Θάνος Γώγος, Φύλα καρδιάς στις γωνίες

Surreal-Photography-Julie-de-Waroquier-6-564x272

Αν η αστυνομία
τοποθετούσε
μηρούς
επιλεκτικά
επάνω στις χώρες που
για διασκέδαση παρακολουθούμε

(Όπου οι άνθρωποι έχουν τις
δουλειές τους
Όπου τα αφεντικά έχουν τους
ανθρώπους)

Εάν δεν ακολουθούσε
εγχειρίδια
για το χιόνι για το πάθος για εμάς
Ποια ομιλία τότε θα κατακτούσε τον κόσμο;

*Από την “Αβαρία της ευτυχίας” μέρος της συλλογής Μεταιχμιακή χαρά”. εκδ., Φαρφουλάς, 2014.

Δημήτρης Α. Δημητρριάδης, Μην έχοντας άλλη επιλογή παρά μονάχα το αίμα

Καταγραφή

Και να. Επιτάφιος κι αναστάσιμος ο ονειρικός τρομοκράτης
ταχυδακτυλουργός του αιωνίου φόβου
και του θριαμβεύοντος σπαραγμού
ξεγραμμένος απ’ τους πάντες κι απ’ τα πάντα
ξεχύνεται άνεμος ελευθερωμένος κι ελευθερωτής
γεμάτος συνθήματα κομμάτια
λιωμένα πάθη
κι αρχέγονες προσευχές.
Ξεχύνεται
χωρίς καμιά προοπτική επιστροφής
-πώς να ορίσεις άλλωστε την αφετηρία της ορμής
πώς να ξανακλείσεις τον αετό που εφορμά στη θύελλα-
ανοίγοντας πυρ σε δασκάλους
εργολάβους και ψυχαναλυτές
σ’ εμπόρους
ιερείς
χρηματιστές και κομματάρχες
σε ρουφιάνους και αστυνόμους
πυροδοτώντας
ιερουργός εμπρηστής τον πηχτό πολτό των είκοσι λεηλατημένων αιώνων
δοσμένος ολοκληρωτικά στη δαπάνη του αίματος
καταδικασμένος ζωντανός
μέσα στο θάνατο
αθάνατος.

*Το ποίημα αυτό δημοσιεύτηκε και στο http://pribas.blogspot.com.au/2013/02/blog-post_19.html

Αλέξης Τραϊανός, Φύλακας ερειπίων

Bik4MHyCYAEtjLp

Μέρες σέρνοντας πίσω τους
Άδεια περίεργα αντικείμενα

Ώστε να ζεις πάλι με πράγματα
Απ’ όπου κάποτε αναχώρησες για πάντα

Βρώμικα παγωμένα νερά
Σκόνη νεκρών αετών βαθιά
Σε τεράστια κοιμισμένα κτίρια
Το απαγχονισμένο τοπίο κι η φρίκη του
Με τους τέσσερις τοίχους του ορίζοντα
Να κλείνει το πρωινό
Γκρίζα κηλίδα μέσα στο μάτι σου

Ν’ ανοίγει το καφενείο πληγή
Για να μοιράσεις ξανά τα χαρτιά σου
Στο τίποτα
Αδόλφε παλιέ αδελφέ του Θανάτου
Σε μαγαζί στη στοά
Στο πάτωμα πριονίδια
Και μια μαύρη γριά
Μ’ έναν αργό μπόγο μοναξιάς
Σε μια δίχως τέλος κι αρχή
Τρίτης Κατηγορίας ιστορία
Όπου εσύ πεθαμένος θαμώνας
Ξύνεις τα μολύβια σου
Ξύνεις τα χρόνια σου
Ξύνεις τον εγκέφαλο
Όλων αυτών των τρελών
Να δεις αν μπορούν να ξεχωρίζουν
Μερικά βασικά χρώματα

Continue reading →

Πάουλ Τσέλαν, Εγκώμιο της απόστασης

tumblr_n1nvd5ITTQ1r0i205o3_1280

Στην πηγή των ματιών σου
Ζούνε τα δίχτυα που ρίχνουν οι αλιείς
Στην πλανεύτρα θάλασσα
Στην πηγή των ματιών σου
Κρατά την υπόσχεσή του το πέλαγος

Εδώ σου ρίχνω μια καρδιά που έζησε με τους ανθρώπους
Τα ρούχα μου και την λάμψη ενός όρκου
Πιο μαύρος στα μαύρα είμαι γυμνότερος
Μόνον ως αποστάτης είμαι πιστός
Είμαι Εσύ όταν Εγώ είμαι Εγώ
Στην πηγή των ματιών σου πλανιέμαι
Και ονειρεύομαι λάφυρα
Ένα δίχτυ ψάρεψε άλλο δίχτυ
χωρίζουμε αγκαλιασμένοι
Μες στην πηγή των ματιών σου
Στραγγαλίζει ο κρεμασμένος το σχοινί του

ΠΛΗΓΗ

Ήμασταν άγρυπνοι, ξαπλώναμε στα γρανάζια
του ρολογιού της βαρυθυμίας
και λυγίζαμε τους δείχτες σαν ραβδιά
κι αυτοί εκσφενδονίζονταν και
μαστίγωναν τον χρόνο
μέχρι που έβγαζε αίμα
και μιλούσες
σε λυκόφωτα μεγαλωμένα,
και δώδεκα φορές είπα
Εσύ στη νύχτα των λόγων σου,
κι άνοιξε η νύχτα κι έμεινε ανοιχτή,
κι απόθεσα
το ένα μάτι στον κόρφο της
κι έπλεξα το άλλο στα μαλλιά σου
κι ανάμεσα ξετύλιξα τη θρυαλλίδα,
την ανοιχτή αρτηρία-
και μια νέα αστραπή πλέοντας
ερχόταν να μας συναντήσει

Ω εσείς πανύψηλες λεύκες
– άνθρωποι αυτής της γης!
Ω εσείς μαύρα τενάγη της ευτυχίας
– την αντικατοπτρίζετε καθ΄οδόν προς τον θάνατο!

Ο ΤΑΦΟΣ

Κανένα λουλούδι δεν φυτρώνει
Θα ήταν περιττό

Τίποτε υπερβολικό…

Κάποτε
Τον άκουγα
Πώς ένιπτε τον κόσμο
Αόρατος, ολονυκτίς,…

*Μετάφραση: Ιωάννα Αβραμίδου
**Artwork: Rhonda Dee
***Από το http://bibliotheque.gr

Mιχάλης Kατσαρός, Στο νεκρό δάσος

Screen+Shot+2014-03-15+at+12.27.56+AM

Στο νεκρό δάσος των λέξεων προχωράω.
        Aνάβω τα χλωμά φανάρια στους δρόμους
        προσπαθώ ν’ αναστήσω.
Tα ονόματα που πυρπόλησαν τις καρδιές
  σε μυστικές συνεδριάσεις
τα ονόματα που οδήγησαν
        όλα δολοφονούνται.
Tώρα κυκλοφορούν σε ανάκτορα ξένοι
ντύνονται επίσημα στις δεξιώσεις
σε διπλωματικά συνέδρια ανταλλάσονται
        χειραψίες
φριχτά υπομνήματα
παρευρίσκονται στις γιορτές, υποκλίνονται–
Tώρα πεθαίνουν.

Ω Pόζα Λούξεμπουργκ, Λένιν, ποιητές,
Ω Tέλμαν Tάνεφ
παγωμένοι σε επίσημες αίθουσες
δαφνοστεφείς ήρωες
μυθικά πρόσωπα
           ελάτε.

Oι εξουσίες σήμερα χαϊδεύονται σαν
  ερωτιάρες γάτες πάνω στις στέγες μας
οι πρόεδροι ανταλλάσσουν επισκέψεις
οι πατριάρχες πάλι ενθρονίζονται
κάτω από τα νόμιμα κάδρα σας
          μας περιπαίζουν.
Eγώ έχω μέσα στη θύμησή μου
την ώρα που ανέβαινε το πλήθος στις σκάλες
          με τη φωτιά κρατώντας τη μεγάλη ταμπέλα
Όλη η εξουσία στα Σοβιέτ.
Έχω στη θύμησή μου την ατμομηχανή που έφερε
τη νύχτα τον Λένιν
τον έξαλλο Mαγιακόφσκι που πυροβολούσε
          τους υπουργούς
τους φοιτητές αγκαλιασμένους με τους χωριάτες.

Πώς βγήκανε πάλι απ’ αυτή τη φωτιά
ο Kος Διευθυντής
ο διπλωματικός ακόλουθος
ο Kος πρέσβης;
Kαι τώρα τι πρέπει να γίνει
         σ’ αυτό το νεκροταφείο των ονομάτων
σ’ αυτό το νεκροταφείο των λέξεων;

Πώς θα ξαναβαφτίσουμε τις πυρκαγιές
ελευθερία, ισότητα, Σοβιέτ, εξουσία;

*Από τη συλλογή “Kατά Σαδδουκαίων”, α’ έκδοση: 1953.
** Πηγή: Εντευκτήριο στο http://entefktirio.blogspot.com.au/2014/03/blog-post_15.html

Nanja Noterdaeme, Το δόλωμα

1780711_470711413050755_1106677112_n

Ο νους και τα αισθήματα
μέσα στα τετράδια,
πέφτουν στα κύματα!

Αφανίζονται τα λόγια,
τα κουρέλια – ψεύτικα κουνέλια
ροκανισμένα κόκαλα.

Οι έννοιες ξεντυμένες
γλιστράνε στα νερά,
σαν κορμιά το καλοκαίρι,
λυγερά.

Τάσος Πορφύρης, Τρία ποιήματα

Porfyris_Tasos_0002

Μπήκα σ’ ένα κατάστημα

Μπήκα σ’ ένα κατάστημα δίσκων και ζήτησα
τη Nathalie
ποιάναι η κυρία δεν την ξέρω ψιθύρισε
η μια στην άλλη πωλήτρια και χαχάνισε
σταχτί σκούρο χάχανο από βαρύ τσιγάρο και
σκληρό ποτό σε δωμάτιο σκυλάδικου τα
ξημερώματα Posters διασήμων ποδοσφαιριστών
τη Nathalie
με τον Ζιλμπέρ Μπεκό συνέχισα μη δίνοντας
σημασία με περιεργάστηκαν όπως προϊστορικό
τέρας αργοκύλησαν οι στιγμές σαν γεωλογικοί
αιώνες κάτι έχω ακουστά ψέλλισε η άλλη
τις έφερα σε δύσκολη θέση σκέφτηκα
ζήτησα συγγνώμη χιόνιζε ακόμα la place
rouge etait blance a cote de moi pleurait Nathalie
γερασμένη
ακουμπώντας στο άγαλμα του Μαγιακόβσκι
σακατεμένη από νόρμες και πεντάχρονα σχέδια.

Continue reading →

Regina Ullmann, Στο λιβάδι με τις παπαρούνες τη στιγμή της καταιγίδας

1979623_653456364690349_586450277_n

Πήγαινα στο λιβάδι με τις παπαρούνες
Τη στιγμή μιας καταιγίδας
Πολλά χρόνια πριν
Κι ήταν το φουστάνι μου
Από ύφασμα κόκκινο και φαρδύ πολύ
Σαν τσακισμένη παπαρούνα από μετάξινο μαλλί
Κι άνοιξα μια ουρά σαν παγωνιού
Να προστατέψω το λιβάδι από τους κινδύνους
Και κάλεσα ως μάρτυρα εμένα
Από κόσμους υψηλούς
Που με παρέδωσαν σε τούτο το λιβάδι
Ατέλειωτα χρόνια πριν δώρο σ’ αυτή τη μέρα.

Μετάφραση: Ιωάννα Αβραμίδου.

Rene Char, Το γαλάζκο αυτό δεν είναι το δικό μας

dsc_0853

Είμασταν στη στιγμή ακριβώς της ύστατης διάκρισης.
Τότε χρειάστηκε να επαναπατρισθεί το μαχαίρι.
Και η αναλογούσα σε αυτό ένσαρκη πορφύρα.
Λίγοι θα έχουν μάθει να κοιτούν τη γη όπου ζούσαν και να της
απευθύνονται στον ενικό με το βλέμμα τους χαμηλωμένο.
Γη της λήθης, γη αμέσως προσεχής, δίπλα μας, που μας εξήψες
την παραφορά και σ’ ερωτευθήκαμε έμπλεοι δέους.
Το δε δέος παρήλθε…
Στον καθένα τώρα η κλεψαμμία του για να τελειώσει με την
κλεψαμμία μαζί.
Να συνεχίσει να κυλάει μέσα στην τύφλωση.
Αλλά όποιος παραδώσει το μήνυμα θα στερείται δια παντός
ταυτότητος.
Δεν θα βαίνει πλέον ασθμαίνων.
Υποδειγματίζω δε στο πλαίσιο της Αποκαλύψεως δεν είναι άραγε
και ό,τι κάνουμε τις νύχτες σε κάποιαν όψη που τό ’χει βάλει
πείσμα να πεθάνει;
Και το εργαλείο, του οποίου το χέρι μας, απεκδεδυμένο μνήμης,
θα ανακάλυπτε ανά πάσα στιγμή την ευεργεσία, δεν θα γέρναγε
ποτέ, θα διατηρούσε άθικτο το χέρι, ανέπαφο.
Κι έτσι χαθήκαν μέσα στην ομίχλη οι άνθρωποι με κρεμασμένα
στον ώμο τα σακκίδιά τους.

*Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής. Από το Αλωνάκι της Ποίησης στο http://alonakitispoiisis.blogspot.com