Jacques Prévert, Les enfants qui s’aiment / Τα παιδιά που αγαπιούνται…

Τα παιδιά που αγαπιούνται, φιλιούνται όρθια,
ακουμπώντας στις πόρτες της νύχτας
Κι οι περαστικοί τα δείχνουν με το δάχτυλο.
Μα τα παιδιά που αγαπιούνται
δεν τους νοιάζει κανένας
μόνο ο ίσκιος τους τρέμει
μέσα στη νύχτα
προκαλώντας θυμό στους διαβάτες
θυμό, περιφρόνηση, γέλιο και ζήλεια
τα παιδιά που αγαπιούνται
δεν τους νοιάζει κανένας
είναι πολύ πιο μακριά απ’ότι είν’ η νύχτα
πολύ πιο ψηλά απ’ ό,τι είν’ η μέρα
μέσα στην εκθαμβωτική φωτεινότητα
του πρώτου τους έρωτα

Les enfants qui s’aiment s’embrassent debout
Contre les portes de la nuit
Et les passants qui passent les désignent du doigt
Mais les enfants qui s’aiment
… Ne sont là pour personne
Et c’est seulement leur ombre
Qui tremble dans la nuit
Excitant la rage des passants
Leur rage, leur mépris, leurs rires et leur envie
Les enfants qui s’aiment ne sont là pour personne
Ils sont ailleurs bien plus loin que la nuit
Bien plus haut que le jour
Dans l’éblouissante clarté de leur premier amour

Μετάφραση: Ιωάννα Αβραμίδου

Αλέξανδρος Μηλιορίδης, Νο 571 (η βίδα)

απαγγελία: http://f.cl.ly/items/3G360f33283z313g3O2z/571.mp3

1982106_449273161885424_1072494707_n

βραδιά,
βαπτισμένη
χωρίς όνομα,
με τη σκόνη,
να μαλώνει με τα δάκτυλα
του ανέμου
και άνθρωποι,
καμπουριασμένες ανάγκες,
μάτια να κουβαλούν,
αγκιστρωμένα
σε πέτρινες κόγχες:

περιστροφή
της βίδας,

ένα θέμα:
η δεσποτεία του αίματος,
να ρέει στο δέρμα
άφραγκων λέξεων:
καθρέπτες να λιάζονται
στο αρχαίο ήλιο του μεσονυχτίου:
οι ζωές τους,

από ποια μεριά;

το μοτίβο,
σάρκες σκληρές,
κρυμμένες,
στις άδειες τσέπες
φθηνών δωματίων,
διαπερνούν,
τους τσακισμένους χυμούς της ελπίδας:
φεγγάρια δαγκωμένα
με χάλκινα μουστάκια,
να τρίβονται,
σε νόστιμα αιδοία,
αξιοπεριφρόνητα,

ώ
βέβαια,
οι λέξεις της βελόνας,
να διαπερνούν τις γλώσσες,
μαρμάρινες,
κρυμμένες
σε στόματα πεταμένα,
σε πρόσωπα,
από γδαρμένους ίσκιους,

και οι άδειοι τοίχοι,
να προσελκύουν
νυχτοπούλια χλωμά:
το τέλος,
κι έγιναν όλα συντρίμμια,
έπεσε ο θεός
από τη ξεβιδωμένη
βίδα•

© ΑlexMil 12-03-2014

Anne Sexton, Το γυμνό κολύμπι

matisseodali1922

Στη νοτιοδυτική πλευρά του Κάπρι
βρήκαμε ένα μικρό άγνωστο άντρο,
άνθρωποι εκεί δεν υπήρχαν κι εμείς
εισήλθαμε εις βάθος
από τα σώματά μας αποβάλλοντας όλη
τη μοναξιά. Όλα τα ψάρια μέσα μας
είχαν για μια στιγμή αποδράσει.
Τ’ αληθινά ψάρια δεν τα ‘νοιαξε.
Τη ζωή τους, τη δική τους, δεν την ταράξαμε.
Συρθήκαμε ήρεμα από πάνω τους
και από κάτω τους, σκορπίζοντας
μπουρμπουλήθρες, μικρά λευκά
μπαλόνια που φεύγανε ψηλά
μέσα στον ήλιο από ‘να καράβι
όπου ο Ιταλός βαρκάρης αποκοιμήθηκε
με το καπέλο του να καλύπτει το πρόσωπο.
Νερό τόσο διάφανο, που από μέσα του
διαβάζεις βιβλίο.
Νερό με τόση άνωση,
να επιπλέεις με τον αγκώνα.
Ξαπλώνω επάνω του σαν σε ντιβάνι.
Ξαπλώνω επάνω του όπως
η Κόκκινη Οδαλίσκη του Ματίς.
Το νερό ήταν το αλλόκοτό μου άνθος.
Πρέπει να φαντάζεται κανείς μια γυναίκα
δίχως χιτώνα ή φουλάρι
σ’ ένα ανάκλιντρο βαθύ σαν τάφο. Οι τοίχοι του άντρου εκείνου
είχανε όλες τις αποχρώσεις του μπλε
και είπες «Κοίτα! Τα μάτια σου
έχουν το χρώμα της θάλασσας. Κοίτα! Τα μάτια σου
έχουν το χρώμα τ’ ουρανού». Και τα μάτια μου
σφαλίστηκαν σάμπως
ξάφνου ντροπιασμένα.

*Μετάφραση: Ευτυχία Παναγιώτου, εκδ. Μελάνι.

Wallas Stevens, Σχετικά με τη μοντέρνα ποίηση

1959939_627876863948523_62634773_n

Το ποίημα του νου στην πράξη της αναζήτησης
Αυτού που αρκεί. Δεν χρειάστηκε πάντα να το αναζητήσει:
Το σκηνικό είχε στηθεί· επαναλάμβανε
Ό,τι έγραφε το σενάριο.
Ύστερα το θέατρο εξελίχθηκε
Σε κάτι άλλο. Το παρελθόν του ήταν ένα σουβενίρ.

Πρέπει να ζει, να μάθει τη διάλεκτο του τόπου.
Πρέπει να αναμετρηθεί με τους άντρες της εποχής και να συναντήσει
Τις γυναίκες της εποχής. Πρέπει να συλλογιστεί τον πόλεμο
Και πρέπει να βρει ό,τι αρκεί. Πρέπει
Να στήσει μια νέα σκηνή. Πρέπει ν’ ανέβει σ’ αυτή τη σκηνή
Και, όπως ένας ακόρεστος ηθοποιός, αργά
Και στοχαστικά, να πει λόγια που στ’ αυτί,
Στο πιο λεπταίσθητο αυτί του νου, επαναλαμβάνουν,
Ακριβώς, αυτό που επιθυμεί ν’ ακούσει, που στο άκουσμά τους,
Ένα αόρατο ακροατήριο ακούει,
Όχι το έργο, αλλά τον εαυτό του, εκφρασμένο
Σαν αίσθημα δύο ανθρώπων, σαν δύο αισθήματα
Που γίνονται ένα. Ο ηθοποιός είναι 
Ένας μεταφυσικός στο σκοτάδι, κρούοντας
Ένα όργανο, κρούοντας μια συρμάτινη χορδή
παράγοντας ήχους που διαπερνούν την απρόσμενη ευθύτητα,
Και περιέχουν απόλυτα τον νου· κάτω από αυτούς δεν μπορεί
Να καταδυθεί, πέρα απ’ αυτούς δεν θέλει να υψωθεί.
Πρέπει
Να είναι η αναζήτηση μιας ικανοποίησης, και ίσως
Να είναι ένας άντρας που παγοδρομεί, μια γυναίκα που χορεύει, μια γυναίκα
Που χτενίζεται. Το ποίημα της πράξης του νου.

1940

*Wallace Stevens, Δεκατρείς τρόποι να κοιτάς ένα κοτσύφι και άλλα ποιήματα. Adagia. Θραύσματα ποιητικής, εισαγ.-μτφ. Χάρης Βλαβιανός, Εκδόσεις Άγρα, Αθήνα 2007, σ. 61 & 63]
πηγή: http://ebooks.edu.gr/ Από το e-poema.eu

Dylan Thomas, Ξαπλωμένοι στην αμμουδιά

dylan_thomas

Ξαπλωμένοι στην αμμουδιά, ατενίζοντας το κίτρινο
και τη μουντή θάλασσα, περίγελως εμείς που χλευάζουμε
που ακολουθούμε τα κόκκινα ποτάμια, κούφια 
εσοχή λέξεων πέρα από τον ίσκιο των τζιτζικιών,
διότι σε τούτο τον κίτρινο τάφο άμμου και θάλασσας
μια επίκληση για χρώμα καλεί με τον αγέρα
μουντή και ζωηρή όπως ο τάφος κι η θάλασσα
καθώς κοιμούνται ούτως ή άλλως.
Οι σεληνιακές σιωπές, η σιωπηλή παλίρροια
που γλείφει τα ακίνητα κανάλια, ο ξηρός άρχοντας της παλίρροιας
ζαρωμένος ανάμεσα σε αμμοθύελλα και νεροποντή,
πρέπει να θεραπεύσουν τα δεινά μας από το νερό
με μια μονόχρωμη γαλήνη·
η ουράνια μουσική πάνω από την άμμο
ηχεί μαζί με τους κόκκους που βιάζονται
να κρύψουν τα χρυσαφένια βουνά και τις οικίες
της μουντής, ζωηρής, παράκτιας γης
που ζώνει αρχοντική κορδέλα, ξαπλωμένοι εμείς,
ατενίζουμε το κίτρινο, ευχόμαστε ο άνεμος να διώξει μακριά
τη μορφολογία της ακτής και τον πνιγμένο κόκκινο βράχο·
μα οι ευχές δεν αποφέρουν, μήτε
μπορούμε ν’ αποφύγουμε την άφιξη του βράχου,
ξαπλώνουμε ατενίζοντας το κίτρινο έως ότου ο χρυσαφένιος καιρός
διαρρηχθεί, ω αίμα της καρδιάς μου, όπως μια καρδιά ή ένας λόφος

Lawrence Ferlinghetti, Ατέλειωτη η λαμπρή ζωή του κόσμου!


Εδώ ο Lewrence Ferlinghetti διαβάζει το ποίημα “Η ιστορία του αεροπλάνου”

Ατέλειωτη η λαμπρή ζωή του κόσμου

ατέλειωτος ο λατρευτός του βίος κι η ανάσα

οι λατρευτές του έμβιες υπάρξεις

ν’ ακούν και να βλέπουν

να αισθάνονται και να νοούν

να γελούν και να χορεύουν

να τραγουδούν και να μιλούν

ατέλειωτα απογεύματα και βράδυα

αγάπης κι έκστασης κι απελπισίας

Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι, Επίκαιροι αμίλητοι

1966675_500604426716161_1124548791_n

Την ώρα που αεροκοπανάνε οι άρχοντες
περί δημοκρατικής τάξης, ανάμεσά
μας οι αμίλητοι ζούνε.
Κι όσο σαν δούλοι εμείς μένουμε σιωπηλοί,
οι ηγεμόνες δυναμώνουν,
ξεσκίζουν, βιάζουν, ληστεύουν,
των ανυπόταχτων τα μούτρα
τσαλακώνουν.
Ετούτων των αμίλητων το πετσί, περίεργα θα ’λεγες είναι
φτιαγμένο.
Τους φτύνουνε καταπρόσωπο κι αυτοί σκουπίζουνε σιωπηλά το πρόσωπο το
φτυσμένο.
Να αγριέψουνε δεν το λέει η ψυχούλα τους,
και που το παράπονό τους να πούνε;
Απ’ του μισθού τα ψίχουλα, πώς να αποχωριστούνε;
Μισή ώρα, κι αν, βαστάει το κόχλασμά τους,
μετά αρχινάνε το τρεμούλιασμά τους.
‘Ει! Ξυπνήστε κοιμισμένοι!
Από την κορυφή ως τα νύχια ξεσκεπάστε τους,
άλλο δε μας μένει.

Ποίηση Μάτσης Χατζηλαζάρου

Διαγράφουν περισσότερο από’ να σύμπλεγμα
φανερώνουν ακόμα περισσότερα χρώματα
κι από συμπλέγματα ανάλογα με τη λάμψη
των φτερών τους τόσο λεπτά
όσο και τα χόρτα τσίνορα πλάι στο ρυάκι
ζευγαρώνουν η μια σχηματίζοντας έλικα
κι η άλλη αγκίστρι
οι λιμπελούλες ή ντεμουαζέλες
αρσενικές και θηλυκές
Εσύ που το μάτι σου είναι χείλι
Κομπολόι οι ροδοδάφνες φωτισμένες από τα ερευνητικά αυτοκίνητα
Όλη νύχτα τις μετράνε μία μία το άλλο κομπολόι απλώνεται νω-
Θρά κοίτα τα γριγριά που η θάλασσα του Φαλήρου λικνίζει
Αγαπώ τους καρπούς των χεριών σου κλωνάρια της λεύκας
μακριά έξω στον όρμο τα πολεμικά φωταγωγημένα με λαμπτήρες ως
τα πιο ψηλά κατάρτια διαγράφουν μια τρελή γεωμετρία
τα χάδια σου μυρίζουνε γαρίφαλο
λόγχη της πιο περήφανης αγαύης πάνω σ’ έναν ξερό λόφο της Αττικής
ο μηρός σου έχει το χνούδι του ήλιου
φωνές των κυμάτων μες στη σπηλιά όπου σκαρφαλώνω πάνω σ’ ένα
βράχο αγαλλίαση η δροσερή παλάμη στήριγμα της πλάτης μου
πόσο κάθετος είσαι
τη νύχτα ένας φάρος μακρινός σάρωνε και ξανασάρωνε το κρεβάτι
μας από τότε ανοίγω την αγκαλιά μου στο βλέμμα των φάρων
μ΄έχεις γοργόνα ακρόπλωρη
πέρα απ΄τα γαλάζια λαγκάδια είναι το βουνό ανάμεσα οι βελόνες
των πεύκων μας σκιάζουν με κρόσσια κατά την πνοή της αύρας
χαμογελάς βαθιά στα σωθικά μου

*Αναδημοσίευση από το http://www.poiein.gr/archives/13129