Γεωργία Τρούλη, Το κυτταρικό του αρχέγονο

599550_299185936846928_993715947_n

Με τα τελειοποιημένα φτερά του Ίκαρου
Βούλιαξα σε μια μπανιέρα με σύκο και γάλα
Ανυπακοή
Αφίξεις εφήμερου
Εγώ προξενώ μήτρα

Ένα παραπανίσιο
Και απρόβλεπτο σώμα

Λαδοφάναρο και ανεμοδείκτης
Μια σκαλισμένη αχτίδα ήλιου
Ένα δάχτυλο βουτηγμένο
Στην ήβη
Ένα περίγραμμα σχεδιασμένο αίμα
Μια σκιά συμπληρωμένη παραθυρόφυλλα
Μια άφεση πληγωμένης αμαρτίας
Ένα αγόρι με στύση στον βορρά
Shirin neshat
Κοιτάζοντας ανατολή
Ο κόμπος στον λαιμό από
Δύο κύκνους
Και ο Αδάμ
Τα μαύρα μάτια μιας ταραντούλας
Η έπαρση ενός ορόφου πάνω στην γη
Μια γη σιωπηλή και υπάκουη
Δύο χέρια κολλημένα με λάθος
Στον κορμό
Η φρίκη της πειθαρχίας
Και η μαγεία του ασύδωτου
Το ανάστροφο
Το ανάποδο και το αυτονόητο
Ο τρόπος που καμπουριάζουν
Τα σύννεφα
Και η κυρία στα ογδονταπέντε
Σκαλοπάτια
Να βγαίνουν λέπια λέπια
Οι καταχωρήσεις τόσων χρόνων
Από έρωτα μνήμη ανέχεια και
Λάμψη
Ελαττωμένη έφυγε σιγά και ολισθηρά
Από εαυτό
Ανώδυνα και ακίνδυνα
Και όμως ύπουλα
Τα κύτταρα μένουν πάνω στο λίπος
Και το λίπος πάνω στο ύφασμα
Στο πόμολο στον άλλον
Αναμιγνύεται με άλλων προηγούμενων
Δεκαετίες πρόσωπα και εσωτερικά όργανα
Χρόνια τώρα προσπαθεί
Να μαζέψει σαν άστεγος από διάφορους κάδους
Κάτι για ανασύνταξη σώματος δέρματος
Και εξ αλλοτρίων τα ίδια
Από τύπωμα από το φλυτζάνι τον καναπέ
Τον έναν το σώμα ένα το σώμα δύο σώμα τρία
Από την παπλωματοθήκη
Την παιδική και κυρίως ενήλικη
Με πολλές επαναλήψεις επαλείψεις
Να συλλέξει το δέρμα
Το κυτταρικό του αρχέγονο
Το αρχετυπικό τραύμα
Σε πολλές ερμηνείες
Το άρωμα
Το άρωμα

ThalaMys, Γυμνός εσύ προσέρχεσαι

Art: Montserrat Gudiol

Art: Montserrat Gudiol

Γυμνός εσύ προσέρχεσαι στα όνειρα φορώντας

μονάχα τα καρφιά σου.

Πάνω σου οι ουρανοί αδειάζουν την κοιλιά τους

Βροχές αστέρευτες τα περασμένα τα κρυφά

τα άρρητα τα ύστερα τ’ ανομολόγητα.

Γυμνός εσύ από τα όνειρα επιστρέφεις

φορώντας μόνο τις πληγές σου

να στάζουν φως κι αγκάθια στην άκρη άκρη του καιρού.

Γυμνός. Κι ακούω του γκρεμού τη φλέβα,

μέλισσες να βυζαίνουν τα μαλλιά σου.

Art: Montserrat Gudiol

Γιάννης Ζελιαναίος, Η τέχνη μας μισεί όλους

10590523_1518991228339785_1433956834634470717_n

Η Λουΐζα μου ‘λεγε συνέχεια πως
η τέχνη μας μισεί όλους
κι εγώ της έλεγα πως για όλα μάλλον φταίνε
τα alter ego.
Η Λουΐζα δεν έκανε τέχνη
με τις λέξεις που ορίζεται η τέχνη
αλλά σίγουρα ο τρόπος
που έβγαινε από κάθε ταξί της Παλιάς Πόλης
θα ‘πρεπε να υπόκειται στο νόμο
περί πνευματικών δικαιωμάτων.
Έλεγε πως τα alter ego
δεν βρίσκονται στην τέχνη
αλλά στα κρεβάτια
και στις κουζίνες
στα μπαρ και στα μπούκικα,
εκεί γενικά που η τύχη
ακόνιζε τσεκούρια.
«Καταλαβαίνω» έλεγε
αυτούς που χύνουν και κλείνουν τα μάτια
αλλά δεν κατάλαβα ποτέ τον Γούντι Άλεν
και τις νευρωτικές σκατόφατσες
στις ταινίες του.
«Για την κρίση έχω λύση» μου ‘λεγε
«Θα ‘πρεπε να φορολογούν τις χέστρες,
μερικά ξενοδοχεία στη Γαλλία
ξέρεις το κάνουν».
Κι όταν της έλεγα πως μάλλον δεν ήταν έτσι
η Λουΐζα συνέχιζε να μου λέει πως
η τέχνη μας μισεί όλους.
«Δεν έχεις ιδέα τι συμβαίνει» συνέχιζε
πόσο ξινόγαλο ήπια μέχρι να γίνω
αυτό που είμαι
και σε πόσα alter ego
έκλεισα τα μάτια
μέχρι να πουν τη λέξη «χύνω».
«Η λέξη «χύνω» τελικά
θα ‘πρεπε να φορολογείται Λουΐζα»,
της έλεγα
και ξέσπαγε στα γέλια.
Η Λουΐζα έβγαινε
μέσα από τα ταξί της Παλιάς Πόλης
σαν αρτίστα αλλοτινών δεκαετιών.
Μια έξοδος που υποκαιόταν σε όλους τους νόμους
περί πνευματικών δικαιωμάτων,
είχε δίκιο πως η τέχνη μας μισούσε όλους
και είχε δίκιο για πολλά ακόμα πράγματα
που λέγαμε πιασμένοι αγκαλιά
λίγο πριν κινήσει για τη νυχτερινή της βάρδια.
Η Λουΐζα ήταν μια σκύλα.

Νάσος Αθανασίου, Το 2

thermida07

Πάνω στην κάλμα μου
καβατζώνανε κανά δυό τεχνητές ανάσες
να μετράνε πόσα πίσω βήματα κάνω το λεπτό
επισπεύδοντας την όποια αργοπορία,
σπάγανε το συρίγγιο στον ουρανίσκο μου
– που μεθοδικά είχανε φυτρώσει με φρουτόκρεμες-
να πίνω απ’ το αίμα μου να σκληρύνω
και “πλένανε” προσεχτικά τα χέρια τους με άβγαλτα τα γάντια
ενώ όταν βράχνιαζα από απόγνωση
φέρνανε δυό λεμόνια για τόνωση του ανοσοποιητικού
μαζί μ΄ ένα συνταγογραφούμενο κοκτέηλ ζάναξ και απενοχοποίησης για διαύγεια,
έπειτα ξαπλώνανε φαρδιά πλατιά αφού ήλεγχαν ενδελεχώς κλειδωνιές και παραθύρια
δίχως να φωνάξουν τη σήμανση
δεν αντιδρούσα μόνο χόρευα
να τινάξω τις βδέλες των δυό μου εαυτών από πάνω μου
μετά κοιμόμουν γαλήνιος
και μεθυσμένος εις υγείαν των φυλάκων,
και έτσι με μαντρώσανε,
για τιμωρία όχι, μα δήθεν για έπαινο καμαρωτά φωνάζανε
και μου φορτώσανε
δύο ασανσέρ, στις δύο μου πλάτες
με οδηγούς δύο μέρμυγκες
φορτία να κατεβάζω
σε δυό πυθμένες κάλπηδες που ικετεύανε
σα ναυαγός,
το κουρασμένο μου σκαρί τζογαριστό
απάνω τους να σπάσω
και άμμισθα να κουβαλάω καμπουρωτός τα βάρη αλλονών
και από το Xαραμόφαγος, ξάφνου, άρχισα στο Έκπτωτος να ακούω
όχι άγγελος, γιατί ποτέ δεν πίστεψα πως το Καλό νικούσε
αφού μου μάθανε να αρκούμαι, απλά,
στην παύση του Κακού.
Και είναι που με ξεγέλασε το άτιμο το δείλι
που μπλέκει το ‘δω και το εκεί το πάνω και το κάτω
πως από αυτή τη φυλακή κρυφά μπορώ να φύγω
και στα στενά περάσματα μέσα του να χαθώ
και γέλαγα βαθιά σαν μου ‘λεγες
“τα δυό μου χέρια για σένανε φτερά μπορούν να γίνουν”
δεν ήξερα βλέπεις να διαβάζω τη νοηματική σου
και τόσα χρόνια δεν κούνησα ούτε σπιθαμή
γιατί άργησα να αντιληφθώ
πως και στο λευθέρωμα·
ναι, ακόμα και σ΄αυτό
χρειάζονται δυό.

Βάγια Κάλφα, Τρία ποιήματα

Έργο του Α. Κατσή

Έργο του Α. Κατσή

Εργαζόμενοι

Πρόσωπα
Το ένα δίπλα στο άλλο
Κι απέναντι
Γεμάτα σκαλωσιές
Όπου μύες εργάζονται σκληρά
Να φτιάξουν ένα άρτιο χαμόγελο
Εγκεκριμένο από την πολεοδομία
Που αγαπά

Τις καλές προσόψεις

***

Διαβάσεις

Μόνος στη βαβούρα που σε ζαλίζει
Ένας ίλιγγος σε πάει και σε φέρνει
Μες στα σώματα που κούφια χτυπιούνται
Ταράζοντάς σε λίγο απ’ τη μέρα σου

Μετά, μακραίνουν

***

Σωστή ένταση

Μιλάω σιγά
Για ν’ ακουστώ

Σε αυτούς που ξέρουν

*H Bάγια Κάλφα ζει στην Ξάνθη. Έχει εκδώσει την ποιητική συλλογή Απλά πράγματα (Εκδ. Γαβριηλίδης, 2012). Τα ποιήματα και η εικόνα της ανάρτησης προέρχονται από το Βακχικόν στο http://www.vakxikon.gr

Γνωστοί και ως… (αγνώστου ποιητή)

ποιημα 1

Εγώ περαστικός ήμουν…
Απ’ αυτή τη ζωή
Δεν είδα κάτι να μ’ αρέσει
Και το ανέβαλα για αύριο
Ήμουν περαστικός
Απ’ αυτή τη γειτονιά
Και απ’ το σημείο αυτό
Όλοι οι δρόμοι είναι ίδιοι πανομοιότυποι
Εγώ απλώς περνούσα τυχαία
Και δεν είδα καλά
Είναι αλήθεια πως δεν κατάλαβα τίποτα
Δεν μπορώ να καταλάβω
Όλη την αναστάτωση αυτή
Αρνούμαι τα πάντα
Εγώ περαστικός ήμουν
Απ’ τους φίλους, τις σχέσεις, τους έρωτες
Τις συγκεντρώσεις και τις πορείες
Περνούσα έβλεπα και έφευγα
Εγώ περαστικός ήμουν
Σα το λεωφορείο
Το πήρα και περίμενα να με πάει σπίτι μου
Μετά όμως φοβήθηκα και κατέβηκα
Ξέρεις, ο πολύς κόσμος με φοβίζει
Η ζωή μου ένα πέρασμα ήτανε
Φοβήθηκα και έφυγα…

*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Τα Κουρέλια Τραγουδάνε Ακόμα”, τεύχος 3. Η εικόνα της ανάρτησης είναι επισης από το ίδιο τεύχος. Για να “κατεβάσετε” το τεύχος πηγαίνετε εδώ: http://www.scribd.com/doc/247235586/%CE%A4%CE%B1-%CE%9A%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%AD%CE%BB%CE%B9%CE%B1-%CE%9D%CE%BF-3-pdf

Πελαγία Φυτοπούλου, Οι φίλοι μας

Σκηνή από τη θεατρική παράσταση "Γράμματα αγάπης στον Στάλιν"

Σκηνή από τη θεατρική παράσταση “Γράμματα αγάπης στον Στάλιν”

Είναι αυτά τα καθάρματα,

οι φίλοι μας,

καθάρματα είναι

και φίλοι μας είναι,

σηκώνουμε τα όπλα

μας πετάνε δυο ποιήματα

στα πόδια,

ζάχαρη κι αλεύρι η σφαίρα.

Αυτά τα καθάρματα 

ξέρουνε τον ποιητή.

Είναι αυτά τα καθάρματα,

οι φίλοι μας,

ξέρουνε τον τραπεζίτη,

σηκώνουμε τα όπλα,

το πατρικό ουρλιάζει.

τα καθάρματα,

ζάχαρη κι αλεύρι η σφαίρα.

Είναι αυτά τα καθάρματα,

οι φίλοι μας,

ξέρουνε τον δικαστή,

ποιός θα δίνει πρέζα

στο παιδί;

ζάχαρη κι αλεύρι η σφαίρα.

Είναι αυτά τα καθάρματα,
οι φίλοι μας,

ξέρουνε τον διευθυντή,

ποιός θα χουφτώνει

τις γυναίκες μας;

ζάχαρη κι αλεύρι η σφαίρα.

Είναι αυτά τα καθάρματα
οι φίλοι μας,

ω, ποτέ δεν σηκώσαμε τα όπλα

μας άρεσε να μας γαμούν οι πλούσιοι.

η γέννα μας αναβαθμίστηκε,

ο ποιητής μας δέχτηκε, 

τρία χρόνια με αναστολή, 

τα μούλικα είναι ξανθά,

ω, ο Χριστός μας χρειάζεται.

Ο ουρανός είναι δικός μας!

Και αυτά τα καθάρματα,

οι φίλοι μας το ξέρουνε.

Κι όλα αυτά γιατί;

Γιατί θέλαμε πάντα

τον άντρα, έναν
σύγχρονο αστό

και τη γυναίκα μια

γόνιμη γκιόσα.

Ω, ο ουρανός δεν μας σώνει, καθάρματα!

D.D. M. Fadul, Image / Εικόνα

φαντούλ

On the peak of the ocean
Beyond the moon
Mountains pile over mountains
With hollow eyes open to the sea
Casts its cold shadow upon life
Large, burning gravely
Fixed to see

Στην άκρη του ωκεανού
Πέρα από το φεγγάρι
Βουνά στοιβάζονται πάνω σε βουνά
Με βαθουλωμένα μάτια εκτεθειμένα προς τη θάλασσα
Ρίχνει την παγωμένη σκιά του πάνω στη ζωή
Μεγάλος, βαριά φλέγων
Προσηλωμένος να δω.

*Από τη συλλογή “Η κραυγή της γέννησης” του D.D. M. Fadul, γνωστού ως Ντ. Ντ. Το σχέδιο της ανάρτησης είναι δικό του. Μερικά άλλα ποιήματα από την ίδια συλλογή έχουν δημοσιευτεί εδώ: https://tokoskino.wordpress.com/2014/06/29/d-d-m-fadul-%CE%B4%CF%8D%CE%BF-%CF%80%CE%BF%CE%B9%CE%AE%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B1/

Μανόλης Βάγιας (Μανόλο), στίχοι

μανολο

Όταν ήμουν παιδί
ζήλευα τους μεγάλους
γιατί μπορούσαν
να κάνουν τα πάντα.
Ποτέ δεν φαντάστηκα
πόσο πολύ βαριούνται.

***

Εκεί που πέθανε η πραγματικότητα
γεννήθηκε η φαντασία και το όνειρο

***

Το αντικείμενο της μοναξιάς
βρίσκεται ανάμεσα
στο σύμπαν και τον εαυτό μας.

***

Το καυτό υγρό,
Φτάνει μέχρι πίσω από την
μεμβράνη του ματιού μου,
Και σταματάει εκεί.

-Το γαμημένο
πολλές φορές θέλει,
κι αυτό να με ειρωνευτεί!!!

***

Τον χαζό τον
πάτησαν στον κάλο
και φώναζε… πω-πω το κεφάλι μου.

***

Εμείς δεν κρύβουμε τα λόγια μας
με τον φόβο, ότι θα μας καταλάβουν.
φανερά μιλάμε… μήπως δεν μας
καταλάβουν.

*Από τη συλλογή «Η τρύπα», Αθήνα 1994 (σε χειροποίητη, ανεξάρτητη έκδοση). Το σκίτσο της ανάρτησης είναι του ποιητή και περιέχεται στη συλλογή.

Maria Theofylakou, Squadrons lie low

10492239_259913194209828_8100163042100436746_n

The lone night bird lets its pain soak
stranded within the ever mourning moonshine
within the dateless rustle of aspen leaves
for all vagabonds to fall
for all innocents to see
that life unconquerable remains
a sinuous line of trenches
lying in a sultry wait
of the gallant men last standing

Thus if I dare,
and if I fall,
I mind it not – coming to naught
for so a doleful voice may sing
and may the night watcher vindicate
my grinding away at the deciduous forest
my passing through this fading season.