Ραφαέλ Χοσέ Ντίαθ, Παιδί παραδομένο

solmet17

Το παραδομένο παιδί
που νιώθει το βυθισμένο φύλο στα σπλάχνα του
να φτερουγίζει όπως το ράμφος
από ένα ζαλισμένο κολιμπρί
ή όπως ολάκερο το κορμί
ενός νεαρού κι εκστατικού ερπετού

είναι το κέντρο του κόσμου σ’ αυτή την παραλία
απομακρυσμένη απ’ τον κόσμο
αν το δέρμα του επιχριστεί με άμμο
καθώς βράζουν κυριευμένα τα σπλάχνα του
και τα μάτια του δεν βλέπουν
περισσότερο από ένα αμάλγαμα της θάλασσας και της επιθυμίας.

Εγώ είμαι ένα τίποτα, αυτό είναι τα πάντα
αυτό στη στιγμή αυτή, αυτό που παραδίδεται
στους χίλιους σπασμούς
του οποίου η άσπλαχνη μετάφραση είναι πως ο χρόνος του είναι άλλος,
ένα λουλούδι σχεδιασμένο
χωρίς ορατά περιγράμματα, μια πηγή στο κέντρο του κορμιού του.

Κάνοντάς το να στριφογυρνά
μέχρι, εξαντλημένο, να νομίσει πως χόρεψε
σε οποιαδήποτε φανταστική στάση,
να συλλογιστεί τη φθορά του σαν μια υποταγή, σαν μια παράδοση,
δεν είναι περισσότερο από το πενιχρό βραβείο
γι’ αυτόν που φύλαξε τις πύλες της Εδέμ.

*Από την Ανθολογία Σύγχρονης Ισπανικής Ποίησης. Μετάφραση: Άτη Σολέρτη. Εκδόσεις Βακχικόν., Το ιστολόγιο του ποιητή είναι εδώ http://rafaeljosediaz.blogspot.com

Ένο Αγκόλλι, Λίλυ

GUNS+voice

Λίλυ,
Τ’ όνομα σου ολόκληρο μια επανάληψη.
Σε ποιες στροφές μού άφησες το χέρι: της ζωής ή της ποίησης;
Λίλυ,
Πονέσαμε μαζί στο βροχερό Τόκυο,
συνήλθαμε από την πρέζα μια πορτογαλική πρωία,
και, πάν’ απ’ όλα, θυσιαστήκαμε ― ο ένας στο είδωλο του άλλου.
Λίλυ, Έχω ξεχάσει τους τρόπους του χαμού
κι οι έρωτές μου χάνονται στις διαφορές ωρών Σικάγο-Αθήνας.
Σε βρίσκω πυρακτωμένη στις νευρικές αντανακλάσεις και καταδύεσαι
βαρύθυμη εντός της ταυτοπροσωπίας μου.
Λίλυ,
Κρύψε για μια στιγμή το πρόσωπό σου να χαθώ.

Βάσος Γεώργας, Διάθεση ημέρας

Σύνθεση: Boris Mikhailov

Σύνθεση: Boris Mikhailov

έντονη η μυρωδιά
της λύπης που με λυγίζει
σαν σκουριασμένο μέταλλο
στέρεψε το επιτραπέζιο
ανθρακούχο νερό
βασίλεψε η σαθρή γλυκύτητα
και τα σερμπέτια της ανατολής
 
απο κοντά και
η δίψα και η θερμοκρασία
της διακεκαυμένης ζώνης
ακριβώς όπως το πρόβλεψαν
σεμνοί κι ασήμαντοι ποιητές
και τυφλοί διάκονοι
σε μαντεία
 
στις εκβολές της σκέψης μου
λιμνάζει η ακινησία
ενός ταπεινωμένου κόσμου
που απογοητευμένος
ρίχνει άγκυρα
στην άβυσσο του σκοταδιού
 
σαν νεοσύλλεκτος
στυλίτης ασκητής
στα βάθη της καυτής ερήμου
μουδιασμένος από την εσωστρέφεια
και μια πρωτόγνωρη ακεφιά
βαριανασαίνω κι αναρωτιέμαι
τι να γίνεται εκείνος ο παλιόφιλος
ο προφήτης Ιωνάς
σε ποια κοιλιά φάλαινας
να έχει βολευτεί κι ονειρεύεται
τεχνητούς παράδεισους;
 
 
 
 
artwork :  Boris Mikhailov

*Από το http://bibliotheque.gr/?p=36229

Γιώργος Μπλάνας, Στασιωτικό Εξηκοστό Τρίτο

1459913_3643025210451_1031426871_n

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
«Προσευχηθείτε, τετράποδες ασχήμιες,
παιδιά των κάτω άκρων,
λάθη των ψεύτικων αιμάτων· ο θεός σας
ακούει τα πάντα. Ο νεκρός
θεός σας ξέρει πως ο Ουίλιαμ Γουντ
ήταν επτά ετών και δέκα μηνών
όταν ξεκίνησε να εργάζεται – ο Ουίλιαμ Γουντ
εργάστηκε για την έλικα του θεού σας:
κλώνος θεού ο θεός σας – πράγμα
που σημαίνει πως αν οι νεκροί συνεχίζουν
να παρουσιάζουν δυσπεψία, ηπατικές
και νεφρικές διαταραχές και ρευματισμούς
είναι επειδή δεν υπήρξαν ποτέ ζωντανοί –
ας πούμε όπως ένα εφήμερο -έστω- γατί
που κουβεντιάζει με τον σοφό ασβέστη
και το έμπειρο ξύλο στον βυθό της δροσιάς…
Σπουδαίο καύσιμο, ο θεός σας!»
Η βροχή δυνάμωσε· το κατάμαυρο νερό,
που ξεδιψούσε υποταγή τον λάκκο του, τον σκέπαζε
ταχύτατα. Δεν πρόλαβε να πει:
«Θα επιστρέψω. Το δίχως άλλο θα επιστρέψω
με νύχια και με δόντια. Συνιστώ
να στήσετε το σώμα μου όρθιο στην είσοδο ναού
να εξορύξετε το πλουτοφόρο κοίτασμα της καρδιάς μου,
το εύφλεκτο κοίτασμα της καρδιάς μου,
την καρδιά μου…»

Continue reading →

Γιώργος Πρεβεδουράκης, Στιγμιόγραφο

1475783_620571687984054_1714313177_n

ΕΦΥΜΝΙΟ

— Η λύπη σου είναι ένα ποίημα του δρόμου
σε ράφι αστού λακαριστό
άκοπο ελεγείο
ένα αστείο παρακμής
σε κάποιο μπαρ ώρα αιχμής
με ξώπλατα και τατουάζ ηθοποιός-γκαρσόνα
είναι σκυλί που αλυχτά μες σε στρατώνα
—
η λύπη σου είναι ένα ποίημα του δρόμου
σταυρόλεξο σε κατάστρωμα, βιοσοφία τσέπης
σ’ ένα υγρό λιθόστρωτο αρχοντικός επαίτης
νυχτερινή περπατησιά, σύνορο της ματιάς σου
μια μαγιάτικη πηγή να ξεδιψά η χαρά σου
—

ΝΕΑΠΟΛΗ

—
Μέσα από ιτιές κελαρυστά
χρόνια νερά μελαχρινά
τα μάτια της μητέρας
—

ΠΑΛΙΡΡΟΙΑ

—
Λιγνό απόβραδο στο σκάμμα της Κυριακής
είσαι πενήντα ετών
αύριο
έχεις
σχολείο
—

ΠΡΟΚΥΜΑΙΑ

—
Σπασμένα αντίο στους υπνόσακους
εσύ η μελαμψή μου ανταμοιβή
εσύ το άγριο κύμα
—

ΥΣΤΕΡΟΒΟΥΛΟ

—
Είχε ως νέος ποιητής πλαγιοβαδίσει
με τα γενναία πνεύματα της εποχής
—
έκτοτε έγραψε πολλές κριτικές
—

MARGINALIA
—
Ώρα να κλείσω το βιβλίο
—
την ιστορία μας
σα να’ τανε προφορική
από το στόμα ως το φιλί
ν’ αποσιωπήσω

*Εκδ. Πλανόδιον, 2011. Αναημοσίευση από το http://moggolospolemistisvalkaniosagrotisoklonos.wordpress.com/

Μιχαήλ Μήτρας, Διακριτικές μεταβολές

mitras

παρουσία παρουσία παρουσία
παρουσία παρουσία παρουσία
παρουσία παρουσία απουσία
απουσία απουσία απουσία
παρουσία παρουσία απουσία
παρουσία απουσία απουσία
παρουσία παρουσία παρουσία
παρουσία απουσία απουσία
απουσία απουσία απουσία
παρουσία απουσία απουσία
απουσία απουσία
απουσία
απουσία

Αλέξης Αντωνόπουλος, Εδώ

1689260_677477322293542_416993633_n

Δύο εβδομάδες μετά το ατύχημα
ο μπαμπάς κι η μαμά
μπορούσαν να με κοιτάξουν, φευγαλέα, στα μάτια.

Μια μέρα,
ενώ η τηλεόραση έπαιζε το νέο κλιπ ενός ράπερ,
η μαμά κι ο μπαμπάς φαινόντουσαν χαρούμενοι.

Μου έλεγαν για το λυκόσκυλο μας που φοβόταν να μπει στο τζιπ
και γελούσαν, και μου έδειχναν φωτογραφίες απ’ το συμβάν
και εγώ τους άκουγα προσεχτικά, και όταν τελείωσαν
τους ευχαρίστησα για τα πάντα
τους είπα πως είναι οι καλύτεροι γονείς που θα μπορούσα να έχω
και τους ζήτησα να με σκοτώσουν.

Η παύση ήταν αναμενόμενη.
Η έκφραση στα πρόσωπά τους,
σαν να προσπαθούσαν ήδη να ξεχάσουν
αυτό που μόλις άκουσαν,
ήταν αναμενόμενη.

Εκμεταλλεύτηκα την παύση.
Τους εξήγησα πως θα το έκανα εγώ
αν μπορούσα να κουνήσω έστω ένα δάχτυλο
πως έχω προσπαθήσει να κρατήσω την αναπνοή μου

αλλά το ηλίθιο σώμα μου δεν μ’ αφήνει
κάθε φορά
κάθε
φορά
το σώμα μου θ’ αναπνεύσει στο τέλος
ηλίθιο
γαμημένο
σώμα

πως έχω προσπαθήσει να κρατήσω την αναπνοή μου
αλλά δεν τα καταφέρνω.

Τους είπα, επίσης,
πως σίγουρα θα υπάρχουν sites
που θα γράφουν για το πώς μπορεί να γίνει
και πως δεν χρειάζεται άλλωστε να το κάνουν αυτοί
γιατί υπάρχουν χώρες, κάτι τέτοιο είχα διαβάσει παλιά
που οι γιατροί το κάνουν για σένα
και μάλιστα ένας ηλικιωμένος είχε οργανώσει πάρτι πριν

ΣΚΑΣΕ.

Η δισύλλαβη εντολή του πατέρα μου διακόπτει τον ειρμό μου.

Η μητέρα μου κλαίει.
Τώρα κι ο πατέρας μου κλαίει.

Από δω και πέρα
ο χρόνος χάνεται
με ξεγελάει.

Ο πατέρας μου με κοιτάζει σαν να τους είχα χτυπήσει
σε μια προηγούμενη ζωή
και μου απαριθμεί τις θυσίες τους
αλλά έγινε χθες αυτό;

Όχι, πρέπει να έχουν περάσει εφτά χρόνια από τότε.

Έχω μπερδευτεί λίγο, συγνώμη.

Η Νάντια είναι καλά,
αν και δεν με κοιτάζει πια στα μάτια.
Κρίμα, αφού για τα μάτια της την ερωτεύτηκα.
Για τα μάτια της και το χαμόγελο της·
μα και το χαμόγελο της δεν είναι πια το ίδιο.

Μου διαβάζει τη Θεία Κωμωδία στα ιταλικά
και στο πέμπτο canto του Inferno
προσπαθώ να γευτώ τη χώρα
ανάμεσα στον ώμο και τον λαιμό της·
να γευτώ τις λέξεις που διαβάζει
την ποίηση ολόκληρη
τον Θεό.

Όμως είναι πολύ μακριά
και τα χέρια μου δεν μπορούν να τη φέρουν εδώ.

Όταν ο Δάντης καταφέρνει να δει τ’ αστέρια
της ζητάω να με σκοτώσει.
Και ακολουθεί η παύση.
Και ακολουθεί το κλάμα:
Δάκρυα που θα έπρεπε να κυλάνε
στο δικό μου δέρμα.

Πάει καιρός πια.
Πού να βρίσκεται σήμερα η Νάντια;
Νόμιζα ότι μου μιλούσε πριν
αλλά ήταν η τηλεόραση.

Προσπαθώ να σταματήσω την καρδιά μου.
Όλη μου η ύπαρξη
βρίσκεται ανάμεσα στους χτύπους
και προσπαθώ να τεντωθώ, ν’ απλωθώ
ανάμεσα στους χτύπους
και να σταματήσω τους χτύπους
για πάντα.

Κάποιες φορές, αισθάνομαι πως τα έχω καταφέρει
πως ο επόμενος χτύπος δεν θα έρθει
και τότε ο χτύπος έρχεται
και δεν καταλαβαίνω
γιατί δεν σου επιτρέπουν να σταματήσεις την καρδιά σου.

Άλλες φορές, προσπαθώ να γίνω κάποιος άλλος.
Εκείνες τις φορές, πιστεύω πως μπορώ να γίνω κάποιος άλλος.

Και γίνομαι η Νάντια
όχι, γίνομαι ο άντρας που γεύεται τις λέξεις της Νάντιας
και γίνομαι το λυκόσκυλο που φοβάται να μπει στο αμάξι
και γίνομαι μια ψυχή που διαβάζει ένα ποίημα
ένα ποίημα που εξιστορεί μια κόλαση
μια κόλαση για την οποία η ψυχή διαβάζει, μα δεν βιώνει.

Τώρα, ως η ψυχή που διαβάζει, φτάνω στο τέλος του ποιήματος.
Είναι μονάχα ένα ποίημα που διαβάζω. Δεν είμαι εδώ.
Ναι, δεν είμαι εδώ. Δεν είμαι εδώ.

Να, το ποίημα βρίσκεται μπροστά μου.
Κοιτάζω γύρω μου, βλέπω κάτι όμορφο. Θέλω να το αγγίξω.
Αφήνω το ποίημα μόνο του, δεν με χρειάζεται πια.

Αγγίζω ό,τι άγγιξε τα μάτια μου.

Θυμάμαι.
Θυμάσαι.

*

Για περισσότερα κείμενα του Αλέξη Αντωνόπουλου μπορείτε να επισκεφτείτε τον ιστότοπο http://www.alexantonopoulos.com

Μανώλης Αλυγιζάκης, Σωσίας / Double

10013138_10152119720724272_1720442438_n

Σίγουρα δεν ήμουνα εγώ
που έτρεχα χθες βράδυ στο προάστιο
με το πουκάμισο ολάνοιχτο
σαν ξεχασμένη ευσπλαχνία
με την καρδιά περιφραγμένη
στο γαλανό του αιθέρα λιόγερμα
σαν όνειρο που ξέχασε από πού ήρθε
δεν ήμουνα εγώ αλλά ο σωσίας μου
μες το σακκίδιο που έκρυβε
παλιά φωτογραφία δυο αστεριών
που κολυμπούσαν στο λιμνάκι
δίδυμα πρόσωπα ματιά μες στον καθρέφτη
κι εκεί μια στάλα παραπέρα
στεκόσουν εσύ και με παρώτρυνες
στην αγκαλιά σου να λουφάξω
τοn κόπο μου να ξεκουράσω
μα `γώ κρατούσα πάνω μου σφιχτά
εκείνο το μικρό το αντικλείδι
έτοιμος να το βάλω στην οπή
ν’ ανοίξω σαν τραντάφυλλο τον κόσμο

DOUBLE

Certainly it wasn’t I who
last night jogged amid
the suburb houses
with my shirt unbuttoned
like forgotten piety
with my heart encompassed
by the auspices
of the orange dusk
a dream forgetful of its origin
it wasn’t I but my double
who in his bag had hidden
old picture of two stars
swimming in a crystal pond
twin faces, one mirror’s glance
and further on: a single drop
you stood coaching me
to hide in your arms
my tiredness to release though
I tightly held the little master key
ready to place it in the hole and
open the world like a bloomed rose

*Από τη συλλογή Ϊερόδουλκες”, εκδ. Σαιξπηρικόν, Θεσσαλονίκη, Φθινόπωρο 2014.
**Από το ιστολόγιο του ποιητή στη διεύθυνση http://authormanolis.wordpress.com

Ted Joans, The Truth / Η Αλήθεια

!afrodisia1

551118_422732761191422_1743302293_n

*Ted Joans was born on July 4, 1928 on a riverboat in Cairo, Illinois. His father, a riverboat entertainer, put him off the boat in Memphis at age twelve and gave him a trumpet. He is a painter, a trumpeter, and a jazz poet. His jazz poems are collected in a book called “Black Pow-Wow.” He earned a degree in Fine Arts from Indiana University, and in 1951 joined “the Bohemia of Greenwich Village, USA.” He has since recited his poems in coffeehouses in New York and in the middle of Saraha Desert to bookstores such as Recollection Used Books in Seattle. He has lived in Harlem, New York, Bloomington, Indiana, Haarlem, the Netherlands, and even Timbuktu. He presently resides in Seattle.
His books include:
• Funky Jazz Poems
• Beat Poems
• All of T.J. and No More
• The Truth
• The Hipsters (a book of collages)
• Afrodisia
• A Black Pow Wow of Jazz Poems
• Double Trouble

thalia, 63 Pitt St.

thalia poems

In the Atheneon Club
the gamblers are still at it
at £5 an opening. It’s Saturday morning
the butcher and the green grocer are
dressing their shop windows.
the delicatessen is sweeping the pavement.
But upstairs the room is filled with
smoke and concentration. The cleaner goes about his work quietly
not to disturb the gamblers.
There’s a knock at the front door.
A woman enters with two children
-one in her arm, the other holding her hand.
She asks to see the Boss or Arthur
but “He’s Not In”.
She heads for the gambling-table behind the curtain.
The cleaner is puzzled attempts to bar her way.
The woman knocks on the door-panel ..walks in..
“Who wants a woman for £10”
and immediately ripppps-off her blouse with her
free arm, -exposing her naked breasts
“Don’t be ashamed come with me I need the money
to feed my kids they haven’t had milk for 2 days”.
The Boss grabbbs her hand takes her clothes
and gives her £20 to get out.
Her husband stands up -white from embarrassment.
She spits on him.
He staggers back his chin trembling.
The cleaner leans on the mop, open-mouthed
staring at the woman as she walks out
with her two crying children.

*This poem was read at Saloni Mediterranean, in Melbourne, March 18, 1999, and is published in New & Selected Poems.

**Thalia. Born in Katerini, Greece: a ’52 baby. Migrated to Australia in ’54.Grew up, and Worked in, sly grog & gambling cafes – Kafenia, in Melbourne. Also worked as a typist/secretary. Started writing lexikon and visual poetry in ’72.Publications: Has been published in various magazines and anthologies within Australia, and overseas.
Has read in: Prisons. Pubs. Libraries. Schools. Concerts. Strikes. Gatherings. ABC & community radio stations. Folk clubs & festivals in cities and towns. A co-editor of 9.2.5 – a mag of poetry for the workers by the workers, about the workers’ work. A founding member of the Poets’ Union of Australia. Has published: New & Selected Poems printed by Collective Effort Press. 1998. Interplay a CD recording of Poetry, Songs & Music, with musician/composer Alan Musgrove. 1996. Night Flowers – A6 Books, No. 3. printed by Collective Effort Press. 1988.