Γιώργος Β. Μακρής, Εραστές

1555381_10203829234840310_9028751160595011602_n

Περάσανε οι ώρες τους γοργά
και φύγαν οι εραστές θλιμμένοι
με βήματα επίσημα κι αργά
και καμπαρτίνα κουμπωμένη.

Και λυπηθήκαμε τους εραστές
με το μικρό στον τόπο πήγαιν’ έλα τους
να νείρονται αγκαλιές ζεστές
σκαλίζοντας τη γη με την ομπρέλα τους.        

Φλεβάρης 1940

*Από το βιβλίο «Γραπτά Γιώργου Β. Μακρή», Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 1986, σελ. 28.

Άμαρτζιτ Τσάνταν, Η σκόνη απ’ την κίνηση του δρόμου

Khoj GaRh, Qasoor 2007. Photo by Akram Varraich

Khoj GaRh, Qasoor 2007. Photo by Akram Varraich

Η σκόνη απ’ την κίνηση του δρόμου
σύντομα θα κατακαθίσει
πάνω σ’ αυτή την κρύα λευκή πέτρα
μετά ο άνεμος θα παρασύρει
τα ξερά και μαραμένα φύλλα.
Ίσως ένα φύλλο βραδυπορήσει
σ’ αυτή την κρύα λευκή πέτρα
και αρχίσει να χάνεται καθώς περιμένει ατέρμονα,
ξεθωριασμένο –
τι χρώμα έχει ο Θάνατος;

Οι πέτρες ζουν περισσότερο απ’ τα δέντρα.
Ο ευκάλυπτος στέκεται περήφανα κοιτάζοντας την πέτρα.
Τα παιδιά παίζουν στο γρασίδι.
Είναι ευτυχισμένα
όπως είναι και τα άνθη της ακακίας.
Τα παιδιά δεν ξέρουν τη γλώσσα των χρωμάτων.
Πώς θα μπορούσαν να ξέρουν
ο Θάνατος τι χρώμα έχει;

Στον ουρανό
δεν υπάρχουν σύννεφα, ούτε πουλιά.
Σύντομα ο χλομός ήλιος, όπως μια στρουθοκάμηλος που κρύβει το κεφάλι της
θα βυθιστεί κάτω απ’ τη γη
σκορπώντας μαύρο γύρω.
Αυτό το μαύρο βρίσκεται μέσα μου.
Τι χρώμα έχει ο Θάνατος;

*Από την ανθολογία ποιημάτων του Άμαρτζιτ Τσάνταν «Φόρεσέ με». Εισαγωγή: Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ. Επιλογή-Μετάφραση: Χριστίνα Λιναρδάκη και Ανδρέας Πιτσιλλίδης. Εκδόσεις Μανδραγόρας, 2014 (σελ. 41). Ο αγγλικός τίτλος του παρόντος ποιήματος είναι «The dust of the flowing road» και περιλαμβάνεται στη συλλογή «Being Here».

**Ο Άμαρτζιτ Τσάνταν (γεν.1946) κατάγεται από την Ινδία και ζει στο Λονδίνο από το 1980. ‘Εχει εκδώσει επτά ποιητικές συλλογές και τρία βιβλία με δοκίμια στα παντζάμπι και δύο ποιητικές συλλογές στα αγγλικά. Ποιήματά του έχουν δημοσιευτεί σε περιοδικά και ανθολογίες σε Αγγλία, Τουρκία, Ελλάδα, Ρουμανία και Βραζιλία. Έχει λάβει αρκετές διακρίσεις.

Τάσος Πορφύρης, Χαμοκέρασα

32654841

Ορισμένοι άπό τούς θεατές ψάχνουν γιά άδειες θέσεις
Κι άλλοι ανέμελοι κατεβαίνουν ζευγάρια στό διάδρομο
Συζητώντας περί ανέμων καί ύδάτων σταματώντας
Γιά λίγο κοιτάζοντας ένα γύρω επιτέλους κυριαρχώντας
Στό χρόνο τους ή έναρξη προβολής θ’ αργήσει μόλις
Πού σκορπίστηκαν στήν αίθουσα οί μικροπωλητές
Μέ τίς σοκολάτες τούς ξηρούς καρπούς τά αναψυκτικά
Κι έκείνος μόλις μπαίνει ψάχνει έναγώνια γιά την
Έξοδο κινδύνου καί γιά μιά θέση κοντά της κάθεται
Τακτοποιώντας την καπαρντίνα στά γόνατά του ήσυχος
Γιατί άν συμβεΐ κάτι π.χ. άν πάρει φωτιά ή αίθουσα
“Η κάποιος αποφασίσει νά μαχαιρώσει κάποιον έτσι
“Οπως βρίσκεται κοντά της ή μάζα των θεατών θά τόν
Παρασύρει πρός την έξοδο γιατί αυτός είναι άνίκανος
Νά βρει τό δρόμο άπορροφημένος άπό την ύπόθεση
Του έργου καί τό τοπίο κυρίως αύτό όταν υπάρχουν
Ποτάμια μέ καθαρά νερά δάση άπό βελανιδιές
Μέ σκίουρους καί πουλιά κι ανάμεσα στίς φτέρες
’Αγριοφράουλες αύτές πού πιάναμε απαλά μέ τά δάχτυλα
Νά μην μας λιώσουν —θυμάσαι;— καί τίς λέγαμε
Χαμοκέρασα.

*Από τη συλλογή “Τα λαβωμένα”, Εκδόσεις Έρασμος, Απρίλιος 1996, σελ. 33.

Γιώργος Φιλιππίδης (1977-1997), Εγωτική προπαγάνδα

tobacco-smoke

V

Ακούστε καλά!
Κωδωνοκρούστης στην καμπανούλα,
σαρκοφάγο λουλούδι της ασκήμιας μου,
στο αχανές πεδίου της καμπούρας μου
όπου,
απαράλλαχτα έναστρος ουρανός, αιωρείται
η αστροσκόνη που είμαι.
Ακούστε καλά!
Κυνηγημένοι σαν Βιετναμέζοι
στη ζούγκλα των τοξικών αναθυμιάσεων
φεύγουμε
φεύγουμε
φεύγουμε μακριά.
Το σκηνικό·
μαύρο με φώτα αχνά
τα αστέρια και τους ετερόφωτους πλανήτες
και πλέουμε
όπως να’ ναι,
λαθραία,
ολοταχώς για ποιος ξέρει πού,
στους δαιδάλους του διαστήματος
«τεχνολογία», ψελλίζοντας,
«είσαι η αρχαιολογία του αύριο».

Βύρων Λεοντάρης, από το “Έως” των εκδόσεων Νεφέλη

10003527_1474777256077330_1128739290_n

Το «ως σεαυτόν» δεν ήτανε για μένα
Αγάπησα τους άλλους δίχως ν’ αγαπάω τον εαυτό μου
Χωρίς αγάπη του εαυτού μου δεν ήμουν ούτε εγώ ούτε
άλλος ανάμεσα στους άλλους
δεν ήμουν τίποτε μέσα στην τρικυμία της σάρκας μου
στα σαλεμένα λόγια μου και στ’ αναφιλητά του νού μου
μα έπασχα στα δράματα των άλλων
εγώ ο χαμένος πάντα στα αδιέξοδά τους
εγώ των αποχωρισμών τους ο εγκαταλειμένος
ο παραμιλητός του πυρετού τους
Κι όλα αυτά έτσι. Για ένα ήθος δηλαδή για μια ιδεολογία

Δεν ήταν ήθος ύβρις ήταν. Και δεν το ‘ βλεπες
αργεί αλλά σε βρίσκει το κακό
άξαφνα όλα γυρνούν τ’ απάνω κάτω
πατάς τους όρκους σου και πράττεις τ΄ αντίθετα απ’ την
πίστη σου και μένεις
στην ερημιά της πτώσης σου
να δέρνεσαι και να χαλιέσαι

Άν άντεξα τη ζωή μου ως εδώ δεν ήτανε για μένα
Και τώρα ποιος ο αμητός;
Ω βλέμματα, ω φωνές, ω αγγίγματα που με λιχνίσατε
στ΄ αλώνια της αλαζονείας και της ταπείνωσης
κρατήστε τον καρπό αλλά
δώστε μου πίσω το άγανο
το άγανο που τ’ αφήσατε του ανέμου
και χάθηκε χρυσίζοντας
προς τον βαθύψηλο ουρανό.

*Από τη Συλλογή “Έως”, εκδόσεις Νεφέλη.

Γιάννης Ζελιαναίος, Η πεταμένη Μαρία

Πεταλούδα+ART+Viktor

Έχω αυτή τη γυναίκα
που μου ζητάει ένα περίστροφο
πριν πιει τα χάπια της.
Βάφεται,
αγοράζει παπούτσια
και κομπινεζόν
που κοστίζουν όσο το νοίκι μου,
της πληρώνω τους καφέδες της
και ξεχνάει πως με λένε
όταν πάει να με συστήσει.
Παραπονιέται για την κοιλιά της
τις πιλάτες της
και τη σαλάτα με κοτόπουλο
που πρήζει το στομάχι της.
Στα μπαρ μιλάει με όλο τον κόσμο
για πράγματα
που δεν σου πάει το μυαλό
ότι συζητάνε οι άνθρωποι.
Γκρινιάζει για τη βροχή
και για τον καράφλα με παιδιά
που θέλει στο κρεβάτι της.
Ανεβάζει σαν μάγισσα
τα απαγορευτικά των μπάτσων
όταν η πόλη τρέμει μετανάστες
και λέει πως η μπεμβέ της
κοιμάται μόνο στα υπόστεγα.
Με μια διαολεμένη πειστική φωνή
μου κάνει νάζια όταν πίνω,
φοράω τα γυαλιά της το πρωί
κοιμάμαι στον καναπέ της το βράδυ
και μου πετάει ένα τυρί
για να χορτάσω σαν σκυλί
κάθε που ο ήλιος
μου δείχνει δυο σαγόνια.
Γυρνάμε σε μέρη που δεν θέλει,
σαν πεταμένος άγγελος
βάφει τα φτερά της
μου λέει για το όπλο
που θέλει το μυαλό της
για τα χάπια
που δεν χορταίνουν το κορμί της
για την σίγουρη αυτοκτονία της
με το αίμα να σκουπίζει
το κομπινεζόν της
και στο λαρύγγι απιθωμένη τη στρυχνίνη.
Δεν είναι ώρα για ποιήματα πια.
Ποτέ δεν ήταν.
Κάθε που γέρνω πίσω από το δέρμα
ξέρω πως αυτή η Μαρία
κάποτε
ίσως και να τινάξει τα μυαλά της
στο δωμάτιο με τα δυο σκυλιά της.

*Ο Γιάννης Ζελιαναίος έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές “Καλώς ήρθες χειμώνα, γραφιά της νιότης μας” (εκδόσεις Εριφύλη 2004), “Άννα” (εκδόσεις Εριφύλη 2005) και “Ο διάβολος πάνω σε στρατσόχαρτο” (εκδόσεις Ενδυμίων 2009). Zει κι εργάζεται στη Λευκωσία της Κύπρου.

Diane Di Prima, Η πραγματικότητα δεν είναι εμπόδιο

Diprima+Joanes-2

για τη Σουρεαλιστική Ομάδα Σικάγο

αρνήσου να υπακούσεις
αρνήσου να πεθάνεις
αρνήσου να κοιμηθείς
αρνήσου να φύγεις μακριά
αρνήσου να κλείσεις τα μάτια σου
αρνήσου να κλείσεις τ’ αυτιά σου
αρνήσου τη σιωπή ενώ μπορείς ακόμα να τραγουδάς
αρνήσου το κήρυγμα αντί της αγκαλιάς
μην φτάνεις σε κανένα τέλος που δεν είναι
μια Αρχή

REALITY IS NO OBSTACLE
for the Chicago Surrealist Group

refuse to obey
refuse to die
refuse to sleep
refuse to turn away
refuse to close your eyes
refuse to shut your ears
refuse silence while you can still sing
refuse discourse in lieu of embracement
come to no end that is not
a Beginning

*Από το βιβλίο The Poetry Deal, City Lights Foundation, San Francisco. Μετάφραση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Olav Hauge, Κοχύλι

images

Χτίζεις ένα σπίτι για την ψυχή σου,
και περήφανα περιπλανιέσαι
στο φως των αστεριών
με το σπίτι στην πλάτη,
όπως το σαλιγκάρι.
Όταν σιμώνει κίνδυνος,
σέρνεσαι μέσα
και είσαι ασφαλής
πίσω από το σκληρό σου
καβούκι.

Κι όταν πάψεις να υπάρχεις,
το σπίτι
θα συνεχίζει να ζει,
μαρτυρία
του κάλλους της ψυχής σου.
Και η θάλασσα της μοναξιάς σου
θα τραγουδά βαθιά μέσα.

*Αναδημοσίευση από το περιοδικό “Ένεκεν”, τεύχος Ιανουαρίου-Φεβρουαρίου-Μαρτίου 2014. Μετάφραση: Τούλα Παπαπάντου.

**Olav Hauge (Ούλαφ Χ. Χάουγκ – 1908-1994). Νορβηγός ποιητής και μεταφραστής ποίησης.

Georg Trakl, Παιδικά χρόνια

P1013052

Καρπούς γεμάτη είναι η κουφοξυλιά· ήσυχα κατοικούσαν τα παιδικά χρόνια
Σε γαλάζια σπηλιά. Το σιωπηλό κλαρί,
Εκεί που τώρα θρασομανεί καστανόχρωμο το αγριόχορτο,
Στοχάζεται ένα παλιό μονοπάτι, το θρόισμα των φυλλωμάτων.

Το ίδιο κι όταν το γαλανό νερό κελαρύζει στους βράχους.
Γλυκός είναι του κότσυφα ο θρήνος. Ένας βοσκός αμίλητος ακολουθεί τον ήλιο,
Που κυλά πίσω από τον φθινοπωρινό λόφο.

Μια γαλάζια στιγμή, σημαίνει μόνο περισσότερη ψυχή.
Στην εσχατιά του δάσους προβάλλει δειλά ένα αγρίμι και στο βάθος
Αναπαύονται ειρηνικά τα παλαιά σήμαντρα και οι σκοτεινοί αγροί.

Πιο γαλήνιος τώρα, γνωρίζεις το νόημα των σκοτεινών χρόνων,
Ψύχος και Φθινόπωρο σε μοναχικές κάμαρες,
Και μέσα σε ιερή γαλαζοσύνη ηχούν και απομακρύνονται βήματα φωτεινά.

Σιγοτρίζει ένα ανοιχτό παράθυρο στη θέα
Του ερειπωμένου νεκροταφείου στο λόφο δάκρυα τρέχουν απ’ τα μάτια.
Ανάμνηση ιστορημένων θρύλων. Όμως κάποτε φωτίζεται η ψυχή
Όταν αναπολεί ανθρώπους χαρωπούς, σκουρόχρυσες εαρινές ημέρες.

*Από το βιβλίο Γκεόργκ Τρακλ – Ένας οδοιπόρος στον μαύρο άνεμο”, σε εισαγωγή, σημειώσεις, σχόλια, μετάφραση Ιωάννας Αβραμίδου, εκδόσεις Νησίδες, 2014 (σελ. 67).

Γιάννης Αντιόχου
, Ο Υποχθόνιος

1528498_10204342664619237_6645256525425519732_n

Κι όταν οι ζωές κυλούν

Σαν βαλίτσες ανθεκτικές

Γεμάτες με τα υπάρχοντα του σώματος

Πάντα ένας ποιητής θα συνευρίσκεται

Με το φως του εωσφόρου

Ξέρω πολλά να σας διηγηθώ για τον υποχθόνιο

Αλλά θαρρώ πως ό,τι αξίζει είναι η βία του

Έτσι όπως σε σκυλεύει

Μαγκώνοντας τον άτλαντα του σώματος

Με τους κοπτήρες των δοντιών του

Ματώνοντάς σε

Και λίγο πριν την εξάντληση

Εντός κενού

Αειφανείς

Φλεγόμενοι αστέρες

Κατακαίγουν την όψη που καθένας επιθυμεί να αντικρίσει

Γεωγραφώντας με το μη μετρήσιμο φως τους

Αυτό που ποτέ δεν υπήρξε

Μέσα στις λόχμες των αχτίδων τους

Το σώμα ακκίζεται

Και μη μπορώντας να υπομείνει

Καταρρέει

Καμιά φορά αναρωτιέμαι

Αν τούτη είναι η πείρα της ζωής;

Μα έχω τα όνειρα

Να δεικνύουν αυτό που θέλει καθένας να ζήσει

Να μην ξεχάσω…

Να μην ξεχάσω…

Κυλώντας χθες στο αεροδρόμιο

Την ανθεκτική πράσινη βαλίτσα μου

Κοντοστάθηκα να χαιρετήσω τον διάβολο

Θεόρατος

Ολόξανθος

Πρασινομάτης και φωτισμένος

-όχι σαν τους μαλλιαρούς ιππόγρυπες ειδικούς,

που σε εξετάζουν περιπαικτικά

και σου συστήνουν κοινωνικότητα –

Περιδινούσε και πάλι

Στο σκοτεινό λαρύγγι του

Τον παραπικρασμό της ζωής μου


(Είμαι ο ίδιος που ξεριζώθηκα

Σε αγκαθωτά στρώματα διαμερισμάτων

Όπως τα ξανθά μαλλιά της Σουλαμίτιδας

Στα χέρια του ερωτευμένου Σολομώντα

Είμαι ο ίδιος άσχημος, ντροπαλός ανθρωπάκος

Λίγο πριν γδυθώ στη σκοτεινή σας κάμαρα

Ύστερα αρπάζει καθέναν η αγκαλιά

Κι εξαφανίζεται η συστολή

Είμαι ο ίδιος οδοιπόρος των λεωφόρων της πολιτείας

Βαδίζοντας εκ του ασφαλούς

Στις διαχωριστικές λευκές λωρίδες

Πάντα επιθυμώντας να ξεστρατίσω

Είμαι ό,τι είσαι και συ

Ίσως λίγο πιο μόνος

λίγο πιο έρημος

Μετά δεν είμαι 

δεν είναι 

Τίποτε άλλο

Από έναν μέτριο θάνατο που συνέχεια προσπερνώ).

*Από τη συλλογή “Εκπνοές”, Εκδόσεις Ίκαρος.