Category Archives: Ποιητές και Ποιήτριες
Δημήτρης Ψαλλίδας, Σπάζοντας την κλειδαριά στου μυαλού τη φυλακή
IV
Στο υγρό μικρό μπουντρούμι
που κατοικώ τα τελευταία χρόνια,
πολλά μου λείπουν,
μα όχι οι πηγες.
Οι τοίχοι φωνάζουν ιστορία
κι άσχημα γεγονότα.
Όσα η λήθη προσπαθεί να σβήσει,
μένουν χαραγμένα,
ανεξίτηλα ειπωμένα στα ντουβάρια.
Σκηνές οδύνης και βασάνων,
στιγμές γαλήνης,
ανείπωτες επιθυμίες.
Όλα είναι εκεί,
χωρίς ημερομηνίες.
Κι αυτή η έλλειψη,
Μαρτυρά διαχρονικότητα.
Γιατί εδώ,
όποτε κι αν έζησες,
αυτή τη ζωή θα έζησες.
Τζούλια Φορτούνη, μικρή εντροπία
δεν μου αρέσουν οι συμμετρίες
τα ολοστρόγγυλα γράμματα
οι άρτιοι αριθμοί
τα περιγράμματα των σχημάτων
των υλικών οι ακριβείς αναλογίες
μου αρέσουν
αυτά που συμπληρώνουν αυτά
που ανατρέπουν που δραπετεύουν
τα μισά
τα ατελή
τα αδιαμόρφωτα
μια αστραπή που σχίζει τον καθαρό ορίζοντα
μια πεταλούδα το χειμώνα
μια ρωγμή στον καθρέφτη
μια φέτα από θολό φεγγάρι του Αυγούστου
το χέρι μου μέσα στο δικό σου
τα μικρά μου δάχτυλα
όταν ναυαγούν στην παλάμη σου
*Από την ποιητική συλλογή “Φυσικό αντίδοτο”, εκδ. Μανδραγόρας, 2013 (σελ. 25). Η ποιήτρια διατηρεί το ιστολόγιο Μωβ Στιγμές στη διεύθυνση http://purplestigmes.blogspot.com
Janet Galbraith, The Return (SIEV X) / Η Επιστροφή (SIEV X)
The Return (SIEV X)
(with respect to all asylum seekers)
In the sea
in unknown waters
hands clinging
skin succumbing
to freezing fear
I return.
Eyes screaming
feet imploring
mouths calling
to life-giving lights
I return
again and again
to that place in my chest
where panic pours
through my gut
and horror hammers my head
as I see “us”
turn away
It is not me “we” turn from
yet I recognise
in hands skin
eyes
feet
mouths
the return
of an unwillingness to love.
*From the collection “re-membering”, Walleah Press, 2013 (p. 61)
Η Επιστροφή (SIEV X)
(με σεβασμό σε όλους τους αναζητητές ασύλου)
Στη θάλασσα
σε άγνωστα νερά
σε χέρια που προσκολλούνται
στο δέρμα που υποκύπτει
στον παγωμένο φόβο
επιστρέφω
Στα μάτια που ουρλιάζουν
στα πόδια που εκλιπαρούν
στα στόματα που καλούν
τα ζωοδότα φώτα
επιστρέφω
ξανά και ξανά
σ’ αυτό το μέρος στο στήθος μου,
όπου ο πανικός διαχέεται
στο έντερό μου
και ο τρόμος σφυροκοπεί το κεφάλι μου
όπως βλέπω “εμείς”
αποστρέφουμε
Δεν είμαι εγώ
“εμείς” αποστρέφουμε το βλέμμα
αλλά αναγνωρίζω
τα χέρια
τα μάτια
το δέρμα
τα πόδια
τα στόματα
την επιστροφή
της απροθυμίας για την αγάπη.
*Από τη συλλογή “re-membering”, Walleah Press, 2013 (p. 61). Μετάφραση: Δημήτρης Τρωαδίτης.
Δημήτρης Α. Δημητριάδης, Δύο ποιήματα
Ο χρόνος
Κι απόψε
διαρκώς παριστάμενος φαντομάς
με λέξεις
με ίσκιους
την αχίλλειό μας πτέρνα σημαδεύει.
Χορεύοντας με το σιωπηλό μας δάκρυ
Αργά τη νύχτα
βγαίνουν απ’ το κύμα
όλα τα πρόσωπα που αγαπήσαμε
περπατούν με βήματα αλλοτινών πουλιών
μας ακολουθούν μαζί με το ματωμένο φεγγάρι
φύλλα μασούν της μοναξιάς
και τραγουδάνε.
Στέλνουν φιλιά
χαιρετισμούς
φωτιά παίρνουν όσα ρωτάνε
τριγμούς αφουγκράζονται
σκιρτήματα βαθιά
χορεύουν με το σιωπηλό μας δάκρυ
και χάνονται
αφήνοντάς μας γυμνούς
μεσ’ στα σκοτάδια μας πνιγμένους
“Το Δώρο” – Από μια παράσταση σε μαύρο φόντο…
Για μια συλλογική, αυτοδιευθυνόμενη πορεία στους δρόμους που χαράζουν τα όνειρα για τη δημιουργία που δεν ορίζεται από συμφέροντα αλλά από ανάγκες και οράματα για τους αλλόκοτους που δείχνουν τον γυμνό βασιλιά για τους παράξενους που παραδέχονται πως είναι γυμνός για τους αποφασισμένους που δεν γυρεύουν να τον ντύσουν αλλά να τον σβήσουν απ’ τον χάρτη
ΤΟ ΔΩΡΟ
Ένα ταξίδι
Σε κοιτάζω
Σε ακούω και πάω
Ρίχνομαι σε άγνωστα νερά
Κόσμοι ολόκληροι γίνονται σταθμοί και περάσματα αρκεί να ξεκινήσω
Ένα Όνειρο
Με πονά
Για να με κάνει να το πιστέψω
Μπορώ;
Να δοκιμάσω;
Τέλος το πρώτο ερώτημα
Κι η πρώτη απάντηση μια αρχή
Μια επιλογή
Μια αμετάκλητη στροφή
Να ‘ναι καλά και με γεμίζουν δύναμη
Με ευγνωμοσύνη κοιτάω τους συνταξιδιώτες
Σε μια στιγμή που κρατάει όλες τις στιγμές
Σαν το βλέμμα ενός βρέφους που παίρνει αυτό που χρειάζεται
Και παίρνω μια ανάσα
Είμαι εδώ που θέλω να είμαι
Αυτή η πορεία είναι δική μου
Bruno Mesa, Η πέτρα
Μέσα στην πέτρα ο χρόνος δεν μένει:
σ’ εκείνη επίσης υπάρχει μια φωνή που τρέμει,
που παρακμάζει και μισεύει.
Γη κοιμισμένη θα γίνει κάποια μέρα,
κι από τους αχανείς δρόμους του κόσμου
η φωνή της θα γίνει αυτή η φωνή, αυτή που εσύ της παραχώρησες.
*Από το βιβλίο “Κανείς”, (2002). Το ποίημα αυτόπάρθηκε από την Ανθολογία Σύγχρονης Ισπανικής Ποίησης, εκδ. Βακχικόν. Mετάφραση: Άτη Σολέρτη. Το ιστολόγιο του ποιητή βρίσκεται στη διεύθυνση http://bmesa.blogspot.com
Anne Sexton, Ο ποιητής της άγνοιας
Mπορεί να είμαι ένα τίποτα.
Η αλήθεια είναι ότι έχω ένα Σώμα
Απο το οποίο δε μπορώ να ξεφύγω
Θα ήθελα να αποδράσω απο το μυαλό μου
Αλλά αυτό δεν γίνεται.
Το ανθρώπινο πεπρωμένο μου
Είναι γραμμένο..είμαι εδώ..
Δέσμια του Σώματος μου.
Επειδή έτσι είναι θα ήθελα να επιστήσω
Την προσοχή στο πρόβλημα μου.
Georg Trakl, Όνειρο του κακού (Πρώτο σχεδίασμα)
Μια σκούρα χρυσή καμπάνα αντηχεί –
ένας εραστής σε σκοτεινό δωμάτιο ξυπνάει·
το μάγουλο στις φλόγες· φως, τρεμοπαίζοντας, στο τζάμι
χτυπάει.
Λάμπουν στο ποτάμι: κατάρτι, σκοινιά, πανί.
Ένας μοναχός, μια έγκυος γυναίκα μες στον συνωστισμό.
Κιθάρες παίζουν και αστράφτουν κόκκινες ποδιές.
Ατμόσφαιρα αποπνικτική· μες σε λάμψη χρυσή ξεραίνονται
οι καστανιές.
Μαύρη υψώνεται η εκκλησία προκαλώντας θαυμασμό.
Από μάσκα χλωμή το Πνεύμα του Κακού κοιτάζει.
Μία πλατεία σκοτεινιάζει μακάβρια και φρικτή·
Ψίθυροι, το βράδυ, στα νησιά κινούνται.
Ασαφή οιωνό το πέταγμα των πουλιών διαβάζει
ο λεπρός, που ίσως πεθάνει και σαπίσει ως την αυγή.
Στο πάρκο τ’ αδέλφια, τρέμοντας, κοιτιούνται.
*Μετάφραση Μιχάλης Παπαντωνόπουλος
http://mixalispapantonopoulos.blogspot.com
Katerina Gogou, Schau, wie sich Wege / Κατερίνα Γώγου, Κοίτα πως χάνονται οι δρόμοι

`
Κοίτα πως χάνονται οι δρόμοι
μες τους ανθρώπους…
τα περίπτερα πως κρυώνουνε
απ΄τις βρεγμένες εφημερίδες
ο ουρανός
πως τρυπιέται στα καλώδια
και το τέλος της θάλασσας
από το βάρος των πλοίων
πόσο λυπημένες είναι οι ξεχασμένες ομπρέλες
στο τελευταίο δρομολόγιο
και το λάθος εκείνου που κατέβηκε
στην πιό πρίν στάση
τα αφημένα ρούχα στο καθαριστήριο
και τη ντροπή σου
ύστερα από δύο χρόνια που βρήκες λεφτά
πώς να τα ζητήσεις
πως τσούκου τσούκου
αργά μεθοδικά μας αλλοιώνουνε
να καθορίζουμε τη στάση μας στη ζωή
από το στύλ της καρέκλας…
.
*
Schau, wie sich Wege
in Menschen verlieren…
die Kioske
unter feuchten Zeitungen frieren
wie der Himmel
von Kabeln durchlöchert ist
und auf das Ende des Meeres
durch der Schiffe Gewicht
die vergessenen Regenschirme
wie traurig sie sind
auf ihrer letzten Reise
und der Irrtum von dem
der eine Station zu früh ausstieg
die nicht abgeholten Klamotten in der Reinigung
und wie verlegen du warst nach zwei Jahren
als du den Schein gefunden dafür
wie sie uns nach und nach verbiegen
mit Methode
dass wir unsere Haltung zum Leben ableiten
aus der Form eines Stuhles…
.








