Ειρηναίος Μαράκης, Τρία ποιήματα για ένα δημοψήφισμα

19171

Δημοψήφισμα

τα ηχεία στο τέρμα
τρίζουν τα τζάμια
θέλω να κοιμηθώ και δεν μπορώ
έξω από την πόρτα μου
γλέντι τρανό έστησαν
οι δημαγωγοί κι οι συκοφάντες
στη σχάρα ψήνουν τη ζωή μου
κι ύστερα σαν έδεσμα εκλεκτό
με χαμόγελο την προσφέρουν
κρασί πίνουν, μεθούν
απόψε μένουμε Ευρώπη
κλείνω τα μάτια, αλλάζω σταθμό
πιάνω τη Φραγκοσυριανή
κι οι συκοφάντες χάνονται
γυρίζω το βλέμμα, κάπου μακριά
ξεκίνησε να βρέχει

***

Κόκκινη νύχτα

απόψε θα μείνουμε γυμνοί
σε παλιό καθρέφτη μπροστά
κόκκινο το δειλινό
η νύχτα κόκκινη
στο πάτωμα μια γαλάζια σημαία
βρώμικη, κουρελιασμένη
ίδια με το φόρεμα που κάποτε
σ’ ένα ταξίδι σου χάρισα
σαν μια πατρίδα αγορασμένη
σε φθινοπωρινές εκπτώσεις
τα χέρια τρέμουν όπως σ’ αγγίζουν
γελάς, παλιά ταινία στην τηλεόραση
συνοδεύει τη νύχτα μας
όσο κι αν οι άλλοι θα μένουν στην Ευρώπη
άλλο τόσο εμείς θα αγαπιόμαστε
μέχρι το τέλος του κόσμου
μέχρι το τέλος του χρόνου

***

Το μεγάλο Ναι και το μεγάλο Όχι

αυτό το χώμα είναι δικό μας
όσο κι αν κοστίζει
σε ευρώ, γρόσια ή δραχμές
όπως πάντα φτωχοί θα ξυπνήσουμε
κι ας πλούσιοι κοιμηθήκαμε
με όνειρα τρελά κι απατηλές επιθυμίες
Δευτέρα, στα ΑΤΜ η Ελλάδα αναστενάζει
που πας; θα σου θυμίσω εγώ που μ’ είδες
σε απεργιακή πορεία ήταν, καλοκαίρι στην Αθήνα
τις μέρες που ερχόσουν σε σύγκρουση
με το κεφάλαιο και τις δυνάμεις καταστολής
έλα, η πιο μεγάλη ώρα είναι τώρα
το μεγάλο ναι η το μεγάλο όχι να επιλέξεις
αυτό που θα κρίνει τη ζωή σου

Δημήτρης Π. Κρανιώτης, Δελτίο καιρού

deltio

Τα κύματα στα γόνατα,
στο χέρι η ομπρέλα
κι η βάρκα μόνη στη στεριά,
ναυαγοί τόσοι λυγμοί
αγγίζουν την ανάσα
με άνισες θυσίες,
απρόσεκτα γέλια στα σύννεφα
ξεχνάνε σκαλοπάτια
και σβήνουν στο υπόγειο
(ποιος ξέρει αν θα βρέξει;)
δεν επιστρέφουν αλώβητες
πρωί οι προσδοκίες,
σαν γέρασαν απρόσμενα
χώμα, νερό και πέτρες
(ποιος στ’ όνειρο θ’ αντέξει;)

*Από το http://greekpoetics.blogspot.com.au/2015/07/blog-post.html

Ασημίνα Ξηρογιάννη, η γραφή

11707667_10153383096069618_1433041959073684687_n

Aποκηρύττεις τις πράξεις σου,
έφτασε η εποχή του απολογισμού.
Ναι,ηττήθηκες,παραδέξου το.
Κοιτάς πίσω και βλέπεις θρύψαλα.
Κοιτάς μπροστά και βλέπεις ρωγμές.
Το μέλλον έρχεται κι αυτό θλιμμένο.
Κι έχεις πια τη γνώση ότι μόνο μια πράξη
δεν θα σε προδώσει ποτέ: η γραφή.

Στρατής Φάβρος, ΟΧΙ Λοιπόν

11027929_10153359930402348_2469366673020705897_n

Αλίμονο οδηγείστε ευγενείς και πράοι στην αγαθή νύχτα *

Το μυστήριο της ζωής αποκαλύφθηκε, Η τρυφή σας εκθήλυνε,

όχι πως ήταν κακό να είσαι, να είμαι θηλυκό

Είναι που κουβαλάς μέσα σου πιότερο την αγάπη

Για την ειρήνη για το παιδί για το σπιτικό

Τη μικρή ανάσα μιαν ελπίδα για την αύριο

Είναι που μοιάζει η ειρήνη εντελώς αγαθή, η πόρνη

Που όλα τα δέχεστε για να μην ζήσετε πόλεμο

Τυφλά μάτια μετεωρίτες που φλέγονταν *

Ήπιατε Ήπιατε, κόκκινο διαμελισμένο θάνατο

Δεχτήκατε πλήγματα ανόσια

Κι η σιωπή πάλι δέρνει το φιλήσυχο βήμα σας

Φτάνει πια, Ήρθε η ώρα για πόλεμο

*Αναφορά σε στίχους του ποιήματος του Dylan Thomas “Do Not Go Gentle into That Good Night”
**Το ποίημα είναι ανέκδοτο και περιλαμβάνεται στη συλλογή “Δοκιμές”.

Orestes Alexakis (1931- 2015), Biography III

sleep+walker

More secrets are hidden in my existence
for example the buzzing of bees
the magnificent babbling of the waters
the glow of nocturnal insects
All these are my body and I feel them
like I feel my fingers and my lips
― but who is
this little humpbacked dwarf reading
in the locked basement of my soul
with a pale candle of waning memory
mysterious documents of previous owners?

*Translated from the Greek by Yannis Goumas
.

Άρης Αλεξάνδρου, Το χαμόγελό μου

11535859_10204228666179825_2781701473854677192_n

Εδώ που έχω καταφύγει

σωριάζονται μια-μια οι εποχές

βαριές σαν πέτρες.

Ορθός στη μέση της ζωής

τίποτα δε ζυγιάζω.

Ξέρξης κι Αθήνα δεν υπάρχουν πια.

Προδότης είμαι για τη Σπάρτη για τους είλωτες είμαι σπαρτιάτης.

Με το σπαθί χαράζω

στα στεγνωμένα χείλη

το χαμογελό μου.

Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, Το σκιάχτρο ή πώς φτάσαμε ώς εδώ

11703123_391337707732442_3115551560496777905_n

Είχαν βλαστήσει από καιρό

οι καλοήθεις όγκοι της ευτέλειας…

Μια ιχνηλασία άκαρπη

πάνω από τέλματα αχανή

υπαίθρια κηρύγματα

και φρούτα που τ’ ανάθρεψαν αυξητικές ορμόνες.

Τώρα, μας κυνηγούν οι μεσολαβητές 

με τα κρυμμένα μάγια στο μανίκι…

Για μια στιγμή κάνουν ότι μας συμπονούν

για μια μοναδική στιγμή

τη σωτηρία των σωμάτων διακηρύσσουν

μα η συνέχεια άγνωστη 

κι ανεξιχνίαστο προς το παρόν 

μένει το πεπρωμένο 

αφού ό,τι μετριέται 

πάντα φαίνεται λειψό

κι ό,τι ονοματίζεται 

ως απουσία υπάρχει…

Τι μου ζητήσατε να κάνω, αγαπητέ;

Να γράψουμε στον πίνακα ένα παράδειγμα;

Ας γράψουμε!

Να χρησιμοποιήσω και παραβολές;

Να αναφέρω και τις εξαιρέσεις;

Γράψτε λοιπόν:

“Δασύνεται η έρημος και οξύνεται το μίσος”

Παρακάτω:

”Χειμωνιάζει.

Να μη βασίζεστε σ’ αυτούς

μονάχα στη συγκίνηση.

Και με την οικειότητα λίγα τα πάρε – δώσε

ούτε στα ελαφρυντικά 

να προσμετράτε τις προθέσεις”.

Και, τέλος, να προσθέσετε κι αυτό:

“Αρκεί μια τόση δα παρέκκλιση

απ’ ό,τι λες προορισμό 

μια ασυναίσθητη, ούτως ειπείν, αφηρημάδα

και καταρρέει σαν τράπουλα 

το σκιάχτρο που προστάτευε 

τους κήπους και τα όνειρα.

Ναι, ναι

το σκιάχτρο, αγαπητοί…

Σκόρπια τα ρούχα

τα καπέλα, τα άχυρα 

μια συντριβή θριαμβευτική 

αριστοκράτη θυρωρού 

που έλαμπε σαν επαίτης…

Γεμίζει ο ουρανός μαύρα πουλιά

εκλείπει παντελώς η απειλή

χάνονται οριστικά και διά παντός

το φωτοστέφανο 

κι η αντανάκλασή του”.

*Ποίημα από ανέκδοτη ποιητική συλλογή που δημοσιεύτηκε στο λογοτεχνικό περιοδικό “ΤΑ ΠΟΙΗΤΙΚΑ”, Μάρτιος 2015, τεύχος 17. Το ποιημα και η φωτογραφία της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από τη σελίδα της ποιήτριας στο facebook.

Αργύρης Μαρνέρος, Δημοπρασία

a25

Τον άνθρωπο αυτόν
Αρίστης ράτσας όπως βλέπετε
Αγαπητοί
Βγάλαμε στο σφυρί
Κάντε ησυχία
Όπως τον βλέπετε γυμνόν
Ανήκει σε σας

Όποιος χτυπήσει την τιμή
Θά ‘ναι δικός του
Στο σφυρί το δέρμα του
Ακούω..

Κάποιος μίλησε
ναι..  μάλιστα..
Με το ένα
Με το δύο
Με …
Το παίρνει ο κύριος
Βυρσοδέψης στο επάγγελμα
Στο σφυρί το κρέας
Ησυχία ν’ ακούσω

Κάποιος μουρμουρίζει
Βλέπω κάποιο χέρι
Μάλιστα
Με το ένα

Με …
Στον κύριο
Κρεοπώλης στο επάγγελμα
Μας μένουν τα κόκαλα
Μια χαμηλή τιμή
Παρακαλώ
Να τελειώνουμε
Κάποιος μίλησε
Ένα χέρι
Κάποιος γαύγισε
Στον σκύλο παρακαλώ
Ανεπάγγελτος
Και τώρα μας μένει
Το κεφάλι
Παρακαλώ
Κανένα χέρι
Μα γιατί τόση αδιαφορία ;
Γιατί φεύγετε ;
Δεν είναι μεγάλη η τιμή
Ο τόπος ερήμωσε…

Το σφυρί χτυπάει τρεις φορές
Τοκ
Τοκ
Τοκ
Θα μείνει εδώ
Στο βάθρο επάνω
Η ερημιά χλευάζει
Τον αντίλαλο.

Georgia Trouli, Two poems / Γεωργία Τρούλη, Δύο ποιήματα

Γεωργία Τρούλη

AS AN ACCUSATION OR CATEGORY

Sometimes it looks as if a rock
Is chiselling the sea
The sea the fish
The amphibians the earth
Each fire the water
Sometimes
It looks as if love is chiselling
Romance
The foot: distance
Artificial life: death
Each miscarriage:
Childbirth
Sometimes it looks as if
Time is chiselling
Time
And only then
The model
Creating
Man
As an accusation or category
Then a vertical universe
Penetrates itself
In a globe
The circle suffocates
But it includes quadrangles
And a square
Three dimensions
And one in excess
And each dimension
A full stop
And each full stop
The tip of a nose
Which is a semicolon
And follows the beginning
Or dots
Of a previous
End
In the beginning it was a mark
But in the end
Nothing
And
Continuity

***

EXPANSION

All fish fell asleep
The same time
The same time
The same And ⎯ they all turned
Belly up
Floated
And formed a water surface
A solid walk
As if on gravel and rocks
Here a trout’s tummy
Here a whale’s belly
Here a shark’s
Peritoneal cavity
I walk and reach across the way
Here in the non-world
Spread the habitation
Of man
And
Impossibility
They never got to know thirst
The earth alone
Had water
On the mountain peaks
And this solid
In the sky’s
Eyes
And
Beyond

*Τα ποιήματα προέρχονται από τη συλλογή “ακρογωνιαία πορεία στο και”, εκδόσεις ΣΑΙΞΠΗΡΙΚόΝ, Θεσσαλονίκη 2012. Μετάφραση στην Αγγλική: Γιάννης Γκούμας.

Γιώργος Β. Μακρής, Απόσταση

1914-balla

Πνιγόντουσαν τα λόγια σπρώχνοντας
μια πέτρα στο στόμιο της πηγής τους
κι οι δαυλοφόροι μέσα στο προαύλιο
πρέπει να είχαν σβήσει τους δαυλούς τους
από φόβο
μήπως το φώς γίνει στο τέλος η αίτια…
Κι οι δαυλοφόροι ήτανε πάντα ανύπαρκτοί
Ούτε το προαύλιο ξέρουμε να υπάρχει.
Όμως υπήρχε φως και κάποιος φύσηξε τη φλόγα
Ίσως οι δαυλοφόροι που κοιμήθηκαν.
Είμαστε πάντα εκεί
που κρέμεται το κινητό σκοτάδι
εκεί που οι διαστάσεις πρέπει να συγχέονται
και αμφιβάλουμε αλήθεια αν είναι υπαρκτές.
Είμαστε πάντα εκεί
που ζουν οι αιώνιοι άνεμοι και οι θάλασσες οι φιλικές
ο αγώνας τους και μείς για να παρατηρούμε.
‘Έχουμε την απόλαυση του θεάματος
μιας κινητής σειράς μεταλλικών ραμφών
οπού αέναα τον άνεμο δολοφονούν
Κι αυτός πάντα προτάσσει εν’ άλλο στήθος.
Οι νυχτερινές θάλασσες φοράνε την πρωινή
Μάσκα της καλοσύνης..
Οι ημερήσιες θάλασσες φοράνε τη νυχτερινή
μάσκα της κακίας.
Και μείς στη γέφυρα του τρίτου ποταμού
που το πρωί στις όχτες του ξερνιούνται οι πνιγμένοι
δεν είδαμε ποτέ το πρόσωπό τους.
Ούτε και τα δικά μας πρόσωπα δεν ξέρουμε καλά
ούτε να τα μαντεύσουμε μπορούμε
όσο και αν σφίξουμε τα χέρια μας χωρίζει
τις επιφάνειες μιας ποσότητα ανέμου.
Οι δαυλοφόροι έπεσαν να κοιμηθούν γι αυτό το λόγο
Και μείς γυρίζουμε την πλάτη σε κάθε μια πνοή φωτός
ή και χαμογελάμε…
Και κάθε νύχτα ρίχνουμε μια πέτρα στο βυθό
και κάθε νύχτα τραγουδάμε μια κοπέλα
που πνίγηκε μέσα σ’ έναν καθρέφτη.
Κι όταν γεμίσει η θάλασσα από πέτρες
ή ο αέρας πήξει σ’ έναν ήχο
πάλι δεν θα υπάρξει αποτέλεσμα.
(1941)