Εμείς δεν πολεμήσαμε
Μα κάρφωσαν τον πόλεμο
Στις πιο απίθανες σπηλιές του οργανισμού μας
Ένα τανκ έρπει στα γενετήσια συμπραττόμενα
Τα αιδοία έγιναν κρατήρες που άνοιξαν οι νάρκες
Η ουρήθρα έγινε ο τηλεθεατής ενός υποβρύχιου αεροπλάνου
Εμείς δεν πολεμήσαμε
Μα έχυσαν την έρημο στα μακαρόνια μας
Οι διοικητές των σούπερ μάρκετ φόρεσαν πολιτικά
Ο αρακάς τρώγεται ή εκτοξεύεται
Οι δρόμοι της πρωτεύουσας ανακατασκευάστηκαν στο διάστημα
Για να μπορούν να μας πυροβολούν από ψηλά
Εμείς δεν πολεμήσαμε
Όμως από τα ταβάνια μας στάζει αίμα
Ένας μεταφυσικός ξυλοδαρμός περιβάλλει την αύρα μας
Λέρωσαν το χιόνι και έριξαν στη κατάψυξη εκρηκτικά ψάρια
Η γριά που πουλάει φυστίκια στο δρόμο
Είναι γυναίκα του μεσίτη που θέλει να πουλήσει τον πλανήτη
Εμείς δεν πολεμήσαμε
Γιατί έχουμε ειρήνη
Που είναι ντυμένη σκόνη στα σκοτάδια της κουζίνας
Και άλλοτε κρύβεται και ψύνεται στη σχάρα
Μεταμφιεσμένη σαν αδελφοσύνη
Και άλλοτε μπλε σκαραβαίος ανάμεσα στα μαχαιροπήρουνα
Εμείς δεν πολεμήσαμε
Κάθε μπαλκόνι έχει ένα πεζοναύτη που φυλάει τα σύνορα
και ειρηνικά τμήματα πάνοπλου στρατού
Ποτίζουν τις γλάστρες στις πολυκατοικίες
Όπου φυτρώνουν λουλούδια θεσπέσια λουλούδια
Απλώνουν τις φαρμακερές ρίζες τους και κατατρώγουν το τσιμέντο
Εμείς δεν πολεμήσαμε
Και ο άναρθρος λόγος του εναέριου σκυλόψαρου
Που σου ξεκολλάει το δέρμα άγαρμπο χάδι
Βγάζοντας τα έντερα ξεκοιλιάζοντάς σε
Λουρίδες λουρίδες σαν ένδοξη σημαία των πεδίων
Με μια γαλανόλευκη νεκροκεφαλή πειρατικού πλοίου της δικαιοσύνης
Εμείς δεν πολεμήσαμε
Το αλφάβητο έγινε ένας ύπουλος μηχανισμός ισότητας
Που προστατεύει από το κρύο τη βροχή το κεραυνό και τις πλημμύρες
Εκθέτοντάς σε στη χαοτική συνύπαρξη με τον άφαντο Άλλον
Ενώ τα χελιδόνια προσπαθούν να κλαδέψουν τις στέγες των νοσοκομείων
Και να φάνε τις πλάκες των τάφων γιατί δεν υπάρχουν ούτε άρρωστοι ούτε νεκροί
Εμείς δεν πολεμήσαμε
Γιατί μόνο στον έρωτα μπορούμε να βάλουμε σταυρό στα ψηφοδέλτια
Μασκαρεμένος σε κάτι το έναστρο σαν πορνογαλαξίας
Γιατί πάντα είναι Απόκριες πάντα είναι ειρήνη
Και ο γύφτος χτυπά τρελά δαιμονισμένα χαρούμενα ασταμάτητα
Μέχρι να σκάσει η αρκούδα να σωριαστεί ξέχειλη από ελευθερία
Το ντέφι του
*Περισσότερα για τον Νότη Γέροντα εδώ: http://notisgerontas.blogspot.com
Το ποίημα και η φωτογραφία αναδημοσιεύονται από το ιστολόγιο των “Ζωή Τάχα” στο http://zoitaxa.net/?p=1411
Category Archives: Ποιητές και Ποιήτριες
Κώστας Μπραβάκης, Δύο ποιήματα
Η μανούλα
και πρόσεχε
είπε η μανούλα
να σηκώνεις το χέρι
να λες μάλιστα κυρία
να μην κοιτάζεις κρυφά κάτω απ΄ την έδρα
να είσαι το καλό παιδί της τάξης
και κυρίως να είσαι σοβαρός
ακούς;
σοβαρός
ποιος ξέρει
κάποια μέρα μπορεί να γίνεις ποιητής
Το άγριο ποίημα
Το άγριο ποίημα
με τα σπασμένα δόντια
δεν πέρασε ποτέ έξω απ’ την πόρτα σου
μόνο κάτι γράμματα αγαπητικά
με φιλημένα γραμματόσημα
κάτι πορδές αναξιώνυμες
και κάτι κορδελάκια
έτσι θυμήθηκες
να ρίξεις το νερό στις αγριάδες
να χαραχτεί το διψασμένο ποίημα
στις παλάμες του θεριού
και πίσω σου μια καταιγίδα
*Από τη συλλογή “Εικοσιτέσσερα πρελούδια, δώδεκα σπουδες και εφτά πικρά τραγούδια”, εκδόσεις Πανοπτικόν, 2009.
Georg Trakl, Παράπονο
Ύπνος και Θάνατος, οι σκοτεινοί αετοί,
τη νύχτα αχολογούν γύρω από τούτο το κεφάλι:
Του Ανθρώπου την χρυσή εικόνα
το παγωμένο καταπίνει κύμα
της αιωνιότητας. Σε ύφαλους φριχτούς
τσακίζεται το πορφυρό κορμί.
Και η σκοτεινή φωνή παραπονιέται
πάνω απ΄τη θάλασσα
Κοίτα, Αδελφή ορμητικής βαρυθυμιάς
βυθίζεται μια φοβισμενη βάρκα
κάτω απ΄ τ΄ άστρα
στο σιωπηλό το πρόσωπο της νύχτας.
*Μετάφραση: Δημ. Στ. Δήμου, Εκδ. Το Ροδακιό
Κλείτος Κύρου: Η ελευθερία των ονείρων
Ξημέρωνε κι έλεγες πως όχι δεν υπάρχει
κανένας περιοριστικός όρος τουναντίον
μ’ εξουσιοδοτείς να διαβάζω τα όνειρά
σου και να σου τα επιστρέφω κι έλεγες
ακόμη πως τα όνειρα δεν φυλακίζονται
ποτέ είναι κάτι μικροσκοπικοί αστεροει-
δείς που πάντοτε διαφεύγουν μέσα από
σήραγγες ταχείας κυκλοφορίας προς μιαν
άλλη ζωή εκτός του γνωστού πεδίου βολής.
29 Ιαν. 1999
*Το ποίημα και η εικόνα αναδημοσιεύονται από το περιοδικό “Εντευκτήριο” 58, Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2002]
http://entefktirio.blogspot.com</
Render it barely
By Jeff Sparrow*
Collected Poems: Lesbia Harford
by Oliver Dennis (editor)
UWA Publishing
152pp
$29.99AU
Published September, 2014
ISBN 9781742585352
When Lesbia Harford died in 1927, she left behind three thick and neatly-lined exercise books full of handwritten poetry. These, now housed in the Mitchell Library, provided the basis for Nettie Palmer’s The Poems of Lesbia Harford (1941) and, in 1985, Drusilla Modjeska and Marjorie Pizer’s expanded collection, published under the same title.
Now we have a new and even more comprehensive edition, courtesy of Oliver Dennis and UWA Press. In his introduction to Collected Poems, Dennis writes:
Of the nearly four hundred poems in manuscript, just over half that number are reproduced here; of these, a third or so … have not, to my knowledge appeared in print previously.
Bringing so much writing by an important but under-appreciated Australian poet into the public arena is a major achievement, for which both editor and publisher should be congratulated. It is, however, regrettable that the new volume diminishes Harford’s work with an editorial framing that feels unpleasantly gendered.
Much of what we know about Harford’s life comes from research conducted by Pizer, a former Communist Party member personally acquainted with some of Harford’s circle. Dennis bases his introduction almost exclusively upon this material, ignoring, for instance, Ann Vickery’s recent study in Stressing the Modern (2007). Perhaps lacking Pizer and Modjeska’s political sympathies, he interprets it in ways that are frustrating and tendentious. For example, he writes:
Whereas many poets of the time – Mary Gilmore or Banjo Paterson, for example – wrote with an eye to establishing an Australian literature, Harford clearly never gave a moment’s thought to abstract notions of culture or nationhood … She instead found her place out of view, where she was free to articulate a distinctive brand of pure, incidental song.
Λευτέρης Πούλιος, Αθήνα
Τσιμέντο και σίδερο στον πνιγμένο αέρα
πανάρχαια γόησσα Αθήνα
γυαλίζει τ’ άσπρο σου στήθος απόψε
άσε με να σου το σφίξω μέχρι να πονέσεις
χύνοντας κόκκινο γάλα
καθώς θ’ ακούς το τραγούδι της συνουσίας
παράμερα στα δεντράκια δύο μαθητών
του γυμνασίου και το ρυθμό της καρδιάς μου
σ’ αυτό το βράδυ των μεθυσμένων συντριβανιών
του αμύγδαλου-κόσμου
……………………………………………………………………..
Ακου το ουρλιαχτό του περιπολικού και κοίτα
Αυτούς που οτυς βάζουν στο αυτοκίνητο και
Βιαστικά τους οδηγούν στο τμήμα.
Με προβολείς στο μάτι τους ρίχνουν κάτω
Τους ψάχνουν κι η μέση τους σπάει στο τραπέζι
Και τους αφήνουν με το στόμα πεταμένο
Στον ουρανό πάνω σ’ ένα κολοσιαίο
Κλάξον αυτοκινήτου πάνω στο δάπεδο του γραφείου
Τα παιδιά με τα γυαλιστερά εξαρτήματα
Ειδικευμένα στον τρόμο και τα μεγαλοπρεπή
Σειρήτια στα μάτια τους.
Κι αυτοί που
Έχουν δολοφονηθεί αδιαμαρτύρητα ή πετάχτηκαν
Απ’ την ταράτσα του κτιρίου μετά το πέρας
Των ανακρίσεων όπως γίνεται στο σινεμά
Κι αυτοί που αφανίστηκαν μες στη θάλασσα
Θέλοντας να το σκάσουν και οι καιροί
Αποθρασύνοντας τον ισχυρό
Σ’ αυτό τον κόσμο τον παράφρονα της φυλακής.
Κι αυτοί που πολτοποιήθηκαν απ’ τα τανκς
Μέσα στο Πολυτεχνείο ή έσκασαν απ’ τα
καπνογόνα κι αυτοί που σταυρώθηκαν
Στα διασταυρούμενα πυρά
Φωνάζοντας μέχρι τον άλλο κόσμο
«ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ»
*Από τη συλλογή “Γυμνός ομιλητής “, Αθήνα 1977.
Κοραλία Θεοτοκά, Αντί στεφάνου
Ποια απάντηση, ποιος χτύπος στο κοιμισμένο στήθος σου αγόρι
γαζωμένο από τις σύγχρονες μηχανές σε σχήμα χελιδονιού
άγγελε με χλωρή γενειάδα κάτω από τις ερπύστριες
συνείδηση βαμμένη στον τοίχο και στις πέτρες
σώπασες τ’ όνομά σου μες στη βοή της λάσπης
περιστέρι μπροστά στα ηλεκτροφόρα σύρματα
με το σύνθημα της δικαιοσύνης στο χώμα.
Με το τραγούδι χαιρετίζω όσους μοχθούν
για τη ζωή, όχι στο χαμό της
για την τροφή, όχι τη στέρηση της
για τη γνώση, με τη γνώση
ενάντια στις αριθμομηχανές των κρεάτων
ενάντια στον οργασμό της κατανάλωσης
ενάντια στις τρομερές λυχνίες της δισχιλιετηρίδας.
Θα ‘ρθει ένας κόσμος χλόης αγόρι
και θα δουλεύουμε στη μοιρασιά των λουλουδιών.
*Από την ενότητα «Κατάλοιπα ποιήματα» στον τόμο Τα κείμενα της- Τα κείμενα για το έργο της, Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», 1977.
Λένα Παππά, Στους σκοτωμένους σπουδαστές του Νοεμβρίου
Μάτια κλειδωμένα, χέρια παγωμένα
κείτεται
-δεκοχτώ χρονώ ήτανε δεν ήτανε-
για να έχω εγώ πουλιά-φτερά στα χέρια μου,
και συ στο σπιτάκι σου, μια γλάστρα με βασιλικό στο πεζουλάκι
και τα παιδιά μας ξένοιαστα να χτίζουνε το μέλλον.
Η μάνα του τον περιμένει και δεν έρχεται,
η άνοιξή του παίζει κα δεν τηνε ξέρει πια.
Στις φλέβες του αίμα σταματημένο και πικρό,
γυαλί σπασμένο ο κόσμος, σωριασμένο πάνω του.
Για να έχω εγώ τον άσπρο μου ύπνο
Και συ γαρίφαλο χαμόγελο στο στόμα σου,
για να ’χουν τα παιδιά μας το δικό τους ήλιο…
Diane Di Prima, In The Poetry Deal
Diane Di Prima’s new book from City Lights – The Poetry Deal is out.
We’ve reported before about her recent health difficulties at
http://ginsbergblog.blogspot.com.au/2013/08/diane-di-primas-birthday-parkinsons.html
The emergencies still remain but still the urgency of the work, still the extraordinary achievement of the work. “In The Poetry Deal”, her publishers write, (di) Prima maps out over forty years of San Francisco history, from the culture of the late ‘Sixties, to her grief over her friends’ passing during the AIDS epidemic, to stories of her countercultural colleagues and the rapidly changing environment she has seen take place over the years in (San Francisco), the City by the Bay. Though (she) admits that the city is different today than it was in the “Golden Years” she had once experienced, she retains a sense of hope and positivety throughout her poems, a vision of the future that she outline(s) clearly in her address..”
Jonah Raskin’s recent interview with her in the San Francisco Chronicle at
http://www.sfgate.com/books/article/Interview-with-poet-Diane-di-Prima-5874262.php
is a little window into this positivety and not to be missed – “Poetry is my life, my commitment”, she declares, “I accept it unconditionally” – “I look out and see what once existed, not what’s actually there.
A brief selection from the book can be found here http://realitysandwich.com/228902/some-words-about-the-poem
on our good friends Reality Sandwich page.
Further excerpts are available via her City Lights page at http://www.citylights.com/book/?GCOI=87286100643970&fa=details
Νεκταρία Μαραγιάννη, Δύο ποιήματα
Ξανά
Έγραψα το ποίημα στο στήθος μου
και του το έδωσα
το πήρε, το έβαλε στην τσέπη του παντελονιού του,
κι έφυγε μ’ ένα αμφιλεγόμενο βλέμμα που πετάριζε
δεν ήρθε εκείνο το βράδυ, ούτε το επόμενο
μα ήρθες εσύ έπειτα από πολλούς ανέμους
και σου έδειξα την όασή μου ∙
ένα γραφείο γεμάτο χαρτιά και λέξεις,
λέξεις..
και πάλι λέξεις..
«αυτός, είναι ο κόσμος μου, ό,τι μπορώ να σου δώσω»
κι ύστερα ξάπλωσαν πάνω τους ∙ αυτή, κι η ματωμένη καρδιά της
Νέττα, 27/1/2014
Σαν άνεμος (Έρωτας)
Φύσηξε ξανά,
όπως τότε που μάτωσε απατηλά.
βοή μες τη σιωπή ∙
η επίσκεψη της μέλισσας στο βαθύ κόκκινο









