Γιώργος Μακρής, Άλλοτε

giorgosmakrisaytoxeires

Άλλοτε κι ας ήταν τ’ όνειρο πικρό
σαν το σπασμένο γέλιο στον κήπο
και σαν το κυνηγητό των άγριων παιδιών
και σαν την πρόσοψη που χάνεται
γλιστράει και δεν έχεις πού να κρατηθείς.

Θα ήθελα να ζήσω τη ζωή για τη ζωή
άλλοτε
στην ίδια νύχτα με το φεγγάρι και με τη λεμονάδα
κι ας ήταν τα φώτα πικρά
σαν τα κόκκινα σκουλαρίκια σου όταν φεύγεις
ή όταν φεύγω.

Θα ήθελα νά πεθάνω το θάνατο για το θάνατο
άλλοτε
φωνάζοντας τα μαύρα κύματα και χτυπώντας τη σημαία
κι ας ήταν το σκοτάδι πικρό σαν τσάι
και σαν σπασμένη λόγxη
σαν μάσκα αδειανή και σαν πνιγμένο πουλί.

Τώρα
τη νύxτα αυτή δεν μπορώ να μιλήσω
για επιθυμίες.
Όταν κοιμάμαι ιδρώνω και βλέπω να περνάει
μια σεβαστή κυρία κρατώντας ένα πηρούνι
έναν εσταυρωμένο, ένα μανιτάρι και λέει:
«Εγώ ειμί», και γελάει για να φοβηθώ.
Τη νύxτα αυτή περπατάω με το στόμα ανοιχτό.

Ο θάνατος στην κάθε ώρα της ζωής
και συ στην κάθε ώρα του θανάτου.
Αχ! κάποια μέρα θά ‘ρθει που τα κόκκινα σκουλαρίκια
ποτισμένα στα άνοστα φώτα που ρουφάν το άνοστο σκοτάδι
θά ‘ναι για μένα άνοστα άνοστα άνοστα
σαν το τίποτα…

Νίκος Καχτίτσης, Δύο ποιήματα

7F8D09FB21A3E386FC280665A110AC14

ΞΕΡΙΖΩΜΕΝΟΣ

Μνήμες, μην έρχεστε!
Η μουσκεμένη
εχθρική γη μυρίζει
σαν το νιόσκαφτο μνήμα
του Κρίνου Κοριτσιού
της θύμησής μου.

Η σαλαμάνδρα
υφαίνει ντροπαλό
τραγούδι
κι εγώ μαζεύω
κόκκινα φύλλα,
έντομα κι άνθη του αγρού
για το λεύκωμά σου.

ΧΑΜΕΝΟΣ

Δεν μπορώ πια να περάσω
μες’ από τούτη την αλέα του Χρόνου
δίχως τα κίτρινα μου γάντια
και τη μάσκα της αυστηρότητας.
Γιατί χιλιάδες φιλύποπτα μάτια
πίσω από τους θάμνους
με κατασκοπεύουν.

Όχι, δεν είναι τούτη
η εποχή μου.
Ωστόσο περιμένω μ’ ελπίδα
την ημέρα
που τα ηλιοτρόπια
κι οι μανόλιες
θ’ ανθίσουν για πάντα.
Τότε θα χρειαστεί να τιμωρήσω
το φίδι που φτύνει
το φαρμάκι του στη σάρκα μου.

*Από τη συλλογή “Τρωτό σημείο” που γράφτηκε από τον ποιητή στα αγγλικά με τον τίτλο “Vulnerable point”. Η συλλογή αυτή γράφτηκε το 1949, αλλά είδε το φως της δημοσιότητας σε έκδοση του ίδιου του ποιητή στο Μόντρεαλ του Καναδά το 1968. Η ελληνική μετάφραση έγινε από τον ποιητή Γιώργο Δανιήλ.

Δήμητρα Καραφύλλη, Ο Άνω Θρώσκων

10494640_324029687746591_3129861000293872156_n

επέστρεψε στη Γη, να γίνει πάλι γη.
Βλάστησε. Άνθισε.
Διακλαδίστηκε σε όλο το φλοιό,
Επί. Υπό. Υπέρ.
Δάμασε το νερό, τον άνεμο, το φως.
Αναρριχήθηκε.
Θαυμάστηκε στην αντανάκλαση του λείου.
Ξιπάστηκε μετρώντας το μπόι της σκιάς του.
Προσήλωσε το βλέμμα στο γαλάζιο.
-Έρχομαι, είπε κι εκτοξεύτηκε.
Πάνοπλος. Με αλαζονεία, σκαπάνες, σκάφανδρα.
Διέρρηξε την κρούστα της στρατόσφαιρας
στοχεύοντας άλλους πλανήτες.

Του σύμπαντος κατακτητής, κατάκοπος
άφησε πίσω του εξοπλισμούς, σημαίες
και μια ουλή στο μάγουλο της στωικής Σελήνης
που ο χρόνος αυτεπάγγελτα θα σβήσει.
Επέστρεψε στη Γη να γίνει πάλι γη
νικημένος από ένα κρυολόγημα, ίσως.

*Από τη συλλογή, Τρελή τυγλόμυγα, εκδ. Αρκαδικός Κήρυκας, 2013.

Adrian Grima, Her photograph everywhere

jankelstill350

I

She’s not posing on the marble shelf
where I sleep
the four-year-old girl who perished.
Not smiling.
Looking sideways,
beyond us, future observers.
Hair the colour of tousled gold
caught in a tale without explanation.
The photo catches her serious look,
the red, green and yellow of her bathing costume
swimming into each other.
While her aunt reads a summer book behind her,
she looks apprehensive,
as if she’s glimpsed a storm ahead.

II

I wish I could see her pass,
or hear her call,
from the other room.
Come in tired, with her school bag
and her voice rushing
to give an earnest account of the day.
Then smile and tell of the star
shining proudly on her work …

III

She’s everywhere, in every corridor,
in every room lit up.
Her face, in a baby’s wool cap of Tibetan colours,
looking at us;
a few months old in her mother’s lap
by the sea,
her brother in his bathing costume and she
wearing white and a bonnet
as if in Little House on the Prairie.
The same dress –
perhaps with the same camera –
in her father’s hands. He smiles at her and she looks at us.
And now she’s walking,
wrapped up warm, in a museum with her brother and mother.
In her father’s arms, while he plays the fool:
she reaches to touch him and laughs, he draws back
(no photograph needed here):
a moment captured, completely, in her hands.

IV

In the dining room, there’s a painting of her older.
Seated at the table
you’re seized
by her bright eyes, a fresh forest submerged,
a glance, a secret acknowledged;
the assertive colour of her clothes;
the sunlight caught in her ruffled hair;
the stems of incandescent green she clutches;
the disconcerting redness of her lips.

Then they come for me,
I pull my bag behind me and leave.
But there’s no interval between us,
no distance,
and I keep looking for that sun
in the story of her eyes.

Οσίπ Μαντελστάμ, Αχμάτοβα

Η Άννα Αχμάτοβα, ζωγραφισμένη από τον Ρώσο κυβιστή, Νάθαν Αλτμάν, το 1915.

Η Άννα Αχμάτοβα, ζωγραφισμένη από τον Ρώσο κυβιστή, Νάθαν Αλτμάν, το 1915.

Γύρισες ω θλίψη
και τους αδιάφορους κοίταξες,
Πέτρωσες, πέφτοντας από τους ώμους
Ψευτο-κλασική εσάρπα.

Ψυχή κακιασμένη -μεθύσι πικρό-
Και να η ψυχή τα σωθικά της ξύνει.
Έτσι, κάποτε στεκόταν,
Η ανήμπορη Φαίδρα στο Ρασέλ.

Dylan Thomas, Αβρός μην πας στην νύχτα την καλή

1798575_289147151240627_1632750889_n

Αβρός μην πας στην νύχτα την καλή,

Το γέρασμα, με το κλείσιμο της μέραςֹ

πρέπει να καίει και να μουγκρίζει

Οργή, οργή για του φωτός την εκπνοή.

Κι αν άνθρωποι σοφοί, του σκότους το σωστό,

Κοντά στο τέλος τους, το ξέρουνε αυτοί
Αφού απ’ τα λόγια τους δεν είδαν

Αστραπή να ψαλιδίζει,

Αβροί δεν παν στην νύχτα την καλή.

Άνθρωποι καλοί, στου κύματος δίπλα τη στερνή,

Το κλάμα τους πώς λαμπυρίζει

Των πράξεών τους φύση, λεπτή, καχεκτική,

σε κόλπο καταπράσινο ίσως αυτές

μπορούσαν να χορεύουν,

Οργή, οργή για του φωτός την εκπνοή.

Άνθρωποι τρομεροί, πάνω στη φλογερή του ορμή

Τον Ήλιο αδράξαν και τον τραγουδήσαν,

Όμως καθώς αυτός τον ουρανό διασχίζει

Μάθαν, αργά πολύ, πώς θλίψη τον γιομίσαν,

Αβροί δεν παν στην νύχτα την καλή.

Άνθρωποι σκοτεινοί, κοντά στο μνήμα,

Με θαμπωμένη όραση βλέπουν και αυτοί

Μάτια θαμπά που θα μπορούσαν να είναι

όλο χαρά, μετεωρίτες φλογεροί,

Οργή, οργή για του φωτός την εκπνοή.

Κ’ εσύ πατέρα, απ’ το θλιμμένο ύψος, απο κεί,

Δώσ’ μου κατάρα και ευχή

με των δακρύων σου την ορμή.

Αβρός μην πας στην νύχτα την καλή,

Οργή, οργή για του φωτός την εκπνοή.

Κώστα Ρεούση, Ο ποιητής ως πράκτορας της εποχής και του βίου του, Β

10540705_741637112541751_365825399_n-300x229

[αποσπάσματα αδόκιμης, ίσως ή μάλλον, λοξής γραφής]

Β΄. Οι αναβαθμίδες των υπεκφυγών

#3


Η πελώρια σύγχυση ενός προσκυνημένου αιδοίου συναντά το λειρί του κόκορα. Η αριστοκρατία κάνει τα κουμάντα της, θωρακίζοντας τα φέουδά της. Προσεκτικά διαλέγει τους δούλους που θα την υπηρετήσουν και γαμήσουν. Αγριεύει το βλέμμα υποκριτικά, κι αυτό είναι που της αφαιρεί την ψευδαίσθηση της επικράτειάς της. Ο μισταρκός δεν έχει λόγο να αποστρέψει το δειν του –το σταυρώνει και κατεβάζει την πίστη του μ’ όση χυδαιότητα αποκαθήλωσης αντέχει το σώμα και το πνεύμα να γεννήσει ενάντια στο λόγο.

#4

Το πρόσχημα της μπλόφας μίας θολής σαραντάχρονης επετείου: μποϊκοτάροντας το αλισβερίσι της εξαργυρωμένης μνήμης η πολιτεία δραπετεύει τα λύτρα. Η άρρωστη νήσος (Μιχάλης Εφταγωνίτης, Άρρωστη νήσος, Λευκωσία, 1994) έμπλεξε στις κατοπινές εκδοτικές της σημειώσεις έναν διπλωμάτη ποιητή, μαζί και τα μπούτια της. Σκουριασμένη παραμένει, ωστόσο, η πικρή αλήθεια των συνόρων.

#5

Στις αλωμένες βόρειες ακτογραμμές το πανηγύρι εκτοξεύτηκε τον προορισμό ενός γύφτικου σκεπαρνιού και μιας κατουρημένης ημισελήνου. Παλιάτσο σε θέλει πλέον ο Ιούλιος, ν’ ακροβατείς ανισόρροπα το γκρέμισμα της άραγε θύμησης ή νοσταλγίας.

Αντώνης Θ. Παπαδόπουλος, Fast Food X

DSC02695

XLVI

Σε δεκαεπτά
συλλαβές έχω κλειστεί.
Άνετα νιώθω.

XLVII

Κι αν με σκορπάνε,
στους στίχους συγκεντρώνω
τα κομμάτια μου.

XLVIII

Σπάει το πιάτο
που κρατάς. Έτσι μπορεί
και η καρδιά μου.

XLIX

Θα λησμονήσω
για πάντα τα φιλιά της.
Τί αυταπάτη!

L

Όλα θ’ αλλάξουν.
Κάνε γροθιά τα χέρια
κι εμπρός, ξεκίνα.

Βύρων Λεοντάρης, Ανασύνδεση

Κατευόδιο…
Το ποίημα του Βύρωνα Λεοντάρη “Ανασύνδεση”, αφιερωμένο στη Ζ(έφη) Δ(αράκη), δημοσιευμένο στο 4ο τεύχος του περιοδικού “Μαρτυρίες” (προδρομικό τωου περιοδικού “Σημειώσεις”) τον Νοέμβριο – Δεκέμβριο 1962].
Αναδημοσίευση από τον τοίχο του Γιώργου Χ. Θεοχάρη, στο facebook.

1

2

3

4

5

6

7

8