Αλέξης Αντωνόπουλος, Χτίσε

image

Είτε σήμερα σου εύχονται χρόνια πολλά
είτε σήμερα δεν βρίσκουν αφορμή για ευχές ευχών,

Χρόνια Πολλά.

Χρόνια Πολλά και μείνε όπως είσαι
ή άλλαξε με όποιον τρόπο εσύ θες.

Κοίταζε κάθε μέρα τον ουρανό.
Ακόμα και τις μέρες που κανείς δεν σου εύχεται.
Ακόμα περισσότερο τις μέρες που κανείς δεν σου εύχεται.

Όταν μιλάς με μεθυσμένο
άκου με μεγάλη προσοχή τα λόγια του.

Αλλά κράτα μακριά τα χέρια του.

Δίνε σημασία στις χαζές στιγμές.
Για να καταλάβουμε τούτες τις χαζές στιγμές
γράφτηκαν όσα βιβλία έχεις διαβάσει.

Χρόνια Πολλά, και να είσαι όμορφη με τη
δική σου
ομορφιά.

Πολλές φορές, ενώ οι άλλοι μιλάνε μεταξύ τους,
χάνεσαι σ’ ένα θλιμμένο βλέμμα
στο δικό σου θλιμμένο βλέμμα
κι ένας ποιητής προσπαθεί να δει τη θέση των ερωτηματικών
πίσω απ’ το θλιμμένο βλέμμα˙
δεν τα καταφέρνει˙
μα ξέρει πως τότε, ανάμεσα στα λόγια που δεν ακούς, μπροστά σε αγνώστους,
σε βλέπει ενώ είσαι μόνη.
Οι όμορφοι άνθρωποι είναι πιο όμορφοι όταν είναι μόνοι.

Να είσαι όμορφη με τη
δική σου
ομορφιά.

Πίστεψε πως η ζωή είναι ένα ποίημα.
Ακόμα κι αν τελικά δεν είναι,
τι πιο ποιητικό αν τελικά δεν είναι;
Η ζωή είναι ένα ποίημα.

Περπάτα πολύ.

Για τ’ όνομα του Θεού, μην μπαίνεις σε τουριστικά λεωφορεία.
Μην αγοράζεις χάρτες. Οι χάρτες είναι οι περαστικοί˙
μαζί με τους δρόμους, μαθαίνεις και την ψυχή της πόλης.

Άσε τον εαυτό σου να ματώσει
και συνέχισε ν’ αγγίζεις
όσα σε κάνουν να ματώνεις.
Και το αίμα, χρώμα είναι.

Γίνε ηλίθια.
Γέλα με τους έξυπνους που γελάνε με σένα.
Με σένα που πιστεύεις σ’ εκείνα
που θα ‘πρεπε να υπάρχουν.

Σε παρακαλώ,
Χτίσε όσα θα ‘πρεπε να υπάρχουν.
Δεν υπάρχουν επειδή κανείς δεν τα έχτισε.
Χτίσε. Δείξε μου πώς.

*Για περισσότερα κείμενα του Αλέξη Αντωνόπουλου, μπορείτε να επισκεφτείτε τον ιστότοπό του στο http://www.alexantonopoulos.com

Νεκταρία Μαραγιάννη, Αρχή

μόνη αφήνοντας πίσω τα μάτια που με λάβωσαν
μόνη γκρεμίζοντας τις τσακισμένες μνήμες των φωτογραφιών
μόνη με μια καρδιά κενή
και έτοιμη να ξαναδώσει
σε Σένα
που τη μάτωσες

σε αποκήρυξε «απατεώνα»

τώρα προχωρεί δίχως καρδιά
το σεντούκι άφαντο
εγώ έχω το κλειδί

σε αποκήρυξα ως κάτι βλαβερό
για να ζω∙
ζω για να μην πεθάνω
ζω για να πονάς που περπατώ
που ακόμη μπορώ και αγαπώ

Νέττα, 14/1/2014

Βαγγέλης Ρουσάκης, Υπεράσπιση

10295758_10152156335419633_3569718987994475111_n

Έκρυψα ένα παιδί μέσα μου
Μερικές φορές το επισκέπτομαι
Κάθε φορά μου λέει
Πως φοβάται
Έρχεται η μέρα
Που θα αναγκαστεί να μεγαλώσει
Το καθησυχάζω
“Θα μείνεις παιδί
Κι εγώ υπερασπιστής αγνότητας
Αν λείψεις
Θα λείψουν τα παράθυρα
Θα λείψουν οι εξώστες
Και θα πεθάνεις
Πριν ανθίσει
Το τελευταίο τριαντάφυλλο”.

*Από τη συλλογή “Νύχτες χωρίς”.

Δημήτρης Π. Κρανιώτης, Δύο ανέκδοτα ποιήματα

10917286_10153089259897642_3526155135014996104_n-300x240

ΑΥΛΗ ΧΩΡΙΣ ΣΙΩΠΕΣ

Έσπασε η γλάστρα
με τις σιωπές,
ψήλωσε η αυλή μας,
χάθηκε σε ζιζάνια το ψες,
γέμισε με θεούς ο κήπος
κι άνθισε απόψε η κραυγή,
μόνη πια δεν θυμάται,
αν το σκοτάδι φώτισε
υφαίνοντας αυταπάτες,
αν ο ήλιος βάλτωσε
σε ρίζες Ερινύων. `

***

ΜΕΤΑΚΟΜΙΣΗ

Γυμνοί πια,
χρώματα ντυθήκαμε,
λέξεις και φωνές γδύσαμε,
τυφλοί πια,
το φως ήπιαμε,
το θάνατο κολυμπήσαμε,
με αλκοόλ και τσιγάρα
στις αποσκευές
ψευδομαρτυρήσαμε,
ποιοι είμαστε ξεχάσαμε,
πάνω σ’ ένα πουλί
τη ζωή μας χτίσαμε
και ξαναπετάξαμε,
απλώς μετακομίσαμε.

Κώστας Σοφιανός, Τρία μικρά ποιήματα

IM000466.JPG


ΘΑΛΑΣΣΟΓΡΑΦΙΑ

Ο καπνός
ζωγράφισ’ ένα πλοίο˙
το πλοίο
ζωγράφισε τη θάλασσα˙
η θάλασσα
με μια γραμμή
έφτιαξε τον ορίζοντα.
Ο ουρανός ήδη υπήρχε.
Έμενε να φυσήξει λίγο
για να πάρει ζωή το τοπίο.
***

ΕΡΩΤΗΜΑ ΠΕΡΙ ΕΞΟΥΣΙΑΣ

Ποιος κόκκος ηγείται της άμμου;
***

ΕΠΙΤΥΜΒΙΟ

Έχοντας πάθη
έκανα λάθη…
τώρα λανθάνω απαθής
ξένε
στο χώμα που πατείς.

Αλέξανδρος Μηλιορίδης, μάτια ζωγράφου

William Turner, Hero and Leander (1837)

William Turner, Hero and Leander (1837)

την έβλεπα,
μάτια ζωγράφου
κι ας μην
την είχα δει ποτέ
και στο δρόμο,
τα φύλλα κιτρινισμένα,
σκορπισμένα
στο κουρασμένο φως:
η αυταπάτη της ζωής μου·
και το δωμάτιο,
παρακμιακά κομψό,
τρεμοσβήνει
στον άχρονο αέρα
της σιωπής,
με τις σκέψεις μου,
ολογραφικές
και μαζί της,
σε ταξίδια,
σε γαλαξιακούς
καμβάδες
και στο βάθος
του δρόμου,
ολοκαίνουργες
οι φωνές,
φουντώνουν,
η ελπίδα,
οι μέρες της οργής·

*Από τις “Ποιητικές Τρύπες Στο Σκοτάδι”, διαδικτυακή έκδοση, Σεπτέμβρης 2013.

Άννα Αχμάτοβα, Δεκατρείς αράδες

ΑΧΜΑΤΟΒΑ+2014.tif

Και επιτέλους πρόφερες κυριολεκτικά
Όχι έτσι, όχι όπως οι άλλοι … με ένα γόνατο ―
Αλλά έτσι, όπως εκείνος που ξέφυγε από την αιχμαλωσία 
Και βλέπει την ιερή των σημύδων σκιά 
Απ’ το ουράνιο τόξο των αθέλητων δακρύων μέσα. 
Και γύρω σου τραγούδησε η σιωπή
Και φωτίστηκε με τον καθάριο ήλιο το λυκόφως,
Κι ο κόσμος ολάκερος μέσα σε μια στιγμή μεταμορφώθηκε
Κι άλλαξε παράξενα η γεύση του κρασιού.
Κι εγώ ακόμη που έμελλε φόνισσα να γενώ
Του θείου λόγου,
Σχεδόν ευωδιαστά σώπασα,
Την ευλογημένη ζωή να επιμηκύνω.

8-12 Αυγούστου 1963

*Το ποίημα δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Εντευκτήριο» και συγκαταλέγεται στην ενότητα ποιημάτων της Άννας Αχμάτοβα «Ποιήματα του μεσονυχτίου», σε μετάφραση από το ρωσικό πρωτότυπο του Δημήτρη Β. Τριανταφυλλίδη.

Δημήτρης Α. Δημητριάδης, Πάνω σου γαντζώνω την ψυχή μου

IMG_2623

Έξαλλη νύχτα
ανεξιχνίαστη
στοιχειωμένη από αρματωμένα φαντάσματα
κι αιματηρές κληρονομιές
φορτωμένη ερωτευμένα ξωτικά
ματωμένα φεγγάρια
και σελώματα

ανικανοποίητη νύχτα
η ανάσα μου δίχως αντοχή
δίχως αιχμή
λυγίζει
ξεριζώνεται
δεν υπάρχει πια φόβος
ένας τρόμος μονάχα ορμά
με πιάνει απ’ τα μαλλιά
με σέρνει
παιανίζει τα εμβατήριά του
διατυμπανίζει τη νίκη του
διατυμπανίζει την ήττα μου

νύχτα μου
με τον ακοίμητο καημό
και το σαράκι
ανένδοτη νύχτα μου
που αλωνίζεις με άλογα φτερωτά
οργανώσεις τις άμυνες
και βγαίνεις στην κόντρα επίθεση

πάνω σου γαντζώνω την ψυχή μου.

Γιώργος Ρούσκας, Ερωτευμένος με τη βροχή

βροχή+2

Είμαι ερωτευμένος με τη βροχή.
Γιατί;
Έτσι.
Ο έρωτας δεν απαντά στα γιατί
πού και πού ρωτά αν, πόσο, ως πότε,
καταλύει το χρόνο, το σώμα φωτίζει,
λάμπουν τα μάτια,
όπου φωλιάζει φυτρώνουν φτερά.

Κηφισίας, Δεκέμβρης, ψιλοβρόχι, κρύο.
Ενώ οι υαλοκαθαριστήρες μου ρυθμικά
αριστερά, στάση, μεταβολή, δεξιά,
ανάσα, μεταβολή, το αυτό
ακούραστοι στρατιώτες
αποδιώχνουν απ τα τζάμια τις σταγόνες
έτσι όπως ο άνθρωπος την αλήθεια απωθεί
να γλιστρήσει στο παχύρρευστο -καθώς κρυώνει
απ’ την ώρα που χυτεύτηκε- της ψυχής του γυαλί

παρατηρώ εν κινήσει τους υαλοκαθαριστήρες
του μπροστινού αυτοκινήτου:
αντί για το συνηθισμένο πέρα δώθε, αυτοί με ρυθμό
ρούμπα χορεύουν, τυλίγουν, ξετυλίγουν
ανοίγουν προς τα έξω κι οι δυό,
κλείνουν ταυτόχρονα προς τα μέσα
μαζεύοντας τη βροχή απαλά προς το κέντρο
παίρνοντας αγκαλιές τις στάλες στοργικά
όπως μαζεύουν γυρίζοντας τη μπλούζα
τους βόλους τα παιδιά.

Τι όμορφο να μπορεί ν αγκαλιάζει το νερό
μία μηχανή από μέταλλο και πλαστικό
τι παράξενο για τον άνθρωπο κατασκευαστή
που επιλέγει στην ασφάλεια της δυστυχίας του να ζει
αντί να διώξει το φόβο, ν ανοίξει τα χέρια
σε μια αισιόδοξη επαφή με τη ζωή.

Πόσοι μπορούν ν αγκαλιάσουν τη βροχή,
-η βροχή είναι ελπίδα, αγιασμός, είναι τροφή
επιβίωση είναι-
πόσοι μπορούν να χαρούν μια αγκαλιά παιδική,
να δώσουν μία ζεστή χειραψία;
Εδώ δυσκολευόμαστε ν αγκαλιάσουμε
τον ίδιο μας τον εαυτό.

Μπορίς Βιάν, Ο λιποτάκτης

vian

Κύριε Πρόεδρε
Σας γράφω ένα γράμμα
Που ίσως θα διαβάσετε
Αν έχετε καιρό Φτάσαν τα χαρτιά μου
Πως πρέπει να καταταγώ
Να φύγω για τον πόλεμο
Το αργότερο Τετάρτη.
Όμως κύριε πρόεδρε
δεν πρόκειται να πάω
Δε βρέθηκα σ’ αυτή τη γη
Για να σκοτώνω αθώους
Δε θέλω να θυμωσετε
Μα πρέπει να σας πω
Πως τό ‘χω πάρει απόφαση
Να γίνω λιποτάκτης
Βλέπω στη δική μου ζωή
Πως πέθανε ο πατέρας μου
Πως φύγανε τα αδέλφια μου
Και τα παιδιά μου κλαίνε
Η μάνα μου απ’ τα βάσανα
Τώρα βαθιά στον τάφο
Γελάει με τους εξοπλισμούς
Περιγελάει τους τοίχους

Όταν με χώσαν φυλακή
Αρπάξαν τη γυναίκα μου
Αρπάξαν τη ψυχή μου
Το παρελθόν που αγάπησα
Αύριο ξημερώματα
Την πόρτα θα χτυπήσω
Στα μούτρα των νεκρών καιρών
Και θα χυθώ στους δρόμους
Θα ζητιανέψω τη ζωή μου
Γυρνώντας τη Γαλλία
Από Βρετάνη ως την Προβηγκία
Και σ’ όλους θα φωνάζω
Άρνηση στην υποταγή
Άρνηση στην κατάταξη
Μην πάει κανείς στον πόλεμο
Να φύγετε αρνηθείτε
Αν πρέπει αίμα να χυθεί
Να δώσετε το δικό σας
Αφού αυτό διδάσκετε
Σε όλους, κύριε πρόεδρε
Κι αν είναι να με πιάσετε
Πέστε στους χωροφύλακες
Ότι θα είμαι άοπλος
Και αν θέλουν, ας μου ρίξουν.