
το Κακό είναι αρνί που καίγεται ζωηρά
το Κακό είναι αγάπη ψημένη στη σούβλα
που γυρνάει κόντρα στον εαυτό της
το Κακό είναι κριθαράκι στο μάτι του σύμπαντος
κρεμασμένο σ’ ένα άλογο που βήχει
που μ’ ακολουθεί τη νύχτα
σ’ έναν κούφιο δρόμο
φορώντας παρωπίδες
το Κακό είναι πράσινα γάντια
γυρισμένα το μέσα έξω
δίπλα σ’ ένα διπλό μαρτίνι
πάνω σ’ ένα τραπέζι για κοκτέιλ
το Κακό είναι πλούσιο σε δόντια αλόγου
το Κακό με κυνηγάει
με πόδια από κόλλα
τρέχω.
Κακό είναι να γαμάς άγνωστες
ύστερα από κοκτέιλ πάρτυ
Καϋμένη σάρκα δεν είναι κακό
Κρέας μοναχικό δεν είναι κακό
αλλά κακό είναι σταμπαρισμένο
στο παράθυρό μου.
Είμαι παρανοϊκός για το κακό
το Κακό είναι σαράντα χρονών
και στο λάθος μυαλό μου
το Κακό είναι να ‘χεις χάσει το νου σου
στον ύπνο ή στον ξύπνιο
το Κακό περνάει στα τυφλά
μεσ’ από τ’ ακροδάχτυλα του νου
σε οράματα μαριχουάνας
όπου ένα άλογο περπατάει
ένα άλογο που θέλει να με φάει
το Άλογο τρώει τη συνείδηση
το φοβάμαι
τρέχω
σε μισώ κακό
τρελό άλογο.
Όλοι μας τρελαινόμαστε
όταν πεθαίνουμε
αλλά να καβαλάμε ζωντανοί
το τρελό άλογο
είναι μια μορφή θανάτου
κάθε τρελή μέρα κι ένας θάνατος
είμαι παρανοϊκός γι΄αυτό
το Κακό έχει βγει να με πιάσει
το Άλογο καμπουριάζει πίσω μου
φορώντας παρωπίδες
το Άλογο θέλει να ανέβω πάνω του
το Άλογο θέλει να καβαλήσω
δίχως γκέμια
τρέχω να του ξεφύγω
με δυο πόδια
φοβάμαι
δεν θέλω να πεθάνω.

Μετάφραση: Κ. Γιαννόπουλος και Φ. Αθέρας

Ingeborg Bachmann, Στον ήλιο

Εδώ η Ίνγκεμποργκ Μπάχμανν (1926-1973) απαγγέλλει το ποίημα «Στον ήλιο».

Ωραιότερος από την αισθητή σελήνη και το τιμημένο της το φως,
Ωραιότερος από τ’ αστέρια, τα φημισμένα τάγματα της νύχτας,
Πολύ ωραιότερος από την πύρινη εμφάνιση ενός κομήτη
Και για πολύ ωραιότερα προορισμένος από κάθε άλλον αστέρα,
Γιατί η δική σου κι η δική μου η ζωή από ’κείνον κρέμεται κάθε ημέρα, ο ήλιος
είναι.

Ωραίος ήλιος, που ανατέλλει, που το έργο του δεν τό ’χει αποξεχάσει
Κι ούτε ολοκληρώσει, ωραιότατος το καλοκαίρι, όταν μία ημέρα
Στις ακτές εξατμίζεται και τα ιστία δίχως δύναμη καθρεφτισμένα
Από τα μάτια σου περνούν, μέχρι ν’ αποκάμεις και να συντομεύσεις το τελευταίο.

Δίχως τον ήλιο και η τέχνη ακόμα περιβάλλεται πάλι το μοναχικό σχήμα,
Εσύ δεν μου εμφανίζεσαι πια, και η θάλασσα και η άμμος,
Από ήσκιους μαστιγωμένες, καταφεύγουν κάτω απ’ τα βλέφαρά μου.

Ωραίο φως, που ζεστούς μας κρατά, μας φυλάει και θαυμάσια φροντίζει
Να βλέπω πάλι εγώ κι εσένα να βλέπω πάλι!

Τίποτα ωραιότερο κάτω απ’ τον ήλιο από το να είμαι κάτω απ’ τον ήλιο…

Τίποτα ωραιότερο από το να βλέπω το ραβδί μες στο νερό και το πουλί ψηλά,
Που μελετά το πέταγμά του, και κάτω τα ψάρια κοπάδι,
Με χρώμα, με μορφή, έχοντας έρθει στον κόσμο με μια εκπομπή φωτός,
Και τα περίχωρα να βλέπω, το τετραγωνισμένο σχήμα ενός χωραφιού, τις χίλιες κόχες της χώρας μου
Και το φουστάνι πού ’χεις φορέσει εσύ. Και το δικό σου το φουστάνι,
σαν καμπάνα και γαλάζιο!

Ωραίο γαλάζιο, που μέσα του περιδιαβάζουν τα παγώνια και υποκλίνονται,
Γαλάζιο των μακρινών τόπων, των ζωνών της ευτυχίας με τους καιρούς για το συναίσθημά μου,
Γαλάζια σύμπτωση στον ορίζοντα! Και τα έκθαμβα τα μάτια μου
Ανοίγουν πάλι διάπλατα και τρεμοπαίζουν και καίγονται και πληγιάζουν.

Ωραίος ήλιος, που κι απ’ τη σκόνη ακόμα ο μέγιστος ο θαυμασμός του αξίζει,
Γι’ αυτό κι εμένα όχι για τη σελήνη και τ’ αστέρια κι όχι
Γιατί η νύχτα κομπάζει με κομήτες και μέσα μου αναζητά έναν τρελό,
Αλλά για σένα και σε λίγο δίχως τελειωμό κι όπως για τίποτ’ άλλο
θα με πάρει το παράπονο για την αναπότρεπτη απώλεια των ματιών μου.

Φωτογραφία του Luan Harder

Φωτογραφία του Luan Harder

*Μετάφραση από τα Γερμανικά: Αλέξανδρος Κυπριώτης

**Δείτε στη βιβλιοnet ένα σύντομο βιογραφικό σημείωμα για την Αυστριακή ποιήτρια και συγγραφέα Ίνγκεμποργκ Μπάχμανν και δείτε τα βιβλία της που κυκλοφορούν στα Ελληνικά. Το 1991 ο Werner Schoeter σκηνοθέτησε την ταινία Malina, βασισμένη στο ομώνυμο μυθιστόρημα της Μπάχμανν του 1971 (το οποίο κυκλοφορεί στα Ελληνικά με τον τίτλο “Ο Ιβάν,ο Μαλίνα κι εγώ”). Η διασκευή του σεναρίου ήταν της Ελφρήντε Γέλινεκ, με την Ιζαμπέλ Υππέρ στον πρωταγωνιστικό ρόλο.

***Από το http://logotexnia21.blogspot.gr/2014/02/ingeborg-bachmann.html

Nanja Noterdaeme, Homeless Freedom

????????????????????????????

(for Paulos Fissas, 34, for John Lennon, the immigrants, the poets)

I am still a foreigner in your town,
the one with the unknown words.
I did not bring along those dreaded swords
So than, if you are after my soul,
Go ahead and have a go…

I am still an immense stranger in your town
To hide is difficult, trying to vanish
in shriveled alleys, between the houses,
the garbage and the weary periwinkles. ΄

Did you really believe I came to
live forever on your consecrated lawn?

Oh no, I don’t need the key to
your scary property
so, keep to you the gloomy chains,
the rotten brains of oblivion.

Sweet and human conversations,
nostalgia of homey lands, all wings
of remembrance are miles away
from this petty kingdom.

Did you really believe I would convert your sheepish mobs?
Trust me, I prefer my shoes and dance to hip hops…
Look at the shoes and look at my ale!
they’re both so livid
but my blood is pouring red and rain.

Ιt is a strange experiment
I thought I was living on earth
But in your wire-fenced town
I show a face that does not bow,
I sing an unexpected tongue,
I die to free this desecrated world.
Freedom, Ι long for you wherever I go.

Είμαι ακόμα ένας ξένος στην πόλη σας,
Αυτός με τις άγνωστες λέξεις
Δεν έφερα μαζί μου τα απειλητικά σπαθιά
Λοιπόν εάν γυρεύετε την ψυχή μου, πάρτε φόρα

Είμαι ακόμα ένας απέραντος ξένος στην πόλη σας
Δεν μπορώ να κρύβομαι, εξαφανίζοντας
σε κουρελιασμένα σοκάκια, ανάμεσα στα σπίτια,
τα σκουπίδια και τα φθαρμένα χρυσάνθεμα

Πιστέψατε πραγματικά ότι
Ήρθα να ζήσω για πάντα
Στο άγιο χώμα σας

Τι λέτε, δεν χρειάζομαι το κλειδί
Για τέτοιες περιουσίες,
Κρατήστε λοιπόν τις μουντές αλυσίδες,
σάπια μυαλά της λησμονιάς.
Γλυκές και ανθρώπινες κουβέντες,
Η νοσταλγία πιο οικείων χωρών
στα φτερά της μνήμης
ταξιδεύουν μίλια μακριά
από αυτό το
μικροπρεπείς Βασίλειο.

Πιστέψατε στ’αλήθεια ότι θα ήθελα να προσηλυτίσω τις μάζες σας, τα πρόβατά σας
Προτιμάω τα παπούτσια μου και να χορέψω στον ρυθμό του χιπ χοπ
Κοιτάξτε τα παπούτσια μου και κοιτάξτε την μπίρα μου
Είναι τόσο χλομά, το αίμα μου στάζει σαν κόκκινη βροχή

Είναι ένα περίεργο πείραμα
Νόμιζα ότι ζούσα στη γη
Άλλα στην οχυρωμένη πόλη σας
Δείχνω ένα ασυνήθιστό πρόσωπο
Τραγουδάω μια αλλιώτικη γλώσσα,
Πεθαίνω να ελευθερώσω
Αυτό τον φθαρμένο κόσμο,
ελευθερία, σε αναζητώ όπου και να πάω.

Μαρία Θεοφυλάκου, Ξέρω το πρόσωπό σου

1619471_599347786799088_274310565_n

Ξέρω το πρόσωπό σου
Αμίλητη από τη θέση μου βλέπω όλες τις πτυχές σου
Τα λυπημένα μάτια τα μάτια που χαμογελούν
Τις γωνίες που αλλάζουν τις σκιές που πέφτουν και ορθώνονται ξανά
Όπως γυρνάς

Ξέρω το πρόσωπό σου
Δεν έρχεται από τα μάτια αυτή η γνώση
Τα χείλια σου ξέρω
Όπως οι λέξεις έκθαμβες ακουμπάνε πάνω τους
Όπως ρωτάς

Κι ύστερα ανατινάσσονται στον ουρανό

Ξέρω το πρόσωπό σου με τα φώτα κλειστά
Με τα χέρια απλωμένα και
Την ψυχή να ίπταται λίγο πάνω απ’ το στήθος και
Πώς ψηλαφίζονται στον αέρα τα σημάδια σου
Ξέρω

Και τη συνέχεια την ξέρω
Είσαι ο έρωτας

Philip Levine, Τελευταία λόγια / Last Words

on+the+road2

Αν το παπούτσι έπεφτε από το άλλο πόδι
ποιός θα τ’ άκουγε; Αν η πόρτα
άνοιγε σε ένα άθικτο σκοτάδι
και δεν ήταν όνειρο; Αν η ζωή σου
τέλειωνε με τον τρόπο που ένα βιβλίο τελειώνει
με μισή λευκή σελίδα και τους επιζώντες
να έχουν πάει μακριά στην Αφρική ή στην τρέλα;
Αν η ζωή μου τέλειωνε αργά την άνοιξη
του 1964 ενώ περπάταγα μονάχος
κατηφορίζοντας πίσω τον δρόμο του βουνού;
Τραγουδάω ένα παλιό τραγούδι στον εαυτό μου. Μελετάω
τον τρόπο που το χιόνι παραμένει, γκρίζο
και υγρό, στις βαθιούς ίσκιους των ελάτων.
Αναρωτιέμαι αν το ποδήλατο είναι ασφαλές κρυμμένο
πίσω ακριβώς απ’ τον αυτοκινητόδρομο. Ευθεία μπροστά
ο δρόμος, μαύρος και στριφογυριστός, σβήνει
μακριά, και υπάρχει μια κοιλάδα όπου
έζησα τη μισή μου τη ζωή, απόκοσμη
και ήσυχη. Αναστενάζω με ευγνωμοσύνη,
και τότε αισθάνομαι ένα πόνο παράξενο να ανεβαίνει
από το πίσω μέρος του κεφαλιού μου,
και τα μάτια μου μαυρίζουν. Λυγίζω προς τα μπρος
και βάζω τις παλάμες μου σε κάτι που είναι σκληρό,
την μαύρη άσφαλτο ή ένα χωράφι καλαμιών,
και η κίνηση είναι αυτή του μετανοημένου
ακριβώς πριν να σταθεί στο πλήρες ύψος του
με τη γνώση της τεραστιότητάς του.
Για εκείνη τη στιγμή που θα επιζήσει
το κάψιμο όλων των μικρών πουγκιών
του λίπους και του λαδιού που είναι η ψυχή,
εγώ είμαι η ψυχή που τεντώνεται
ως την απώτατη εμβέλεια των δαχτύλων μου
και παραπέρα, λάμποντας σαν δέκα κεριά
στο θησαυροφυλάκιο της νύχτας για τον καθέναν
που μπορούσε να δει, ακόμα κι αν είναι
12:40 το απόγευμα κι εγώ
έχω περάσει απ’ το σκοτάδι στο φως του ήλιου
τόσο έντονο που ο ιδρώτας ρέει προς τα κάτω
μες στα μάτια μου. Δεν σηκώθηκα.
Ένας αέρας ή ένα ζώο αδέσποτο ή μια ομάδα
από παιδιά με έσυρε στο πλάι
του δρόμου και με γύρισε απ’ την άλλη
ώστε τα ανοιχτά μου μάτια να πλημμυρίσουν ουρανό.
Τα ρούχα μου βάλθηκαν να γλιστρούν κάτω
τον δρόμο χωρίς εμένα, αεροστατώντας
μακριά σε κάθε σχήμα, ζαλισμένα
με την απελευθέρωση. Τα νομίσματα, τα δαχτυλίδια μου,
τα κλειδιά του σπιτιού μου θρυμματίστηκαν
όπως ο πάγος κι έπεσαν μέσα στου βουνού
τ’ αγκάθια και γρασίδια, μικρά λαμπερά σημεία
που σε κάνουν να νομίζεις πως είναι μαγεία
σε καθετί που βλέπεις. Όχι, δεν
μπορεί, λες, γιατί κάποιος σου μιλάει
ήρεμα με μια φωνή που ξέρεις.
Κάποιος ζωντανός και σίγουρος έχει αποθέσει
καθένα από αυτά τα λόγια ακριβώς
όπως τα θέλει στη σελίδα.
Έζησες μέσα σε χρόνια
άρνησης, δημόσιων ψεμάτων, θανάτου
που πέφτει σαν το χιόνι σε όποιο κεφάλι
επιλέξει. Δεν είσαι παιδί.
Ξέρεις τ’ αληθινό. Είμαι
εδώ, όπως ήμουν πάντα, πιστός
σε μια ανάγκη να μιλάω ακόμα κι όταν όλο κι όλο
που ακούς είναι ένα ελαφρύ ρεύμα αγέρα
που γαργαλάει το αυτί σου. Ίσως.
Κι αν όμως αυτή η ξεραμένη δέσμη
φύλλων και βρωμιάς δεν ήτανε βρωμιά
και φύλλα αλλά η ξοδεμένη ψίχα
μίας πεθυμιάς να είσαι ανθρώπινος; Σταμάτα το αμάξι,
σβήσε τη μηχανή, και στάσου
στη σιωπή πάνω από τη ζωή σου. Δες
πώς τα καθρεφτάκια στο γρασίδι φλέγουν, πώς
ένας άνεμος ανεβαίνει την πλαγιά του λόφου
σταθερά προς τα εσένα ώσπου ξεχύνεται
μέσα στ’ αυτιά σου σαν ανάσα που έρχεται
και φεύγει, απαλλαγμένη απ’ τη δουλεία της
στο αίμα ή στα λόγια και αρνιώντας τίποτα.

*Μετάφραση: Μαρία Θεοφιλάκου.                                                      
Continue reading →

Χάρης Μελιτάς, Έκλαμψη

kingnude_414x290

Την ώρα της παρέλασης της ίλης
-στιγμές πριν πέσουν τ’ άλογα στη μάχη-
συνέβη κάτι αλλόκοτο στην ιστορία.
Ο βασιλιάς είναι γυμνός
φώναξε ένα αγόρι, διακόπτοντας
το παραμύθι που δυνάστευε τον κόσμο.

Πρώτη φορά στα χρονικά και τελευταία.
Έκτοτε κάθε βασιλιάς πήρε τα μέτρα του.
Μοίρασε μαύρα ματογυάλια στα παιδιά
για το καλό τους, είπαν οι εχέφρονες.
Να πολεμούν υπό σκιάν ανελλιπώς
και να μη βλέπουν αστραπές στις παρελάσεις.

*Από τη συλλογή “Παράσταση ήττας”, Εκδόσεις Μανδραγόρας, 2012.

Idea Vilarino, Είσαι μόνος, κι εσύ…

ad5a76a0fc0141862a90646536a0dd85

Είσαι μόνος, κι εσύ.
Εγώ δεν αγγίζω τη ζωή σου, τη μοναξιά σου, το μέτωπό σου,
εγώ δεν είμαι στις νύχτες σου παρά λίμνη, ποτό,
πιο πολύ ακόμα από μια λίμνη βαθειά
από όπου μπορείς να πιεις και με τα μάτια κλειστά ακόμα,
ξεχασμένος.
Για σένα είμαι σαν ένα ακόμα σκοτάδι, άλλη μια νύχτα,
προκαταβολή θανάτου
που φτάνει μια μέρα κρύα κι ο άνθρωπος περιμένει, αναμένει
και φτάνει κι εκείνος παραδίδεται στη νύχτα, σε ένα στόμα,
κι η απόλυτη η λήθη τον τυφλώνει, τον εξοντώνει.

Δίχως όρια η νύχτα,
διάφανη, ξάγρυπνη, μόνη,
αποζητά τον έρωτα, άγγελο της κάθε πράξης…

Μόνος είσαι, το ίδιο.
Εκστατικός, ουράνιος, περιπαικτικός, ψυχανεμισμένος,
παραδώσου στη στιγμή.

*Από τα “Δεκατέσσερα Ποιήματα”.Μετάφραση: Έλενα Σταγκουράκη.

Σπύρος Μεϊμάρης, Όλα Εκείνα που Πέρασαν

1546059_1451067675112839_880173621_n

Όλα εκείνα που πέρασαν,
Όλες εκείνες οι περασμένες στιγμές,
που τώρα ανασύρω πονεμένα απ’ το βάθος.
Οι εικόνες που μου ανοιγοκλείνουν το μάτι
στο ξαφνικό άγγιγμα μιας νοσταλγικής μουσικής.
Εκείνα τα κενά που εμφανίζονται απ’ το πουθενά.
Η καρδιά μου δονείται παράξενα όταν κοιτάζω μέσα.
Τόσα χρόνια παίζω αυτό το συναρπαστικό παιχνίδι
που με αναζωογονεί και μου προσφέρει ανεκτίμητα δώρα.

*Από τη συλλογή “Ποιήματα 2009-2013”.