Αντώνης Θ. Παπαδόπουλος, Κέρματα VII

10423780_776110799089728_9001218511163786788_n

Πεινούν και τρώνε.
Κάποιοι δεν έχουν. Κι άλλοι
τρώνε και πεινούν.

***

Ζούμε… δε ζούμε…
Ποιός τάχα να νοιάζεται;
Κι ο χρόνος περνά.

***

Ο χρόνος μιλά,
μα οι καρδιές δε ξέρουν
αυτή τη γλώσσα.

***

Ο χρόνος περνά,
αφήνοντας σημάδια.
Τυφλές οι καρδιές.

***

Πανσέληνέ μου,
αρκεί της μέρας το φως
για τα «στραβά» μας.

Μάριος Μαρκίδης, Δύο ποιήματα

Έργο του Francesco Del Bravo

Έργο του Francesco Del Bravo

Οιονεί ποίημα     
 
Λαθρεμπόριο, γιατρέ μου, ιδεών
λαθρεμπόριο αισθημάτων.
Έκλεισα τα εξήντα κι είμαι παρών:
έτοιμος προς εκποίησιν των τραυμάτων.
Ξόδεψα τη νοσταλγία των ουρανών
βγήκα με ψευδώνυμο στο κυνήγι.
Διαπρεπής στοχαστής, σώφρων,
πλην όμως η πελατεία μου λίγη.

****

Σοφιά Σολομώντος

Εμείς πουλάμε στην άλφα τιμή,άλλοι πουλάνε στη βήτα.
Δικαίωμά τους,δικαίωμά μας.
Βαραίνει οπωσδόποτε στην αγορά το όνομά μας
-ζήτημα σχετικό η νίκη και η ήττα.

Η ήττα μάλιστα σήμερα ¨τραβάει¨:
Τί ραγισμένοι δρόμοι,τί ασβεστωμένα συνθήματα,
Τα πιο καλά είναι τα γκρινιάρικα ποιήματα
κι ο Σεφέρης που δεν μου απαντάει.

Το ουσιώδες είναι ότι όλοι μας πουλάμε. 

Erich Mühsam, Η απόφαση

page1-220px-Kain_–_Zeitschrift_für_Menschlichkeit_1-1.djvu

Όταν σε ρώτησα: «Έχω την άδεια να σας προστατεύσω ο καημένος;»

Είπες: «Μα, κύριε μου, είστε τόσο τετριμμένος!»

Όταν σε ρώτησα: «Μπορώ σε κάτι να σας βοηθήσω;»

Είπες: «Ίσως μια άλλη φορά… Όχι τώρα, θα αργήσω».

Όταν σου ζήτησα: «Μικρή μου, δώσε μου για ανταμοιβή ένα φιλί!»

Είπες: «Θεέ μου, φιλί; Τι είναι αυτό που θέλετε από μένα, δηλαδή;»

Όταν διέταξα: « Έλα μαζί μου, πάμε εκεί που μένω!»

Είπες: «Αχ, επιτέλους! Έτσι σε θέλω: αποφασισμένο!»
`
ΕΠΙΜΕΤΡΟ:

Ο Έριχ Μύσαμ γεννήθηκε στις 6 Απριλίου 1878 στο Βερολίνο. Υπήρξε γιος του εβραϊκής καταγωγής φαρμακοποιού Ζίγκφριντ Ζέλιχμαν και της συζύγου του Ρόζαλη και είχε τρία ακόμα αδέλφια. Μεγάλωσε στην πόλη Λύμπεκ.

1896 -1900
: Αποβάλλεται από το Γυμνάσιο εξαιτίας «σοσιαλιστικών εξτρεμιστικών ενεργειών». Μεταξύ 1896 – 1899 ολοκληρώνει την μαθητεία του ως φαρμακοποιός και εργάζεται ακολούθως ως βοηθός φαρμακοποιού μέχρι το 1900 σε διάφορες πόλεις της Γερμανίας.

Το 1901 εγκαθίσταται ως συγγραφέας στο Βερολίνο και γίνεται μέλος της ομάδας ποιητών «Νέα Κοινωνία». Έρχεται σε επαφή με το αναρχοκομμουνιστικό κίνημα της εποχής.

1901 – 1904
: Στα χρόνια που ακολουθούν εξελίσσεται σε εκπρόσωπο ενός «λογοτεχνικού Αναρχισμού» και εκφράζεται κατά των αστικών κανόνων και της κρατικής επιβολής. Σ΄αυτόν τον «Συναισθηματικό Αναρχισμό», όπως τον ονόμαζε, συνυπάρχουν θέσεις διάφορων θεωρητικών της Αναρχίας, όπως του Μπακούνιν και του Κροπότκιν, αλλά και στοιχεία ενός αστικού Ιντιβιντουαλισμού, όπως αυτά απαντιούνται στον Νίτσε. Το ίδιο χρονικό διάστημα δημοσιεύει κείμενα του σε διάφορα πολιτικά περιοδικά επικρίνοντας το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα για αστικές τάσεις και απορρίπτοντας τον Μαρξισμό εξαιτίας αυταρχικών χαρακτηριστικών.

1904 – 1924
: Καλεσμένος από φίλους επιχειρεί με τον ερωτικό του σύντροφο Γιοχάνες Νολ εκτενή ταξίδια στην Ζυρίχη, Ασκόνα, την Βόρεια Ιταλία, στο Μόναχο και την Βιέννη. Επιστρέφοντας στην Γερμανία ιδρύει την «Ομάδα Πράξη» για την προπαγάνδα του υποπρολεταριάτου. Συλλαμβάνεται το 1910 κατηγορούμενος για συνομωσία, αλλά αθωώνεται λίγο αργότερα.


Μεταξύ 1911 – 1919 εκδίδει το έντυπο «Κάιν, Περιοδικό για την ανθρωπιά». Κατά την διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου προσπαθεί να ιδρύσει χωρίς επιτυχία ένα σύλλογο ακτιβιστών κατά του πολέμου.
Επειδή αρνείται να πάρει όπλο καταδικάζεται σε εξάμηνη φυλάκιση το 1915. Το 1916 έρχεται σε επαφή με την ομάδα «Σπάρτακος» και γίνεται ο κύριος διοργανωτής διαμαρτυριών και απεργιών εναντίον του πολέμου.
 Μετά την καταστολή της λεγόμενης Βαυαρικής Σοβιετικής Δημοκρατίας καταδικάστηκε σε φυλάκιση 15 ετών, αφέθηκε όμως ελεύθερος το 1924. Εγκαθίσταται στο Βερολίνο όπου εκδίδει το αναρχικό περιοδικό «Ένδειξη».

Ανάμεσα στα έτη 1925 και 1929 δραστηριοποιήθηκε στους κόλπους της οργάνωσης «Κόκκινη Βοήθεια», φιλικά προσκείμενης στο Κομμουνιστικό Κόμμα Γερμανίας. Από την οργάνωση αποχώρησε το 1929, αφού στο μεταξύ είχε αποτάξει και το Ιουδαϊκό θρήσκευμα. Λίγο μετά την άνοδο των εθνικοσοσιαλιστών στην εξουσία, συνελήφθη το 1934, βασανίστηκε και δολοφονήθηκε στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Οράνιενμπουργκ. Η ανακοίνωση που δημοσιεύθηκε στον φασιστικό τύπο έλεγε: «Ο Εβραίος Έριχ Μύζαμ κρεμάστηκε στο κρατητήριο».


Εκτός από πολιτικά κείμενα, ο Μύζαμ έγραψε πλήθος ποιημάτων, θεατρικά έργα και ημερολόγια.

Muehsam_1193_Kopie2

*Μετάφραση: Γιώργος Καρτάκης. Από το http://www.poiein.gr/archives/28014/index.html#more-28014

Στέλλα Δούμου, Aurelia

bird-on-grass-edgeworth-johnstone

Ανήλικη νύχτα άλλου πλανήτη μάλλον
αφού τρώγοντας άστρα ωμά
βουλιάζει το στόμα και
αποχτούν φτέρωμα
οι ξεχασμένες κλειδώσεις.
Φταίει που κάτω απ’ το κρεβάτι
κοιμάται ένα ξύλινο πουλί
πάνω σε σάπιο φύλλο.
Καμιά φορά τινάζεται
και με ρωτάει:
“Θα δηλητηριαστώ
από την Άνοιξη, μανούλα;”
Οι πορώδεις εποχές απορροφούν μεγάλο φως
σ’ αυτόν τον παράξενο, πουλί μου, πλανήτη.
Φάε όση κίτρινη χλιδή προλάβεις.
Κι ύστερα, έλα
να με γεμίσεις γάλατα
αφού σε γέννησα
χωρίς να έχω γεννηθεί.

*Από τη συλλογή “Χαμηλές οκτάβες”, εκδόσεις Φαρφουλάς, 2013.

Κυριάκος Σιφιλτζόγλου, Μεταναστευτικά πουλιά

IMG_0418

πάσχει είπαν η χώρα
από αιμορραγική νόσο

αδύνατη άνοιξη
και πονοκέφαλος
– εξάνθημα η φιλοξενία

μια νύμφη του κακού καιρού
από τη Σενεγάλη
κοιμήθηκε στα Αντικύθηρα

είναι και ο ύπνος
μια άμυνα απέναντι στο δρόμο

το περιβάλλον
δεν είναι και τόσο φυσικό
ανώριμα θηλαστικά
ανώριμα θηλάζουν

τι κι αν είμαστε
οι καλύτεροι ξενιστές

το φταίξιμο
θα πέφτει πάντα
σε μια
χαλκοκουρούνα

*Το πήρα από τη “Θράκα”, τεύχος 1, Φθινόπωρο 2013, σελ. 23.

Δήμητρα Καραφύλλη, Δύο ποιήματα

1554520_1519546411617600_1831504172762092222_n


Η Κούκλα

άλλαξα χίλιες φορεσιές,
Βασίλισσα,
καλόγρια,
τροτέζα,
καμαριέρα.
Μόνο το σώμα μου γυμνό δεν φόρεσα.
Ποτέ μου.

*Από τη συλλογή “Γρήγορα στις Οθόνες σας”.

***

Abstrait

Εξομολόγηση:

Mακριά από το βλέμμα σας μεγαλουργώ.
Αφόρετες, τριμμένες, μπαλωμένες
ξύλινες, μολυβένιες, πλαστικές
άνυδρες, μουσκεμένες σε σιρόπια ή ξυδόνερο
λέξεις
που από ‘δω και από ‘κει έχω συλλέξει
τις πετάω στον ανεμιστήρα με τη σέσουλα
κι όπου πάνε.
Σαν ψόφιες μύγες καταγής
– νεκρός στρατός σωτηρίας –
τα ηρωικά θύματα της αφαίρεσης.
Όσες διασωθείσες, σμήνος ετερόκλητο
αγκιστρωμένες σε στρατσόχαρτο
απεικονίζουν το ρεύμα.
Του ανεμιστήρα.
Κι εσείς, αμύητοι στου νου μου τα μυστήρια
στην πλάνη της κουλτούρας παραδίδεστε.

Merci beaucoup.

*Από τη συλλογή “Τρελή τυγλόμυγα”. Και οι δύο συλλογες εκδόθηκαν από τον “Αρκαδικό Κήρυκα” το 2013.

Νεκταρία Μαραγιάννη, Απουσία

Φωτογραφία: Rory MacLeod

Φωτογραφία: Rory MacLeod


(Για όσους χάραξαν και για όσους πρόκειται να χαράξουν νέες πορείες)

Ένα αστέρι γλίστρησε από το μονοπάτι
κι έπεσε σε μια άλλη γειτονιά, αυτή των γαλαξιών.
Στην αρχή κοιτούσε νοσταλγικά πίσω από τους ώμους του,
όμως στην πορεία έσβησε όλα όσα κρύβονταν πίσω από το παράθυρο
ζωγραφίζοντας ένα νέο καμβά με μεταλλικό χρώμα αισιοδοξίας.
Κάπου-κάπου αναπολούσε τα μονοπάτια του,
όμως, αλίμονο! μόνο φευγαλέα.
Στα πόδια του απλώνονταν λεωφόροι και στο βάθος ένα τρενάκι
που χαμογελούσε γύρω από ένα χριστουγεννιάτικο δέντρο.
Φάνηκε να το διασκεδάζει.
Ξάφνου, μία από τις ράγες έσπασε και το τρένο έπεσε
τραυματίζοντας τους επιβάτες του.
Και σαν αστραπή που μαγνητίζει την ακοή του
το αστέρι κοίταξε πίσω σαν κάτι να ψάχνει.

Δε ξέρω αν έκλαψε, κρύφτηκα πίσω από ένα σύννεφο
πασχίζοντας να λησμονήσω τα αμαρτωλά δάκρυα της μνήμης.

Μίλτος Σαχτούρης, Φθινοπωρινό τοπίο

Λυσσάει ένας διαβολεμένος αέρας
κι ή βροχή δεν πέφτει 
δύο διάβολοι αλληλοξεσκίζονται

δύο σκυλιά αλληλοσπαράζονται 

φέτος δεν πήγα έξοχή 

του χρόνου όμως θα πάω

από την οδό Αναπαύσεως 

αυξήθηκαν τ’ ασφάλιστρα 

αυξήθηκαν οι βενζίνες 

προσέχετε τούς νεκρούς!

και τώρα άρχισε να πέφτει η βροχή.

safe_image.php

Arthur Rimbaud, Η πρώτη νύχτα


10734226_781581441877840_8883626730088272839_n

-Ήταν σχεδόν γυμνή

Κι ένα μεγάλο αδιάκριτο δεντρί

Χτυπούσε στο τζάμι τα κλαδιά του πονηρά

Μήπως και μπορέσει να δει από κοντά
.


Καθισμένη στη πολυθρόνα τη βαθιά,
Με τα χέρια ενωμένα, σχεδόν γυμνή,

Στο πάτωμα το ποδαράκι ν’ ανασκιρτά

Το τόσο λεπτό, τόσο λεπτό, από την ηδονή

-Κοιτούσα, σαν το κερί χλωμή

Μια ηλιαχτίδα, παγιδευμένη σε θάμνο από φύλλα,

Μέσα στο γέλιο της σαν πεταλούδα τα φτερά της να κινεί

Και παν’ στο στήθος της,-σαν πάνω σε λουλούδι μύγα.

-Φιλούσα τους αστραγάλους τους λεπτούς

Κι εκείνη μ’ ένα γέλιο γλυκό και βροντερό

Πού’ σπαγε σε γάργαρους τερετισμούς

Γελούσε, ένα γέλιο κρυστάλλινο και δροσερό.

Κάτω από το μεσοφόρι έκρυψε τα ποδαράκια:

«Μα επιτέλους, σταμάτα !»

-Αφού ήξερα ότι της άρεσε πραγματικά

Γέλασα με την ψυχή μου δυνατά!

Φιλούσα τα ταλαίπωρα μάτια της γλυκά

Που σπαρταρούσαν κάτω απ’ τα χείλια μου 

-Έριξε πίσω το κεφαλάκι της με πονηριά:

«Ω, έτσι είναι ακόμα πιο καλά !….»

« Κύριε, έχω να σου πω δυο λόγια,….»
-Τα υπόλοιπα τα έπνιξα μες στα βυζιά

Μ’ ένα φιλί, που την έκανε να γελά

Ένα γέλιο πού’ θελε να πει πως της άρεσε πολύ.

-Ήταν σχεδόν γυμνή

Κι ένα μεγάλο αδιάκριτο δεντρί

Χτυπούσε στο τζάμι τα κλαδιά του πονηρά

Μήπως και μπορέσει να δει από κοντά


*Μετάφραση: Ιωάννα Αβραμίδου.

Leolo (αγνώστου ποιητή)

ποίημα 2

Η μοναξιά είναι χαρά μου
Η μοναξιά είναι το κάστρο μου
Εκεί έχω την καρέκλα, το τραπέζι,
το κρεβάτι μου
Την αύρα και τον ήλιο μου
Όταν είμαι κάπου έξω απ’ τη μοναξιά μου
Είμαι σε εξορία
Είμαι σε μια ψεύτικη χώρα

Επειδή ονειρεύομαι δεν είμαι τρελλός
Πέφτω από τη χώρα του ονείρου
Στη θλίψη της καθημερινότητας

Έπαψα να βλέπω το ροζ χρώμα
Το βρόμικο ροζ, το νεκρό ροζ
Δεν νιώθω πια την σάρκα μου
Δεν είμαι πια εκεί
Δεν έχω θέση στο κοιμητήριο
των ζωντανών νεκρών
Τα δάχτυλα των ποδιών μου
Θυμίζουν ότι είμαι ακόμα εδώ

Ένας πραματευτής φωνάζει στο κενό
Υπάρχει αρκετό αίμα σήμερα
Για να λεκιάσει εκατό σελίδες
Και αρκετοί να τις αγοράσουν
Για να κατευνάσουν την λύσσα τους

Επειδή ονειρεύομαι δεν είμαι τρελλός
Επειδή την νύχτα εγκαταλείπω
Τον εαυτό μου στα όνειρα
Πριν με βρει η μέρα

Επειδή δεν αγαπώ
Επειδή φοβήθηκα να αγαπήσω
Δεν ονειρεύομαι πια

Δεν ονειρεύομαι πια

Εσύ κυρά μου
Εσύ τολμηρή μελαγχολία
Μοναχική κραυγή τρυπάς τη σάρκα μου
Προσφέροντάς την στην ανία
Με κυνηγάς τις νύχτες
Όταν δεν ξέρω πια πού πάει η ζωή μου

Σε ξεπλήρωσα εκατονταπλά
Και θα ακουμπήσω το κεφάλι μιου
Ανάμεσα σε δύο κόσμους
Στην κοιλάδα των νικημένων

*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Τα Κουρέλια Τραγουδάνε Ακόμα”, τεύχος 3. Η εικόνα της ανάρτησης είναι επισης από το ίδιο τεύχος. Για να “κατεβάσετε” το τεύχος πηγαίνετε εδώ: http://www.scribd.com/doc/247235586/%CE%A4%CE%B1-%CE%9A%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%AD%CE%BB%CE%B9%CE%B1-%CE%9D%CE%BF-3-pdf