Θεόδωρος Ντόρρος ο αγνοημένος

NtorrosUeodvros.JPG

Ελάχιστοι θυμούνται σήμερον τον Θεόδωρον Ντόρρον, τον πρώτον υπερρεαλιστήν Έλληνα ποιητήν, ο οποίος με την μοναδική του ποιητικήν συλλογή “Στου γλυτωμού το χάζι” τάραξε τα λιμνάζοντα ποιητικά ύδατα της πατρίδος μας. Η συλλογή αυτή του Θεοδώρου Ντόρρου εξεδόθη εις το Παρίσι και διανέμετο δωρεάν εις τας Αθήνας.

ΙΙ. Πολλαί εικασίαι εγένοντο αναφορικώς προς το όνομα του ποιητού. Ο Γιάννης Κορδάτος δεν γνωρίζει αν το Θεόδωρος Ντόρρος είναι ψευδώνυμον ή το πραγματικόν όνομά του. Ο Μάρκος Αυγέρης το θεωρεί ως ψευδώνυμον ανθρώπου ο οποίος θέλει να δημιουργήσει θόρυβον, “να κάνει ντόρο” και ο οποίος δεν επίστευεν αρκετά εις την σοβαρότητα του εγχειρήματός του. Ωστόσον ο Θεόδωρος Ντόρρος ήτο υπαρκτόν πρόσωπον. Επρόκειτο περί Ελληνοαμερικανού εγκατεστημένου εις το Παρίσι τα στοιχεία του οποίου ευρέθησαν εις τα κατάλοιπα του Θράσου Καστανάκη και είναι σήμερον κατατεθειμένα στο ΕΛΙΑ. Πέραν πάντως όλων αυτών ο Ντόρρος δεν ενεφανίσθη ξανά εις τα γράμματα.
Continue reading →

Νικόλαος Μωραΐτης*, Σφαγείον

getImage

Σ’ αυτό το μαύρο μνήμα
Που Λαύριο το λεν
Βλέπω πολλαίς με μαύρα
Που κάθονται και κλαίν

Βλέπω γρηαίς μητέραις
Γυναίκες και παιδιά
Γυμναίς και πεινασμένες
Χωρίς παρηγοριά.

Βλέπω παιδιά αγγελούδια
Να κλαίνε για ψωμί
Κορίτσια σαν το κρίνο
Πωλούντα την τιμή.

Βλέπω και κάτι άλλους
Π’ αφεντικά τους λεν
Μ’ απάθεια να βλέπουν
Ταίς μαύρες οπού κλαίν

Και ειν’ αυτοί αιτία
Σ’ αυτών την συμφορά
Αλλά τρώγουν και πίνουν
Και δεν δίδουν παρά.

-Κι’ αν πέντ’ εξ εργάται
Θαυτίκαν ζωντανοί
Τί τάχατε με τούτου;
Τι πρέπει να γενή;

Αμ’ έχομαι το χρήμα
Θα ’ρθούνε στην δουλειά
Κι’ άλλοι να σκοτωθούνε
Και δεν θα πουν μιλιά.

Ναι τέρατα ακόμη
Λίγον καιρόν θαρθούν
Για να σας βγάλουν πλούτο
Εργάται να θαφτούν.

Αλλά πλησιάζ’ ημέρα
Που θα θαφτήτ’ εσείς
Για να γενούν εργάται
Για πάντα ευτυχείς.

*Ξυλουργός
1893

Βάσσος Γεώργας, πετροβολούν απ΄το πρωί

Artwork: Angelos Tziortzinis

Artwork: Angelos Tziortzinis

πετροβολούν απ΄το πρωί
αλύπητα στα σοκάκια
ανυπεράσπιστοι άγγελοι
του θυμού και της σιωπής
χωρίς ηλικία και επώνυμα
που μηχανεύονται την ανατροπή
σκάβουν στα κούφια θεμέλια
βαθύτατων αισθημάτων
να ανακαλύψουν ίχνη από
τη σκόρπια περηφάνια τους
που χρόνια τώρα
ακρωτηριάστηκε στουρνάρα και μπόταση γωνία
σε έναν εύφλεκτο παράδεισο
όπου το πνεύμα μου δύσκαμπτο
δεν ήταν πρόθυμο να ακολουθήσει
τους λυγμούς της φτωχής μου καρδιάς
τι κουβέντες φουρνέλο περιμένεις
να ακούσεις απ΄το στόμα μου
ένα βροχερό λυπημένο πρωινό;
αργά το μετάνιωσα που
ο πανικός με σκέπασε
με ματωμένη φανέλα
νοικοκυρεύτηκα και σιώπησα
συνένοχο κάθαρμα κι εγώ
χαμαιλέοντας αντί να γκαρίζω
με όλη μου τη ψυχή
ακέφαλε δολοφόνε με στολή
σε ποιας μανούλας τα μάγουλα
ζωγράφισες παντοτινά δάκρυα
και πότε επιτέλους
θα βρεις λίγο κουράγιο
να ζητήσεις συγγνώμη;
στους δρόμους σε ήθελα
ανάσα μου να ζήσεις
σε οδοφράγματα
κι όχι να γράφεις
στοίβα από ποιήματα
να κλαίνε τα μάτια σου
από τα δακρυγόνα
διχοτομημένος ανάμεσα
στο σωστό και το άδικο
κι ας είχες νικηθεί
προκαταβολικά
εν καιρώ ειρήνης Artwork: Angelos Tziortzinis

Βασίλης Φαϊτάς, Αλήτες

10670247_383472811802278_8798118177805449713_n

Περάσαμε αλήτες

παιδιά κάποιου εξόριστου θεού

μ’ ένα τσιγάρο στο στόμα

μ’ ένα σπασμό στο βλέμμα

με τα χέρια να γράφουν σκοτεινούς κύκλους.

Το περιβόλι με τ’ αστέρια ποτέ

δεν φθάσαμε.

Μείναμε προσηλωμένοι χρόνια

σε κάποιους δρόμους

στων ανθρώπων το πλήθος.

Στην κλειστή ζωή μας

περίγυρο ο έρωτας

και καρδιά ο ανεμοδείχτης.

*Από τη συλλογή “Άποικοι της νύχτας” (1966). Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης πάρθηκαν από τον τοίχο της φίλης Αλεξάνδρας Βουτσίνου στο facebook.

Francesco Marotta, Ως την τελευταία συλλαβή των ημερών

ianiooa

να γράφεις είναι μια μοίρα που τρέφεται από τον ίσκιο των ωρών

το ερωτικό αγκάθι όποιου δεν αφήνει τίποτα πίσω του

για να ’ναι στάχτη, στοιχείο του ανέμου

είναι χαραγμένο πάντα με γράμματα φωτιάς

μες στις ίριδες των σημαδιών που σέρνει –ένα υμνολόγιο

ταπεινό, μια σύνοψη βημάτων δίχως ίχνη

ξεχειλίζει συλλαβές αθωότητας και μνημούρια άμμου

από το σιωπηλό λαγήνι που ξεδιψά τα χείλη,

όταν νοσηρές λέξεις άριας αποσπώνται απ’ τα χέρια

συνθλίβονται στην αδιόρατη άβυσσο

μίας σελίδας–

να γράφεις είναι μια ώρα που τρέφεται απ’ τη μοίρα

το αγκάθι που καθηλώνει το σώμα σε πλέγματα από χαραυγές

μες στη νυχτιά

και τρυπά ψηλαφά συρράπτει τραύματα ανοιχτά

ξεσχίζει τη σάρκα

μέχρι να ματώσουν ακόμη και τα όνειρα

μέχρι η εικόνα ν’ ανθίσει στους ήχους της πηγής

οι σβολιασμένες αλφαβήτες στην κραυγή

*

(είναι αυτές οι φωνές που λείπουν από μια πέτρα

για να νιώσει τόξο που σκόπευσε προς τον ουρανό,

είναι αυτοί οι τονισμοί

που συνοδεύουν το σπόρο στον τάφο του φωτός του – στον πύρινο γκρεμό

όπου ο θάνατος είναι οιωνός εποχών,

προφητεία των καρπών και της θύμησης)

Fino all’ultima sillaba dei giorni

scrivere è un destino covato dall’ombra delle ore

la spina amorosa di chi non lascia niente alle sue spalle

perché essere cenere, sostanza di vento

è inciso da sempre a lettere di fuoco

nelle pupille dei segni che trascina – un canzoniere

infimo, un breviario di passi senza orma

tracima sillabe d’innocenza e memoriali di sabbia

dalla brocca si

lente che disseta il labbro,

quando parole malate d’aria si staccano dalle mani

precipitano nell’impercettibile abisso

di una pagina –

scrivere è un’ora covata dal destino

la spina che costringe il corpo in reticoli d’albe in piena notte

e punge fruga ricuce orli slabbrati lacera la carne

fino a che sanguinano anche i sogni,

fino a che l’immagine fiorisce in echi di sorgente

gli alfabeti rappresi dentro un grido

*

(sono queste le voci che mancano a una pietra

per sentirsi un arco lanciato verso il cielo,

sono questi gli accenti

che scortano il seme alla sua tomba di luce – al precipizio ardente

dove la morte è presagio di stagioni,

oracolo dei frutti e del ricordo)

*Από τη συλλογή «Στίχοι γραμμένοι με τα μάτια» (Μετάφραση -Επίμετρο: Ευαγγελία Πολύμου).

*Από το Ποιείν http://www.poiein.gr

Ion Vinea
 (Iωάννης Ευγένιος Γιοβαννάκης), Velut Somnia

64776_300752226794143_1212450704252113709_n

Ακούω τη γη, τα δέντρα, τα βράχια,

τον καμπυλωτό δρόμο μέσα στην σιωπή

ανάμεσα στη δύναμη που αναβλύζει απ’ τις πηγές,

κάτω από τις όχθες χωρίς το βήμα των αστεριών.

Ακούστε τον άνεμο, τα τριζόνια, τη μοναξιά

μέχρι την είσοδο της αυγής με τη δροσιά το χάραμα,

η νύχτα μια σκιά, η μέρα ένα φάντασμα

χωρίς κατανόηση αστράφτουν στη συνέχεια.

Από την αιώνια πρόσοψη εισέρχεται ο τόπος κι ο χρόνος,

μάρτυρας – ποίων; Μεταξύ άλλων και κανενός,

ποιο το όνομά μου πέρα από μένα,

τί μέτωπο να υψώσω στα μάτια του κόσμου;

Ο ήχος, η ακτίνα, η ταραχή και το όνειρο

καθώς σπέρνω το όραμα μέσα μου

με το βλέμμα στην ροή των υδάτων του παρελθόντος

με το βήμα στον βυθό των τάφων.

Περνώ τα δάχτυλά μου πάνω, από το σαν μάσκα περίγραμμά μου 

ρωτώ την μοίρα όπως οι τυφλοί μπροστά στο κενό,

σκληρή σιωπή οι απώλειες και οι μνήμες, –

στην στέψη των σιγοκαίνε οι λέξεις.

1938

*Ο Ion Vinea
 (Iωάννης Ευγένιος Γιοβαννάκης) ήταν ελληνικής καταγωγής μέγιστος υπερρεαλιστής ποιητής, συμμαθητής και στενός φίλος του Triastan Tzara (1895-1964)

Βύρων Λεοντάρης, Η ομίχλη μπαίνει από παντού

Η ομίχλη μπαίνει από παντού στο σπίτι
κι όσα για σένα είχες ελπίσει
έχουνε τώρα πια όλα σβήσει.
Η ομίχλη μπαίνει από παντού στο σπίτι.

Σκιά ήταν ό,τι για ζωή αγαπήθη
ήχος στεγνός μιας άδειας λέξης.
Σαν ήρθε η ώρα να διαλέξεις
είπες ας φράξουν τη φωτιά άλλα στήθη.

Ποτάμι που έχει μείνει ξερή η κοίτη
πώς να ’χεις έτσι ξεστρατίσει
σου άξιζε σένα αλλιώς να ζήσεις.
Η ομίχλη μπαίνει από παντού στο σπίτι.

Γιάννης Ρίτσος, Ερωτική ποίηση

ritsos


Από το «Γυμνό σώμα»

Το κρεβάτι, τα τσιγάρα,
το σώμα σου σ’ όλο το χώρο-
το άγαλμα του αίματός μου.

Ανάβω σπίρτα,
κόβω τα νύχια μου,
τρυπάω τα σεντόνια.
Λείπεις.

Είχες πει:
αγαπώ τα μαλλιά σου.
Τα μαλλιά μου μεγάλωσαν.
Μ’ έκρυψαν.

Υποσχεμένος μήνας.
Υποσχεμένη μέρα
Θάθω –είπες.
Περιμένω στην πόρτα.
Η πόρτα
είναι γεμάτη σφραγίδες.

Αυτά τα ελάχιστα
για μας τους δυο
πόσο μεγάλα.
Όλα.

Όχι τσιμέντο.
Άδειο
διαπερασμένο
απόνα σιδεροδοκό.

Τα ρούχα σου,
ζεστά απ’ το σώμα σου,
σε ποια καρέκλα; πού;
είναι ριγμένα;

Ο καφές, το τσιγάρο,
η αναμονή,
η αναμονή, το τσιγάρο.
Τα μάτια μου είναι πιο γαλάζια.

*

Περιμένοντάς σε
ξέχασα να παρατηρώ΄.
Τ’ όνειρο με κρατάει
στόνα του χέρι
γερμένον στον ώμο σου.

Το σώμα σου αόρατο.
Απλό.
Δυο πουλιά στις μασκάλες σου.
Ένας σταυρός στα στήθη σου.
Θάνατος τίποτα.

Όχι. Όχι.
Η ανάμνηση του σώματος
δεν είναι σώμα.
Σφίγγω
συμπυκνωμένο αέρα.

Με συσχετίσεις,
με ομοιώσεις,
σε αναπλάθω
κατά τμήματα.
Δεν ακεραιώνομαι.

Είπα παράθυρο.
Δεν είταν.
Όλα τα παράθυρα ανοίγουν προς εσένα.

Το απερίφραστο –έλεγε-
εξοστρακίζει το ποίημα.
Ας είναι.
Προτιμώ το σώμα σου.

Κείνη η καρέκλα.
Πάντα.
Εκεί που καθόσουν.
Αμετακίνητη.

Έλεγες:
είμαι εσύ, εσύ, εσύ.
Κι εγώ;
Εσύ
κ’ ήρθες.

Χιλιάδες φορές
ξανάπα τ’ όνομά σου.
Δεν σε είπα.
Τ’ όνομά σου ανεξάντλητο.

Υποσχόμενη μέρα.
Κ’ ήρθες.
Φωτιά και καπνός.
Καπνός και νύχτα.
Το κρεβάτι καίγεται.
Από φωτιά τα φτερά μας.
Δεν καίγονται.

Άρης Αλεξάνδρου, Θα επιμένεις

65886581_e6700080-tunguska_event_site-spl

Όσο ψηλά κι αν ανεβείς εδώ θα παραμένεις.
Θα σκοντάφτεις και θα πέφτεις εδώ μες στα χαλάσματα
χαράζοντας γραμμές
εδώ θα επιμένεις δίχως βία
χωρίς ποτέ να καταφύγεις στη βολική απόγνωση
ποτέ στην περιφρόνηση
κι ας έχουν σήμερα τη δύναμη εκείνοι που οικοδομούνε ερημώσεις
κι ας βλέπεις φάλαγγες ανθρώπων να τραβάν συντεταγμένοι
για το ξυλουργείο
να δέχονται περήφανοι
την εκτόρνευσή τους
και να τοποθετούνται στα αυστηρά τετράγωνα
σαν πιόνια.
Εσύ θα επιμένεις σαν να μετράς το χρόνο με τις σειρές
των πετρωμάτων
σάμπως να ’σουν σίγουρος πως θα ’ρθει μια μέρα
όπου οι χωροφύλακες κ’ οι επαγρυπνητές θα βγάλουν τις στολές τους.
Εδώ μες στα χαλάσματα που τα σπείραν άλας
θέλεις δε θέλεις θα βαδίζεις
υπολογίζοντας την κλίση που θα ’χουν τα επίπεδα
θα επιμένεις πριονίζοντας τις πέτρες μοναχός σου
θέλεις δε θέλεις πρέπει ν’ αποχτήσεις έναν δικό σου χώρο.

Arthur Rimbaud, Μεθυσμένο καράβι

10698453_881210295244613_1040541789204908207_n

Εγώ, ο πολύς ταξιδευτής των γαλανών εκτάσεων,

κατάβαθά μου λαχταρώ τη γηραιάν Ευρώπη.

Είδα αστρικά αρχιπέλαγα, νησιά με στερεώματα

παροξυσμών που είν’ ανοιχτοί για κάθε ναύτη δρόμοι:

Σ’ απύθμενες τέτοιες νυχτιές κοιμάσαι κι εξορίζεσαι,

ω σμάρι από χρυσά πουλιά, μελλοντική εσύ ρώμη;

Μ’ αλήθεια, εθρήνησα πολύ. Όλες οι αυγές αφόρητες,

πικρός ο ήλιος και φριχτό το κάθε είναι φεγγάρι.

Σε νάρκωση μεθυστική ο αψύς με βύθισε έρωτας.

Να σπάσει πια η καρίνα μου! Το κύμα να με πάρει!

Αν της Ευρώπης λαχταρώ κάποια νερά, τα στάσιμα

θαμπά νερά αποθύμησα που ενώ γλυκοβραδιάζει,

με θλίψη αφήνει ένα παιδί σ’ αυτά το καραβάκι του,

τόσο λεπτό, που ωσάν Μαγιού πεταλουδούλα μοιάζει.

Δεν το μπορώ πιά, ω κύματα, λουσμένο μες στα θάλπη σας,

τα μπάρκα εγώ του μπαμπακιού να παραβγώ κι ακόμα

σημαίες αλαζονικές ν’ αντιπερνάω και φλάμπουρα

και κάτω από των ποντονιών να κολυμπάω το σκώμμα!

*
Μετάφραση: Αλέξανδρος Μπάρας.