Boris Vian, Η ζωή


Μουσική και τραγούδι: Serge Reggiani. Απόδοση στα ελληνικά: Athanase Athanassiou.

Η ζωή
είναι όπως ένα δόντι
Στην αρχή δεν πολυνοιάζεσαι
σου αρέσει όλο να μασουλάς
Μα να που έξαφνα χαλάει
και πονάει, αλλά δεν το αφήνεις
Το φροντίζεις και είσαι όλο έγνοια
Μα για να γιατρευτείς στ’ αλήθεια
πρέπει να του ξεριζωθεί
η ζωή

Αλέξανδρος Μηλιορίδης, η μοίρα

1901930_355834421223900_1687996962_n

θυμήσου
τις λέξεις,
απόμακρες,
ηχώ στις σχισμές
του χθες,
τον έρωτα σιωπούσαν,

οι σκιές σου,
τα χείλια του
χάιδευαν,
με ανέμους γυμνούς,
στη κόκκινη σφαίρα της φυγής,
τότε,

και
δεν ήξερες;
ο χρόνος,
δάκρυα μιλούσε,
με στίχους πυρωμένης
βροχής,
στα βήματα
της βοής των αθώων σπιτιών,
όταν η φωνή του,
στα μάτια
σου ψιθύριζε,
γεύσεις πικραμένης
ψυχής,

τώρα,
ο χρόνος,
στο ταξίδι της απουσίας του,
σε οδηγεί,
στη χλωμή
σκιά του φεγγαριού,
στα στάχια της ερημιάς
να περιμένεις,
τα βράδια,
στον πύργο των μπλουζ,
τους δείκτες των στιγμών
για να γυρίσεις,

αχνοσβύνει
η σιωπή,
στην έρημο της μοίρας,
στο μαργαριταρένιο της γκρίζο

AlexMil

Γιώργος Ανδριώτης, Το μονοπάτι

1551471_504197499689227_1046375484_n

Η λάμπα δεν μπορεί να κάνει άλλο από το να καίει
Μέσα στο πλήθος κίνηση
Σαν το αίμα στις φλέβες
Σαν το συριχτό τραγούδι του ανέμου κάτω από την άμμο
Κρυφό ποτάμι στα έγκατα της Γής
Βρίσκεις πέρασμα
Ενώ γίνεσαι το πέρασμα
Ορίζεις το δρόμο
Και γίνεσαι ο δρόμος
Η ατομικότητα
Προσεγγίζει την εγγύτητα της μάζας
Αλλά ποτέ δεν γίνεται ένα με αυτήν
Η επαφή αυτή μεταμορφώνει
Τις δύο επικράτειες
Η ανάσα του λαού μέσα στο υποκείμενο
Εμφυσώντας ιδιοσυγκρασία στην συλλογικότητα
Μονοπάτι διακριτό μέσα σε δάσος πυκνό

*Το ποίημα και η εικόνα τη ανάρτησης πρωτοδημοσιεύτηκαν στο ιστολόγιο Επικράτεια του Μηδενός στη διεύθυνση http://epikrateiatoumidenos.blogspot.com.au/2014/02/blog-post_18.html?spref=fb

Μιχάλης Κατσαρός, Τὸ σχῆμα μου

1560757_10202195551423418_523094237_n

Θὰ προσπαθήσω νὰ δώσω τὸ σχῆμα μου
ὅπως συντρίβεται σὲ δυὸ λιθάρια
θὰ σκεφτῶ ὑπόχρεος ἀπέναντί σου
θὰ στήσω τὴ φοβερὴ ὀμπρέλα μου
μὲ τὶς μπαλένες ἀπ᾿ τὸ πρόσωπό μου
μαύρη ὑγρὴ ἀκατανόητη
ἀπ᾿ τὸν καιρὸ ποὺ ἤτανε ἀσπίδα
ποὺ ἦταν ταπεινὸ κυκλάμινο
καὶ μιὰ ρομφαία.

Θέλω νὰ μιλήσω ἁπλὰ γιὰ τὴν ἀγάπη
τῶν ἀνθρώπων
καὶ παρεμβαίνουν οἱ θύελλες
παρεμβαίνει τὸ πλῆθος
τὸ στῆθος μου
τὸ τρομερὸ ἡφαίστειο ποὺ λειτουργεῖ
κάτ᾿ ἀπὸ πέτρες.
Τὰ φριχτὰ ἐρωτήματα παραμένουν ἐπίμονα
μαῦρα ὑγρὰ ἀκατανόητα
παραμένουν ἐπίσημα
σὰν σαρτεβάλια.
Ὅσο ἀπ᾿ τὶς μικρὲς καλύβες νὰ γελοῦν
ὅσοι οἱ χωρικοὶ νὰ μπαίνουν στὰ ἐργοστάσια
ὁ πύργος μας καίγεται
θ᾿ ἀφήσουν ἐποχὴ οἱ ἔνδοξες μέρες
ὅλα τ᾿ ἀπόκρυφα χειρόγραφα θὰ ἐπιστραφοῦν
ἀπὸ σοφοὺς καὶ μάντεις.

Μετὰ τὸ θέμα μας χάθηκε.
Δὲν ἔχομε τίποτα νὰ σᾶς ποῦμε
ἔτσι ποὺ ὅλα προδοθήκανε
ἔτσι ποὺ ὅλα λύσαν τοὺς ἁρμοὺς
ἀπὸ πίστη σὲ πίστη
ἀπὸ ὑπόγειο σὲ ὑπόγειο
ἀπὸ πρόσωπο σὲ πρόσωπο
δὲν ἔχομε τίποτα νὰ σᾶς ποῦμε.

Βαθιὰ στὶς ρίζες τοῦ δέντρου σας
μαζὶ μὲ τοὺς τυφλοπόντικες
μαζί με τοὺς καταποντισμένους πίθηκους
σὲ σκοτεινοὺς ὑποχθόνιους κρότους
ἀσθμαίνοντας μετατοπίζομαι
-ἀνακατωμένοι οἱ βρόγχοι-
βαθιὰ στὰ ξερὰ λιβάδια σας πέφτει καινούργια
ἀθόρυβη βροχὴ
ὅπου συντρίβει
ὅπου ἀνθίζει τὰ χέρια μας ἀπ᾿ τὶς δικές σας
πληγές
ὅπου γεμίζουν τ᾿ ἄδειά μας σταμνιὰ
κερὶ καὶ μέλι.

Κάποτε θ᾿ ἀνεβοῦμε καθὼς προζύμι
ὁ σιδερένιος κλοιὸς θὰ ραγιστεῖ
τὰ ὄρη σας ὅπως πυκνὰ σύννεφα θὰ χωριστοῦν
οἱ κόσμοι θὰ τρίξουν
στὶς ἔντρομες αἴθουσες οἱ ρήτορες θὰ
σωπάσουν
καὶ θ᾿ ἀκουστεῖ ἡ φωνή μου:
«Οἱ νέοι πρίγκιπες μὲ σάλπιγγες καὶ νέες
στολὲς
οἱ νέοι συμβουλάτορες οἱ νέοι παπάδες
οἱ πρόεδροι καὶ τὰ συμβούλια καὶ οἱ ἐπιτροπὲς
ὅλοι οἱ μάγοι προφεσόροι…»

Περιμένετε αὐτὴ τὴ φωνή.
Ἔτσι θ᾿ ἀρχίζει.

*Απὸ τὴ συλλογὴ «Κατὰ Σαδδουκαίων».

Yvan Goll, Γέροι

raindrops falling on my pansy.0

Η γαρουφαλλιά σάρκα σας
Ακόμα τρέφει νηστικά πουλιά
Και γι’ αυτό καίει φωτιά

Τραγουδήστε σιγά-σιγά εσείς γέροι
Στο μεταμορφωμένο άνεμο
Κι άστε τον ήλιο να θρυμματιστεί
Ανάμεσα στα δάχτυλα

Ο γαλάζιος φτερωτός ύπνος
Έχει νεκρικά δόντια
Και τη φωνή του ασβέστη

*Από τη συλλογή “Ονειροχλόη”, εκδ. Στιγμή 2002. Μετάφραση: Δημήτρης Παπαδίτσας.

Γιάννης Γιαννουλέας, Αιφνίδιο σατόρι

hopper

Μεροκάματα σεληνόφωτος
καταργώ
με το ’να μου χέρι
 
αγνοώ τα εμβατήρια
της νεκρής γλώσσας
κατατάσσομαι εθελοντής
στη στρατιά των
αγέννητων.
 
Αποζητώ
το όν
που δεν μπορεί
να μιλήσει.

*Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από τον λαθρομετανάστη στη διεύθυνση http://lathrometanastis.wordpress.com/

Γιώργος Βέης, Χαρτούμ

DSC09679


Στον Γεράσιμο Δενδρινό

Η άμμος σηκώνεται πάλι,
όπως το χέρι να κρύψει το πρόσωπο,
αργά στην αρχή
-η συντριβή διστάζει –
με δύναμη μετά και φούρια
να γίνει το πυκνό σεντόνι του πανικού
αδιαπέραστο από το νικημένο βλέμμα.
Σημάδι αλλαξοκαιριάς ή νέμεση του Νείλου;
Ναι, στο δρόμο του ο βήχας ό, τι κι αν βρει θα πνίξει.
Σκόνη καθεστώς.

Έπεται, σχεδόν πάντα, η έξαψη
η επιβίωσή μας μέσα στην ορμή μιας φύσης
ανώτερης του θανάτου.
Βλέπουμε πάλι τον κόσμο.
Επέτειος εικόνων που άντεξαν.
Ένα ποτήρι καθαρό νερό
η ανανέωση των προσδοκιών
για ένα μεγαλύτερο κι ευκολότερο
κέρδος.

Louis Adeane, In Memory of M.L.B. / Στη μνήμη της M.L.B.

dossier14maria-luisa

Into the silence of the sun
Risen in dust the rose is gone,
The blood that burned along the briar
Branches invisibly on the air.
Flame into flame’s petal
Her grief extends our grief,
Over the ashy heat-ways
A green glance from a leaf
Shivers the settled trees.
A child walks in her grace
The light glows on his face,
Where the great rose has burned away
Within the terrible silence of the day.

—

Στη μνήμη της M.L.B.

Μέσα στη σιωπή του ήλιου
Το τριαντάφυλλο που μεγάλωσε μέσ’ τη σκόνη έχει φύγει,
Το αίμα που φλεγόταν στα ρείκια
Κλαδιά αόρατα στον αέρα.
Φλόγα μέσα στο πέταλο της φλόγας
Η θλίψη της επεκτείνει τη δική μας,
Πάνω από τις θερμές διόδους της στάχτης
Μια πράσινη ματιά από ένα φύλλο
Κάνει να ριγούν τα βουλιαγμένα δέντρα.
Ένα παιδί περπατάει στη χάρη της,
Το φως λάμπει στο πρόσωπό του,
Όπου το μεγάλο ρόδο έχει καεί
Στην τρομερή σιωπή της ημέρας.

*Μετάφραση: Δημήτρης Τρωαδίτης

**Το ποίημα αυτό είναι αφιερωμένο στην αναρχική Marie Louise Berneri (1918-1949) – εξ ου και M.L.B. στον τίτλο του ποιήματος. Η Marie Louise Berneri ήταν κόρη του ονομαστού Ιταλού αναρχικού Camillo Berneri, ο οποίος δολοφονήθηκε από τους σταλινικούς στη Βαρκελώνη στα γεγονότα του Μάη του 1937. Το 1926 εξαιτίας της ανόδου του φασιστικού καθεστώτος Μουσολίνι και της τρομοκρατίας, η οικογένεια Berneri εγκαταστάθηκε στο Παρίσι. Από το 1937 η Marie Louise έζησε στο Λονδίνο. Έγραψε πολλά κείμενα και βιβλία για την Ισπανική και τη Ρωσική Επανάσταση, το Β’ Παγκόσμιο Πολεμο και γενικά για την κοινωνική επανάσταση, όλα με βάση την αναρχική κοσμοθεώρηση. Ωστόσο, το έργο με το οποίο είναι γνωστή ακόμα και μέχρι σήμερα είναι το ογκώδες και πολύ αξιόλογο “Περιήγηση στην Ουτοπία” (ελληνική έκδοση “Νησίδες” 1999, σε μετάφραση Βασίλη Τομανά).

41F-FWMMcfL

***Ο Louis Adeane (το πραγματικό όνομα του οποίου ήταν Donald Potter – αδελφός του αναρχικού ποιητή και σχεδιαστή, Norman Potter) ήταν Άγγλος ποιητής και συγγραφέας, ο οποίος συμμετείχε σε ομάδες και κινήσεις αναρχικών και ειρηνιστών συγγραφέων. Τα ποιήματά του έχουν δημοσιευτεί σε πάμπολλες ανθολογίες της Νέας Βρετανικής Ποίησης. Έγραψε, επίσης, άρθρα για τον αναρχισμό και τον Herbert Read. Το 1946 δημοσίευσε την ποιητική συλλογή “The Night Loves Us” (“Η Νύχτα Μας Αγαπάει”).

Franscisco Leon, Βιβλίο γυρισμένο προς ένα θεό

THEROS+books

Το ποίημα περιέχει την εικόνα του θέρους
—πετρώδη εδάφη καυτά και λουόμενοι που κοιμούνται
στον ήλιο, όπως σ’ ένα βιβλίο,
στην ιερή πλευρά των υδάτων.

Το μαύρο βιβλίο και το θέρος
των υπαρκτών υδάτων και των αδιόρατων υδάτων.

Το να επιθυμεί κανείς αυτόν τον αληθινό κόσμο,
το βιβλίο του θέρους που ακτινοβολεί σε σελίδες από πέτρα,
το να αγαπά κανείς τον φίκο τον αληθινό,
τη λευκότητα των αληθινών διαμερισμάτων
στην αργή στάχτη της εσπέρας.

Μόνο ο αναγνώστης έτσι ανυψώνεται με το νου του
ως προς ένα θεό υπέρτατο και πραγματικό,
για να κοιμηθεί κάτω απ’ τον ήλιο του βιβλίου, για να
ονειρευτεί πως είναι πραγματικότητα εκείνο που οραματίζεται.

Ύδατα υπαρκτά και ύδατα αδιόρατα πάνω στο βιβλίο του θέρους.

Μόνο ένας αναγνώστης υποκλίνεται

πάνω σ’ αυτή την εικόνα.

*Από τη συλλογή “Όψεις μιας αποκάλυψης” (2009). Το πο΄πιημα το πήραμε από την Ανθολογία Σύγχρονης Ισπανικής Ποίησης, εκδ. Βακχικόν. Mετάφραση: Άτη Σολέρτη
Ο ποιητης διατηρει την ιστοσελίδα http://lagalaxiaamediodia.tumblr.com

Frantz Kafka, Αύγουστος ώς τέλη του 1920

999797_624692490926814_407796210_n

Όρθια τ’ απομεινάρια,
τα λυμένα απ’ τη χαρά μέλη,
τα χαλαρά γόνατα,
στο φεγγαρόφωτο κάτω απ’ το μπαλκόνι.
Στο βάθος φύλλα λιγοστά,
σκουρόχρωμα σα μαλλιά.
Λαχτάρα μου ήταν τ’ αρχαία χρόνια
λαχτάρα μου ήταν το παρόν
λαχτάρα μου ήταν το μέλλον
και μ’ όλα αυτά πεθαίνω σ’ ένα μικρό φυλάκιο
στην άκρη του δρόμου
σ’ ένα παντοτινά όρθιο φέρετρο
σ’ ένα δημόσιο κτήμα
τη ζωή μου ξόδεψα προσπαθώντας
να συγκρατηθώ να μην το κομματιάσω.
Τη ζωή μου ξόδεψα πολεμώντας τον πόθο μου
να την τελειώσω.