Antonin Artaud, Πούτσα και Ξύλο (αποσπάσματα)

poutsa+xylo

Ποτέ δεν ίδρυσα, δεν ξεκίνησα, δεν ακολούθησα ένα κίνημα.

Υπήρξα υπερρεαλιστής, αυτό είναι γεγονός,

αλλά πιστεύω πως όντως όφειλα να είμαι,

και ήμουνα όντως όχι όμως κι όταν εκτόξευα ή συνυπέγραφα μανιφέστα

εκτός κι αν επρόκειτο να προσβάλουμε

τον πάπα

τον δαλάι-λάμα

τον βούδα

τον γιατρό

τον διανοούμενο

τον παπά

τον μπάτσο

τον ποιητή

τον συγγραφέα

τον άνθρωπο

τον παιδαγωγό

τον επαναστάτη

τον αναρχικό

την μοναχή

τον ερημίτη

τον πρύτανη

τον γιόγκι

τον πνευματιστή.[…]

[…] Γνωρίζω μια κατάσταση εκτός του πνεύματος, της συνείδησης, του είναι,
η οποία δεν έχει πλεόν ούτε λόγια ούτε γράμματα,
μα στην οποία διεισδύει κανείς με κραυγές και χτυπήματα.

Και δεν είναι πια καν ήχοι η νοηματα που εξέρχονται

δεν είναι λέξεις

είναι ΚΟΡΜΙΑ

Πούτσα και ξύλο,

στην κολασμένη πυρά όπου ποτε πια δεν θα τεθεί
η 
ερώτηση της λέξης ούτε και της ιδέας. […]


*Μετάφραση Ζ.Δ. Αινάλης, εκδόσεις Ουαπίτι

Won’t get fooled again / Δεν θα γελαστούμε ξανά

We’ll be fighting in the streets
With our children at our feet
And the morals that they worship will be gone
And the men who spurred us on
Sit in judgment of all wrong
They decide and the shotgun sings the song

I’ll tip my hat to the new constitution
Take a bow for the new revolution
Smile and grin at the change all around
Pick up my guitar and play
Just like yesterday
Then I’ll get on my knees and pray
We don’t get fooled again

The change, it had to come
We knew it all along
We were liberated from the fold, that’s all
And the world looks just the same
And history ain’t changed
‘Cause the banners, they are flown in the next war

I’ll tip my hat to the new constitution
Take a bow for the new revolution
Smile and grin at the change all around
Pick up my guitar and play
Just like yesterday
Then I’ll get on my knees and pray
We don’t get fooled again
No, no!

I’ll move myself and my family aside
If we happen to be left half alive
I’ll get all my papers and smile at the sky
Though I know that the hypnotized never lie
Do ya?

There’s nothing in the streets
Looks any different to me
And the slogans are replaced, by-the-bye
And the parting on the left
Are now parting on the right
And the beards have all grown longer overnight

I’ll tip my hat to the new constitution
Take a bow for the new revolution
Smile and grin at the change all around
Pick up my guitar and play
Just like yesterday
Then I’ll get on my knees and pray
We don’t get fooled again
Don’t get fooled again
No, no!

Yeaaaaaaaaaaaaaaaaaaaaaaaaah!

Meet the new boss,
Same as the old boss!

Δεν θα γελαστούμε ξανά

Θα πολεμάμε στους δρόμους
με τα παιδιά μας πάνω στους ώμους
κι η ηθική που λάτρεψαν θα χαθεί
κι όσοι μας κέντριζαν μαζί
θα δικαστούν για όλα τα λάθη αυτοί
ποινή θα βγει και το δίκαννο θα την πει
Καπέλο βγάζω στη νέα κατάσταση
υποκλίνομαι στην επανάσταση
χαμογελώ στην αλλαγή ολόγυρα
θα παίξω κιθάρα να βγάλει φωτιά
όπως άλλοτε ξανά
κι έπειτα θα προσευχηθώ γονατιστά
μη γελαστούμε ξανά
μη γελαστείτε ξανά Η αλλαγή, έπρεπε να ‘ρθει
Το ξέραμε απ’ την αρχή
Απελευθερωθήκαμε απ’ το μαντρί, ως εκεί
και ο κόσμος ίδιος φαντάζει
και η ιστορία δεν αλλάζει
γιατί οι σημαίες ανεμίζουν για πόλεμο ξανά Καπέλο βγάζω στη νέα κατάσταση
υποκλίνομαι στην επανάσταση
χαμογελώ στην αλλαγή ολόγυρα
θα παίξω κιθάρα να βγάλει φωτιά
όπως άλλοτε ξανά
κι έπειτα θα προσευχηθώ γονατιστά
μη γελαστούμε ξανά
μη γελαστείτε ξανά
Όχι, όχι, όχι, όχι!
Θα μετακομίσω κι η φαμίλια μου μαζί
αν συμβεί και μείνουμε μισοζωντανοί
θα βγάλω χαρτιά, θα το παίζουμε αδιάφοροι
ας ξέρω ότι ο υπνωτισμένος δεν μπορεί ψέμα να πει
Μπορεί;
Ωχ όχι! Στους δρόμους δεν υπάρχει κατιτί
διαφορετικό απ’ όσα είχα δει
και τα σλόγκαν έχουν αλλαχτεί, παρεμπιπτόντως
κι όσοι είχαν τη χωρίστρα αριστερά
τώρα την έχουν δεξιά
και τα μούσια όλα μακρύναν σε μια βραδιά
Καπέλο βγάζω στη νέα κατάσταση
υποκλινομαι στην επανάσταση
χαμογελώ στην αλλαγή ολόγυρα
θα παίξω κιθάρα να βγάλει φωτιά
όπως άλλοτε ξανά
κι έπειτα θα προσευχηθώ γονατιστά
μη γελαστούμε ξανά
μη γελαστείτε ξανά
Όχι, όχι, όχι, όχι!
Ναιεεεεεεεει!
Ιδού το νέο αφεντικό
Ίδιο με το παλιό αφεντικό

Francesco Marotta, Imago

10915300_1548734425365465_5616075903671722631_n

σκοντάφτει σε μια κραυγή

που αιμορραγεί στο φως

κάθε φορά που κοιτάμε τ’ αστέρια

κανένα όριο δεν μας χωρίζει από την απουσία

καμία λέξη τόσο βαθιά,

που να μπορεί να την αποσιωπήσει

*


έτσι είναι η χάρη των εικόνων

που αντεστράφησαν μες στις παλάμες, ξέφυγαν απ’ τον ίσκιο,

που τώρα τον θυμάσαι στρατοπεδευμένο ανέκαθεν

στο κατώφλι σου, όμως

επρόκειτο για προσδοκίες, ασκήσεις

δίχως σύμβολα, σαν να στολίζεις αποψυγμένα

κάτοπτρα με τον αλμυρό χτύπο
μιας ναυγισμένης ίριδας

Imago

si inciampa in un grido

che si dissangua in luce

ogni volta che guardiamo le stelle

nessuna soglia ci separa dall’assenza

nessuna parola così profonda

da poterla tacere

*

così è la grazia delle immagini

rovesciate nel palmo venute via dall’ombra

che ora ricordi accampata da sempre

alla tua soglia ma

si trattava di attese esercizi

privi di simboli come adornare sbrinati

specchi col battito salino

di una pupilla naufragata

*Από τη συλλογή «Στίχοι γραμμένοι με τα μάτια». Μετάφραση: Ευαγγελία Πολύμου. Από το http://www.poein.gr

Ιάσωνας Ιωαννίδης, Άνεργος

0
 
Με το τσιγάρο βασανίζω τη νύχτα μου.
Τα δάχτυλά μου, κολλημένα με σπασμούς στα νεύρα.
Κ’ εκείνη η θολή σκιά πίσω απ’ το μέτωπο.
Αν προχωρήσω… αν προχωρήσω λίγο ακόμα…
 
Κοιμούνται. Όλοι κοιμήθηκαν.
Αλοίμονο: Για μένα δεν ωριμάζει τίποτα
Κ’ έχω τα χέρια και τα πόδια μου,
Σταματημένες πορείες,
Γύρω στο χώμα, το ψωμί και το κορμί της.
 
Το σώμα μου!
Πώς θάναι άραγε το αύριο;
Το μικρό, το στενό, το δικό του αύριο!
 
*Δημοσιεύτηκε στην «Επιθεώρηση Τέχνης», τ. 53-54, Μάιος-Ιούνιος 1959, σελ. 273.

Roberto Bolaño, Ο Ερνέστο Καρδενάλ και εγώ

bolano2b1

Περπατούσα στο δρόμο, ιδρωμένος και με τα μαλλιά κολλημένα

στο πρόσωπο

όταν είδα τον Ερνέστο Καρδενάλ που ερχόταν

απ’ την αντίθετη κατεύθυνση

και σαν να χαιρετούσα του είπα:

Πατέρα, στο Βασίλειο των Ουρανών

που είναι ο κομουνισμός, 
έχουν θέση οι ομοφυλόφιλοι;

Ναι, είπε αυτός.

Και οι αμετανόητοι μαλάκες;

Οι σκλάβοι του σεξ;

Οι τσαρλατάνοι του σεξ;

Οι σαδομαζοχιστές, οι πουτάνες, οι φανατικοί
των κλυσμάτων;

Αυτοί που δεν μπορούν άλλο, αυτοί που στ’ αλήθεια

δεν μπορούν πια άλλο;

Ο Καρδενάλ είπε ναι.

Και εγώ σήκωσα το βλέμμα
και τα σύννεφα έμοιαζαν με

χαμόγελα από γάτους ελαφρώς ροζ

και τα δέντρα που έραβαν τους λόφους

(τους λόφους που πρέπει να ανεβούμε)

ανακινούσαν τα κλαδιά.

Τα πρωτόγονα δέντρα, σαν να έλεγαν

μια μέρα, αργά ή γρήγορα, πρέπει να έρθεις

στα ελαστικά μου χέρια, στα βλαστημένα μου χέρια

στα κρύα μου χέρια. Μια ψυχρότητα φυτική

που θα σου σηκώσει την τρίχα.

*Μετάφραση: Κωνσταντίνα Παναγοπούλου-Pérez. Από το http://poiein.gr

Κατερίνα Καρπούζη, Περικοπή

Ghost_

Στο δρόμο
Οι ήχοι των παπουτσιών
Κροτίδες με στόχο το κεφάλι μου.
Καθώς πλαγιάζουν τα φαντάσματα,
Τα σύννεφα συνωστίζονται κάτω από τα μάτια μου.

Η καρδιά σε ανακοίνωση:
Περίοδος μουσώνων κι απόψε.
Πρόσκληση, επίκληση, έκκληση.
Έκκληση. Ας πάψουν τώρα οι ουρανοί.
Γιατί είναι ανυπόφορο κι αδύνατο, λένε
Να κλείνεις εσύ έναν χαλασμένο διακόπτη.

Παράκληση
Γιατί εγώ εδώ
Στο δρόμο
Χαλασμένος,
Τραυματισμένος από πετροβολισμούς,
Ακόμα και δεμένος από το σήμερα,
βρεγμένος από καταιγίδες
Προτιμώ να σε αγκαλιάζω
Παρά να κλείνω διακόπτες.


*H Κατερίνα Καρπούζη διαθέτει προσωπικό ιστολόγιο στη διεύθυνση http://www.mindances.blogspot.gr

Τραγούδια ιθαγενών της Αυστραλίας

1.
Μ’ αναποδογυρίζει, με χτυπάει,
άγρια φυσάει ο άνεμος πάνω στην πλατιά θάλασσα,
Χτυπάει άγρια, βαράει άγρια, χτυπάει,
με τινάζει πάνω, με χτυπάει.

2.
Κωπηλατούμε, ακούμε ένα θόρυβο,
ένα ψάρι πήδησε στην επιφάνεια του νερού,
ένα γατόψαρο! Ένα πριονόψαρο! Για μας πηδάει
αυτό το ψάρι!
Ένα πετούμενο ψάρι, κάνει θόρυβο καθώς πηδάει,
πιτσιλίζοντας το νερό…
ένα γατόψαρο δίπλα μας, γιατί ακουει τον ήχο
του κανό μας, του κανό Ντζάνγκγκαβουλ.
Ψάρι που πηδάει! Πριονόψαρο που πιτσιλίζει
Το νερό με θόρυβο.

23.
Βλέπουν το νερό να παφλάζει, να βρυχιέται,
καθώς τινάζονται οι σταγονες…
Βρυχιέται καθώς σπρώχνει τη λάσπη,
κυλώντας δυνατά…
Πηγαδιστό,φουσκαλιάζει και παφλάζει
ανάμεσα στις άγριες μπανανιές…

41.
Κρέμεται η μακριά γιρλάντα από το φρύδι
των νιόπαντρων Τζαμί και Τζαλάν,
στόλισμα μαλλιών, στόλισμα αυτιών του νέου,
μια μυρωδιά, ένας άνεμος, ένας κυκλώνας μπροστά,
νέε, μάσα ελαφρά, παρθένα, μάσα καλά…
Ο ήλιος ανατέλλει στο δρόμο του,
η θύελλα φέρνει σύννεφα
και το νεφέλιο κοκκινίζει.
Ζώνη μαργαριταριών και σάρπα στο στήθος,
στις παρθένες αρέσουν οι νέοι πάρα πολύ,
ένας σπάγκος ενώνει τα χέρια τους,
ξύλο στη μύτη του νέου,
οι νιόπαντροι υποκλίνονται.
καλός είναι ο καταρράχτης
ο πάταγος του ποταμιού Ρεκάμ
πέφτει κάτω, βαθιά κάτω.
Γέροι και νέοι νιόπαντροι τρέχουν.

55.
Η νύχτα ζυγώνει, ανγκιγιγιάνγκου,
απλώνεται παντού, ανγκιγιγιάνγκου.
Μας σβήνει καθώς έρχεται, ανγκιγιγιάνγκου,
μας σκεπάζει σαν κουβέρτα, ανγκιγιγιάνγκου,
Το Ανγιόνγκβα νυχτώνεται πέρα.

*Η Ημέρα της Αυστραλίας (Australia Day) γιορτάζεται κάθε χρόνο στις 26 Γενάρη, σε όλη την Αυστραλία, με διάφορες και πολυποίκιλες εκδηλώσεις. Είναι η μέρα που το 1788 αποβιβάστηκε στον κόλπο Botany, στο σημερινό Σίδνεϊ, η πρώτη ναυτική αποστολή των Άγγλων με κατάδικους και εκστρατευτικό στρατιωτικό σώμα. Οι ιθαγενείς όμως θεωρούν τη μέρα αυτή ως απαρχή της καταστροφής του πολιτισμού τους και της γενοκτονίας σε βάρος τους και τη “γιορτάζουν” σε όλη την Αυστραλία με διαδηλώσεις και ανάλογες εκδηλώσεις. Για να “τιμήσω” με τη σειρά μου τη μέρα αυτή, παρουσιάζω εδώ ελάχιστα αποσπάσματα ιθαγενικής ποίησης της Αυστραλίας, από το βιβλίο “Αυστραλέζικα Τραγούδια” στη σειρά “Τα κείμενα των λαών”, σε διεύθυνση, μετάφραση και επιμέλεια Σωκράτη Σκαρτσή, από τις εκδόσεις Καστανιώτη, 1989.

1398330693509.jpg-620x349

Έρμα Βασιλείου, Στον κάμπο της θάλασσας

IMG_2315

έχουμε από καιρό στεριώσει
σε αγέλες, κοπάδια κύματα
νερό να δώσουμε να πιουν
από το στέρνο μας
σφίξαν μέχρι τον πάτο
την ελευθερία του πέλαγου
φύκια, ταινίες μαύρες
σ’ ένα θλιβερό στακάτο
αναγραμματισμένοι τίτλοι διαφημίσεων,
πλέουν στα κύματα
πράγματα και θάματα
που δεν προφταίνουμε
η σημασία υπάρχει μα κρύβεται
επειδή έτσι το θέλαμε
το κρυφτό παιχνίδι
των κωδίκων

*Από τη συλλογή “Κρυπτογραφίες”, από την ειδική σειρά βιβλίων “Άμισθα Χρόνια”.

Elisabeth Hames-Brooks, Odysseus’s Wanderings

the_wandering_of_odysseus

voyage
of dangers
and hardship,
ten years of storm
and tempestuous sea
for Odysseus of Ithaca,
commander of the ship fleet
traveling homeward from Troy.
α ω drunkenness by the shore’s edge at Ciconian Ismarus in the flush of victory’s shout, scattered in surprise,
Libyan promontory’s ‘forgetfulness’ lotus fruit dashes the fresh water mission of patrol party of three,
barbarous giant shepherd of Cyclopes with eye in forehead devours the carcasses of six sailors raw
and Odysseus’s boast that it was he who blinded him led to god Poseidon’s vengeance pledge,
isle of Areolas gracious gift of bag of Winds prematurely opened and their goodwill spent,
in King Lamus’s cannibal land into the pot crews thrown, and the fleet one vessel left,
at Aeaea goddess Circe’s loveless enchantment of food drugged and mischief plots,
god Hermes’s gift moly, a white flower protection, and she bears him three sons,
survival journey to the ghosts of Hades for Teiresias’s prophesy of troubles,
forewarning of the Sirens’ enchantment songs, their bird feet and feathers
sitting in a meadow among the heaped bones of sailors drawn to death,
six sailors snatched to rock by dog-like six-headed Scylla’s whimper,
starving crew steal Sicilian cows and they roast beef for six days
and Zeus’s retribution thunderbolts in sudden westerly storm,
the only survivor of shipwreck, Odysseus drifts to Ogygia,
Calypso’s immortality and youth for five or seven year,
on Zeus’s orders a raft built supplied with victuals,
overboard, then lashed to floating mast and keel,
a disguised goddess seamew beak brings veil,
a protection from the fearsome huge wave,
at Drepane Phaeacian King’s hospitality
and his generosity provides fine ship
incurring Poseidon’s punishment,
arrival at home to discover one
hundred and twelve suitors
courting wife Penelope
thinking him sea lost,
sword battles won,
yet she had not
forgotten her
Odysseus.

LHB

*Homer’s epic poem Odyssey dealt with the story of Odysseus, king of Ithaca. His wife, Penelope, herself had survived the sea with the aid of a flock of purple-striped ducks who buoyed, fed and towed her to shore; impressed, her parents changed her name from Arnaea or Arnacia to Penelope meaning ‘duck’. When she was first asked to decide between her 112 suitors, she referred to a prophesy that Odysseus would return. Penelope outlived Odysseus and subsequently married Telegonus, Odysseus’s son by Circe, thus connecting the two branches of family.
(Information from Robert Graves The Greek Myths Book II The Folio Society 1996, first published 1955 by Penguin, reprinted with amendments 1957, London, pp.646-666).

Νίκος Α. Νομικός, Επί της ροής και της ανόδου

nomicospaint2

Είναι κάτι ώρες αλλόκοτες από τις άλλες
που σε προχωρούν στο εσωτερικό
ενός κόσμου ολόμακρου.
Είναι αυτές οι ώρες, που λιώνουν τα χιόνια
της μοναξιάς, κι απομακρύνονται οι σκληρές
αποστάσεις του χρόνου.
Είναι αυτές οι αμέτρητες ώρες που ψάχνεις
να βρεις, τα χρώματα του ηλιοτροπίου
για να δεις, σε ποιο απ’ αυτά συμπίπτουν
οι μελανιές στο αίμα σου.
Καλείς σε βοήθεια, και σου λέγει ο ιππότης
(de la vie spirituel) της πνευματικής ζωής
ευλογημένη φωταψία ν’ αγγαλιάζεις
που σβήνει αλλότρια τοπία σκοτεινά
κι ανάγλυφες εικόνες πατρικές, σου παρουσιάζει
στην οσία πέτρα του Ομήρου, της Χιώτισσάς μου
μάνας την αγάπη, στα μυρωμένα άνθια
της μαστίχας, με ανατολή στου ήλιου σου την πλώρη.

*Από τη συλλογή “Πορεία της βαθιάς πηγής”, 2010. Ο Νίκος Α. Νομικός είναι από τους πλέον εμβληματικούς ποιητές της ελληνικής παροικίας της Μελβούρνης. Όντας και ζωγράφος, το σχέδιο της ανάρτησης είναι σύνθεσή του.