Diane Di Prima’s 80th Birthday


Diane Di Prima in a reading with Michael McClure

The great poet-activist-wise-woman-scholar, Diane Di Prima turned 80 years old yesterday (6 August)!  – 

Happy Birthday Diane!

She, in the past year, has been teaching a course (at the Bay Area Public School) – “The Dream of Pre-History”
From her catalog note: “This class explores the beginnings of what we call “human” – the fall of Neanderthal and the rise of Cro-Magnon culture – the beginnings, dominance, and eclipse of matriarchy – the double invasions of patriarchy and oligarchy – and the persistent dream of a non-hierarchical society”

“The dream of a non-hierarchical society” – a beautiful and pure dream, these past four-score years, (despite the increasing brutality of “patriarchy and oligarchy”), a dream she has unflinchingly and heroically pursued – and continues to pursue.

Her Recollections of My Life As A Woman is required reading

Her Recollections of My Life As A Woman is required reading

Her poetry, for that matter, is (also) required reading

d

We conclude with her elegy for fellow cultural warrior, Amiri Baraka, published in the San Francisco Chronicle, on the occasion of his passing, last February:

For Amiri Baraka

don’ matter was it
yr left foot went bad
or yr right
don’ matter yr lungs
or yr heart
don’ matter if that
mass
on yr liver was
malignant
or what’s been wrong
so long
w/yr kidneys
don’t matter
drugs
or herbs
or acupuncture
or why you didn’t
go
to those appointments
don’t matter how much you drank
or if you drank
don’t matter you did or you didn’t
take drugs
meaning meds
or take drugs
meaning drugs
what matters now
what matters &
what’s gonna matter
a hundred
a thousand years
what matters when
what we wrote
what we thought
is lost
(& don’t kid yourself,
Ginsberg
it’s all of it
gonna be lost)
what matters:
every place
you read
every line
you wrote
every dog-eared book
or pamphlet
on somebody’s shelf
every skinny hopeful kid
you grinned that grin at
while they said
they thought they could write
they thought they could fight
they knew for sure
they could change the world
every human dream
you heard
or inspired
after the book-signing
after the reading
after one more
unspeakable
faculty dinner
after that god-awful flight
& the drive to the school
what matters:
the memory
of the poem
in thousands of minds
that quantum
of energy
passed over
passed
all the way over
to the other
to thousands
of others
what matters
Revolution
what matters
Revelation
what matters
the poem
taking root in
thousands
of minds …

“Revolution/what matters/Revelation/what matters”..

Happy Birthday, Diane!

f

Μπορίς Βιάν, Αν έβρεχε δάκρυα

dmndhndhndhnd

Αν έβρεχε δάκρυα

Όταν πεθαίνει μι’ αγάπη

Αν έβρεχε δάκρυα

Όταν βαραίνουν οι καρδιές

Σ’ ολόκληρη τη γη

Για ένα σαραντάμερο

Δάκρυα πικρά

Θα πνίγανε τους πύργους

Αν έβρεχε δάκρυα

Όταν πεθαίνει ένα παιδί

Αν έβρεχε δάκρυα

Όταν γελάνε οι κακοί

Σ’ ολόκληρη τη γη
Με γκρίζα κύματα και κρύα

Δάκρυα πικρά

Το παρελθόν θα τάραζαν

Αν έβρεχε δάκρυα

Όταν σκοτώνουμε τις καθαρές καρδιές

Αν έβρεχε δάκρυα

Όταν χανόμαστε κάτω απ’ τα τείχη

Σ’ ολόκληρη τη γη

Θα γίνονταν κατακλυσμός
Από τα δάκρυα τα πικρά

Των δικαστών και των ενόχων

Αν έβρεχε δάκρυα

Κάθε φορά που ο θάνατος

Κραδαίνοντας τα όπλα του

Σκίζει τα σκηνικά

Σ’ ολόκληρη τη γη

Δε θα ’μενε πια τίποτα

Παρά τα δάκρυα τα πικρά

Του πένθους και της φρίκης.

*Μετάφραση: Αντώνης Φωστιέρης-Θανάσης Νιάρχος.

Γιάννης Ζελιαναίος, Τα γκέμια μιας επικεφαλίδας

zelianaios26

«Μου λύπης»
το ‘γραψε λάθος κάποιος σ’ έναν τοίχο στην επαρχία.
«Όσο μακριά κι αν είσαι εγώ Σ’ αγαπάω»
έγραψε κάποιος άλλος δυο τετράγωνα πιο κάτω απ’ το σπίτι
και πάλι σ’ έναν τοίχο γηπέδου αυτοκτονίας.
Νυχτερίδες εντελώς
στρόου ντογκς
άπλυτα κόκκινα πιάτα
και βρόχα του Ζαμπέτα.
Αυτο δεν το ‘γραψε κανένας
εγώ το γράφω
στη μαξιλαροθήκη που ρούφηξε την τρέλα σου
ανοίγοντας τα σκέλια της νύχτας στα δύο.
Πάνω απ’ όλα υπάρχει ο Θεός
η καλύτερη δικαιολογία
που μπορεί να βρει το ανθρώπινο είδος
και για τον Έρωτα υπάρχουν τα τραγούδια
για να μαζεύουν πτώματα
που λείπουν χωρίς ύψιλον
μεταμεσονύχτιων σπρέι.
Μάλλον ξέρεις τι εννοώ
σαν το παντελόνι κατεβαίνει αργά
τα μάτια σου κοιτάνε χαμηλά
και θες μόνο να ρημάξεις μπας και ηρεμήσεις.
Γιατί ο έρωτας δεν θα είναι ποτέ όπως τον φαντάζεσαι
δεν παίζει βιολί
βρωμίζει δάχτυλο στο τασάκι
σκοτώνει ζώα σε παραθύρι
παλεύει μάτι για να δει
χύνει βρακί ιδρωμένο από κάτουρο ζεστό
κι ενώνει σάρκες παρακμής
που δεν τις νοιάζει τίποτε άλλο
παρά μονάχα το φευγιό
που λύνει αδιάφορα το σώμα
γκεμιάζοντας το επόμενο
για να πηδήξει
κάποιο άλλο.

*Ο Γιάννης Ζελιαναίος έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές Καλώς ήρθες χειμώνα, γραφιά της νιότης μας (εκδόσεις Εριφύλη 2004), Άννα (εκδόσεις Εριφύλη 2005) και Ο διάβολος πάνω σε στρατσόχαρτο (εκδόσεις Ενδυμίων 2009). Zει κι εργάζεται στη Λευκωσία της Κύπρου.

Cesar Vallejo, Τα εννιά τέρατα

FOTO+CESAR+VALLEJO1

Και δυστυχώς
ο πόνος στον κόσμο μεγαλώνει συνεχώς
μεγαλώνει τριάντα λεπτά το δευτερόλεπτο, βήμα βήμα
και η φύση του πόνου είναι διπλός πόνος
και η συνθήκη του μαρτυρίου, σαρκοβόρος, αχόρταγη,
είναι διπλός πόνος
και η λειτουργία της πιο καθαρής χλόης, διπλός
πόνος
και το καλό του να είσαι, η κατήφειά μας εις διπλούν.
Ποτέ, ανθρώπινοι άνθρωποι
δεν υπήρξε τόσος πόνος στο στήθος, στο πέτο, στο πορτοφόλι,
στο γυαλί, στο κρεοπωλείο, στην αριθμητική!
Ποτέ τόση επίπονη συμπάθεια
ποτέ δεν εφόρμησε η απόσταση από τόσο κοντά
ποτέ, ποτέ η φωτιά
δεν έπαιξε καλύτερα το ρόλο του θανατερού κρύου!
Ποτέ, κύριε υπουργέ υγείας, δεν ήταν η υγεία
πιο θανάσιμη
ποτέ δεν εξήγαγε τόσο μέτωπο απ” το μέτωπο η ημικρανία!
Ποτέ δεν είχε το κομοδίνο στο συρτάρι πόνο
η καρδιά στο συρτάρι πόνο
η σαύρα στο συρτάρι πόνο.
Η κακοτυχία μεγαλώνει, αδέλφια άνθρωποι,
πιο γρήγορα απ” τη μηχανή, σαν δέκα μηχανές, και μεγαλώνει
με τα ζωντανά του Ρουσώ, με τα γένια μας·
κι είναι μια πλημμύρα με τα δικά της υγρά
με την δική της λάσπη, το δικό της στέρεο σύννεφο!
Το πάσχειν αντιστρέφει τις θέσεις, επενεργεί
στο ότι το υγρό στοιχείο του σώματος είναι κάθετο
ως προς το πεζοδρόμιο,
το μάτι βλέπεται και το αυτί ακούγεται
και αυτό το αυτί χτυπά εννιά φορές την ώρα
του κεραυνού, και εννιά ξεκαρδίσματα
την ώρα του σιταριού, και εννιά θυληκούς ήχους
την ώρα του θρήνου, και εννιά ύμνους
την ώρα της πείνας, και εννιά βροντές
και εννιά χτυπήματα με το μαστίγιο, μείον μιας κραυγής.
Ο πόνος μας αρπάζει από πίσω αδέρφια,
σε προφίλ
και μας οδηγεί άγριους στις ταινίες,
μας καρφώνει πάνω στα γραμμόφωνα
μας ξεκαρφώνει στο κρεβάτι, πέφτει καθέτως
πάνω στα εισιτήριά μας, τις επιστολές μας,
και είναι πολύ σοβαρό να υποφέρεις, μπορεί κάποιος να προσευχηθεί…
Γιατί σαν αποτέλεσμα
του πόνου, υπάρχουν κάποιοι
που γεννιούνται, άλλοι μεγαλώνουν, άλλοι πεθαίνουν,
και άλλοι που γεννιούνται και δεν πεθαίνουν, άλλοι
που πεθαίνουν χωρίς να έχουν γεννηθεί, και άλλοι
που ούτε γεννιούνται ούτε πεθαίνουν (η πλειοψηφία)
Και παρόμοια, ως αποτέλεσμα
του πάσχειν, είμαι θλιμμένος
ως τα νύχια, και πιο θλιμμένος ως τον αστράγαλο,
απ” το να βλέπω το ψωμί, σταυρωμένο, το γογγύλι,
αιμόφυρτο,
το κρεμμύδι, να κλαίει,
τα σιτηρά γενικά, το αλεύρι,
το αλάτι, να γίνονται σκόνη, το νερό, να γλυστρά,
το κρασί, ένα ίδε ο άνθρωπος,
τόσο χλωμό χιόνι, τόσο φλογερός ήλιος!
Πώς, αδελφοί
να μην σας πω ότι δεν το αντέχω άλλο και
δεν μπορώ άλλο να αντέξω τόσο συρτάρι,
τόσο λεπτό, τόση
σαύρα και τόση
αντιστροφή, τόση απόσταση και τόση δίψα για δίψα!
Κύριε υπουργέ υγείας, τι να κάνω;
Αχ, δυστυχώς, ανθρώπινοι άνθρωποι
υπάρχουν, αδέρφια, υπερβολικά πολλά να κάνεις.

*Το ποίημα δημοσιεύτηκε στο http://radicaldesire.blogspot.gr και στο http://oulaloum.espiv.net

Γιάννης Σκαρίμπας, Φαντασία

skarib2

Νάναι σά νά μάς σπρώχνει ένας αέρας μαζί
πρός έναν δρόμο φιδωτό πού σβεί στά χάη,
καί σένα τού καπέλου σου πλατειά καί φανταιζί
κάποια κορδέλα του, τρελά νά χαιρετάει.

Και νάν’ σάν κάτι νά μού λές, κάτι ωραίο κοντά
γι’ άστρα, τή ζώνη πού πηδάν των νύχτιων φόντων,
κι αύτός ο άνεμος τρελά-τρελά νά μάς σκουντά
όλο πρός τή γραμμή των οριζόντων.

Κι όλο νά λές, νά λές, στά βάθη τής νυκτός
γιά ένα – μέ γυάλινα πανιά – πλοίο πού πάει
Όλο βαθιά, όλο βαθιά, όσο πού πέφτει εκτός:
έξω απ’ τόν κύκλο των νερών – στά χάη.

Κι όλο νά πνέει, νά μάς ωθεί αύτός ο άνεμος μαζί
πέρ’ από τόπους καί καιρούς, έως ότου – φως μου –
(καθώς τρελά θά χαιρετάει κείν’ η κορδέλα η φανταιζί)
βγούμε απ’ τήν τρικυμία αύτού τού κόσμου…

*Από τη συλλογή “Ουλαλούμ”.

Βάσω Καλαμάρα, Δελφοί

Delphi02AthenaSanctuary

Ήταν το φως
αλλού λιγόστευε κι αλλού απλώνονταν απέραντο
ώς της ψυχής τα βάθια.
Ήταν εκείνες
οι λιγοστές κολώνες, που φιλούσανε τις άκρες σου
και τις χαϊδολογούσε ο ουρανός αψύς χωρίς στολίδια.
Ήταν οι Πυθίες
που πέρασαν στα τρίποδα ανακούρκουδες και γεύονταν
της Αράχωβας το κατσικίσιο γάλα, τ’ αγριόμελι
δαφνόφυλλα, ψωμί το κριθαρίσιο.
Ήταν ο αγέρας πόφερνε ο Παρνασσός αντίκρια.
Ήσουνα συ
ήμουνα γώ π’ αλάργεβα πασκίζοντας να βρω
απόκριση στα τόσα μου ρωτήματα, το νου να ησυχάσω.
Γονάτισα κάτω κι άγγιξα το χώμα δύο σβώλους
τρεις μαρμαρόπετρες πανωθέ μου στέκονταν
οι τρεις απλές κολώνες κοίταγαν τον Απόλλωνα
με της ψυχής το μάτι. Κρύβοντας ολάκερη ζωή
χρόνια και χρόνια βάλε, αγνάντευαν κάτω πέρα τις ελιές.
Θάλασσα πράσινη, γυρτή λαγκάδα ξαπλωμένη.
Μες τα κλωνιά τους κλάμμα ακούγεται,
ο χρόνος θρήνους κάνει.
Τα δέντρα γίγαντες στοιχειά, τον ουρανό αγγίζουν
παίζουν στον ήλιο τον καφτόν, φιλούν τα γόνατά του.
Γίνονται αμέτρητοι Θεοί στο φως του ανασαίνουν.
Είναι το χώμα δυνατό θεριεύει τα κορμιά τους
μένουν απείραχτα θαρρείς απ’ τη φθορά του χρόνου.
Λούζονται τις βαριές βροχές γλεντούνε τις λιακάδες.
Ερωτεύουνται μες τις σκιές ηδονικά φιλιούνται.
Σφιχταγκαλιάζουν τους κορμούς κρυφά παντρολογιούνται.

Jordi Doce, Με τα μάτια ανοιχτά στην όχθη του κόσμου

Bonder, Birds

Bonder, Birds

Ήταν οι καιροί της νέας λιτότητας.
Τζάμια σπασμένα στις βιτρίνες
κι ο άνεμος να διασχίζει τα ρολόγια˙
πρόσωπα που οι καθρέφτες δεν αιχμαλώτιζαν
και λέξεις λεκιασμένες απ’ την πείνα.

Οι σκύλοι πήγαιναν κι έρχονταν στη γειτονιά
μιμούμενοι τις γκροτέσκες μορφές των δέντρων.
Στις βόλτες τους σχεδίαζαν ένα τροπικό δάσος αρωμάτων
και στο βάθος του τροπικού δάσους έναν λαμπερό ναό
γεμάτο από πουλιά που ποτέ δεν θα ακούγαμε.

Όλος ο κόσμος έβγαινε με βαλίτσες,
μετακινούμασταν χωρίς διάθεση να ταξιδέψουμε.
Μακριά απ’ την καχυποψία των αυλών
ο ουρανός έθετε εξισώσεις ακατανόητες
όπως η ομιλία των εραστών.

Πολλές φορές ο ήλιος έλαμψε δια της απουσίας του,
πολλές φορές τον κάναμε να λάμπει στα όνειρα.
Κάθε μέρα κατά τη διάρκεια ενός χρόνου
έφταναν γράμματα από μέρη για να τα εξερευνήσουμε,
γράμματα λευκά για τον νεκρό πατέρα μου.

Και ο ταχυδρόμος, με το πρώτο φώς,
ξεκουραζόταν σε ένα παγκάκι της γωνίας
για να καταλαγιάσει τη δίψα του
στην επίμονη ομίχλη
που δάγκωνε τα βήματά του.

(2009)

*Ο Jordi Doce (Γκιχόν, 1967) έχει εκδώσει βιβλία ποίησης, έχει μεταφράσει στα ισπανικά W. H. Auden, William Blake, T. S. Eliot, Ted Hughes και Charles Tomlinson ανάμεσα σε άλλους και έχει εκδώσει επίσης πεζά, μελέτες, άρθρα και δοκίμια σχετικά με σημαντικούς ποιητές και την τέχνη. Έχει τιμηθεί με το Βραβείο «Casa de America». Έχει διατελέσει Λέκτορας Ισπανικών στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης και τώρα συντονίζει το εκδοτικό τμήμα του Κύκλου Καλών Τεχνών της Μαδρίτης. Το ιστολόγιο του είναι εδώ: http://jordidoce.blogspot.com/

**Από την Ανθολογία Σύγχρονης Ισπανικής Ποίησης σε μετάφραση και επιμέλεια Άτης Σολέρτη.

Γιώργος Μαρής, Περί ποιητικής

valentinacrepax1

Μου αρέσουν τα σεμνά και όμορφα

Κορίτσια

Με τα καλοκαιρινά φορέματα

Και τα καλοχτενισμένα

Μαλλιά

Που ανεβασμένα στα σκαμπώ

Των βιβλιοπωλείων

Ψάχνουν στο τμήμα της Αρχαίας

Ελληνικής Γραμματείας

Τα μέρη της Τραγωδίας

«κατά ποιόν»

Και «κατά ποσόν»

Κι έτσι καθώς το χέρι τους

Εκτείνεται ψηλά

Για να τραβήξει

Την «των πραγμάτων σύσταση»

Από το τελευταίο

Ράφι

Για μια στιγμή ανασηκώνεται

Η φούστα τους

«μέγεθος εχούσης»

Μερικά εκατοστά

Μόλις πάνω απ’ το γόνατο

Το κατά

Αριστοτέλη

«οικείον μήκος».

*Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιευονται από το ιστολόγιο Λαθρομετανάστης στο http://lathrometanastis.wordpress.com

Nelly Sachs
, Πάντα

10426676_712044798831505_1261598184996498705_n

Εκεί όπου πεθαίνουνε παιδιά

μένουν ανέστια τα τρυφερότερα πράγματα.

Ηλιοβασιλέματα τυλιγμένα στον μανδύα του πόνου 

Που μέσα τους θλιμμένη η ψυχή του κότσυφα.

Τη νύχτα αναγγέλλει—

Άνεμοι ασθενικοί φυσούν πάνω από 

Τρεμουλιαστό χορτάρι

Σβήνοντας τα ερείπια του φωτός

Σπέρνοντας θάνατο—

Πάντα

Εκεί όπου πεθαίνουνε παιδιά

Γίνονται παρανάλωμα τα φλογερά πρόσωπα

Της νύχτας, μοναχικά μέσα στο μυστικό τους—

Και ποιός γνωρίζει τα σήματα

Που στέλνει ο θάνατος:

Ευωδιά του δέντρου της ζωής

Αλέκτορα λαλιά που συντομεύει τη μέρα

Μαγικό ρολόι της φθινοπωρινής φρίκης

Στις παιδικές κάμαρες μπαίνουν, τις καταριούνται-

Κελαριστός, παρατεταμένος ύπνος του χρόνου

Βρέχει τα νερά στις όχθες του σκότους–

Πάντα

Εκεί όπου πεθαίνουνε παιδιά

Θολώνουν οι καθρέφτες των κουκλόσπιτων με μια ανάσα

Δεν βλέπουν πια τον χορό των λιλιπούτειων

Ντυμένο με τον χάρτη του παιδικού αίματος

Χορός που στέκει ακίνητος

Σαν κόσμος μέσα σε τηλεσκόπιο

Απόμακρος απ’ τη σελήνη

Πάντα

Εκεί όπου πεθαίνουνε παιδιά

Πέτρα κι αστέρια 

Και τόσα όνειρα πολλά

Μένουν ανέστια


*Μετάφραση: Ιωάννα Αβραμίδου

Ποιώ – ελένη, ακούω στα όνειρα τον χτύπο του παιδιού της Παλαιστίνης που πέθανε

36645-boy+looking

Ματώνουν τα σπλάχνα
Φωνή δεν βγαίνει
Μία χούφτα σκληρή σκορπίζει τον σπόρο μακριά
Ένα παιδί κρατώντας μια τρύπια μπάλα
Έπαιζε στο ξέφωτο χτες
Τώρα μάχεται στο χώμα θλιμμένο
Να αναπνεύσει ζητά
Της ζωής να ενώσει το ρήγμα
Που οι άνομοι άνοιξαν πάλι
Την μικρή αδερφή του
Απ’ το χέρι να πάρει στους μεγάλους τους δρόμους να πάνε
Να σηκώσει της μάνας την πίκρα
Να λειάνει την βαθιά της ρυτίδα
Και το δάκρυ να σφουγγίξει της πέτρας
Που βουβά την διαβρώνει
Της επιστήθιας πέτρας
Που στη ζέστα της έγερνε τα γλυκά καλοκαίρια
Να ονοματίσει το κακό που διανέμει την γη του

Φλογίζεται ο νους
Καπνίζει το τσουκάλι της οργής σιγανά
Ανασκιρτά η καρδιά
Ένα παιδί με γρατζουνισμένα τα γόνατα τρέχει
Σε ουρανού γειτονιές κυανές
Σε λωρίδες ανέμου λεπτές
Και σε χέρσα λιβάδια με ηφαιστείου κρατήρες
Ένα παιδί που σφαγιάστηκε άδικα
Πριν προλάβει το αίμα να ακούσει
Πριν να λύσει της καλής του το αίνιγμα
Πριν δονήσει την φύση του το μεγάλο το κάλεσμα
Ένα παιδί μοναχό
Χωρισμένο σε χίλιες ακτίνες
Όχι ήλιου ακτίνες θερμές
Αλλά νήματα κρύα στου θανάτου το πέπλο υφάδι σκαιό
Που σκεπάζει τη θεία μορφή και το πρώτο της ώρας του ξάφνιασμα

Πονούν τα βλέφαρα
Οι ίσκιοι πυκνώνουν
Το ταξίδι αργεί
Ένα αγγελούδι κρατά λεμονάνθια
Κάτω από την φτερωσιά του
Λεμονάνθια του γάμου απ’ τους μπαξέδες εκείνους
Που στα κλωνιά τους πάνω δραπετεύανε τ’ άστρα
Μην και λείψει το φως της ειρήνης
Η καλή καρτερία
Η γλυκιά προσμονή
Η ζεστή η ασφάλεια
Ένα αγγελούδι με μάτια μπλε
Με χείλη ρόδινα κι έναν άγουρο πόθο στα στήθη
Ένας επίγειος Θεός που συντρέχει τα ρόδα
Και γεμίζει τις άπατες στέρνες
Η θύρα η κέδρινη που ανοίγει το βιβλίο της αγάπης
Η καταπακτή που μέσα της φυλάμε ζωντανά τα όνειρα των παιδιών
Που στη μέση κοπήκαν αναίτια από καπνού μανιτάρι
Πριν προλάβουν να μεθύσουν με οίνο χαράς
Και ν’ ανοίξουν στο πράσινο φως σαν βεντάλιες χρυσές να απλωθούν
Στης πατρίδας το χέρι θυμωμένα στιλέτα να γίνουν

Παγώνει της σελήνης το τόξο
Λυγά η σημαία δακρυσμένη
Το αγκάθι κουμπώνει τα χείλη
Ένα παιδί γονατίζει στην άμμο
Να ξεθάψει πολέμου οβίδα
Να την κάνει σπιτιού ανθογυάλι γιασεμιά να του φέρει
Να γελάσει η μάνα ξανά σαν μωρό χαρωπό
Φλοκωτά να υφάνει στολίδια
Να γελάσουν κι οι δρόμοι
Να λουστούν στον ασβέστη και στην δροσό της αυγής να πνιγούν
Ένα παιδί σαν όλα τ’ άλλα της γης
Το παιχνίδι ν’ αρχίσει ξανά
Με την τρύπια του μπάλα και την μπλε του ματόχαντρα
Την ευτυχία να στοχεύσει το καλό ριζικό της γενιάς του
Με σφεντόνα παλιά του παππού του
Τον Θεό του να κάνει συμπαίχτη
Κι ο Θεός να του πει παραμύθια για τις νύχτες τις χίλιες
Στης Αστάρτης τους κόρφους μες σε εσθήτες λαμπρές
Το μυστικό να του μάθει τραγούδι του αγώνα τον κρυφό αναπαλμό

*Το ποίημα, η φωτογραφία της ανάρτησης και το βίντεο αναδημοσιεύονται από το ιστολόγιο Ποιώ στο http://gialeni.blogspot.com.au/2014/07/blog-post_23.html