Σπύρος Μεϊμάρης, Ο Χείμαρρος της Μουσικής

%CE%93%CE%9A%CE%99%CE%9F%CE%A5%CE%9B%CE%99%CE%92%CE%95%CE%A1+mirror+mask

Ο χείμαρρος της Μουσικής με συνεπήρε.
Έφυγαν άπαντα τα βάρη που με συνέθλιβαν.
Έμειναν ορισμένοι πόνοι να μου θυμίζουν
τα λάθη και την αρρώστια μου.

Και να σκεφτεί κανείς πως είμαι κάποιος
που λατρεύει την ανόθευτη και άδολη Χαρά.
Ένας που η ψυχούλα του πετάει ψηλά
στην πρώτη ευκαιρία που της δίνεται.

Ένας που ονειρεύεται διαρκώς
το Υπέρτατο, το Καθαρό, το Αμόλυντο.
Ένας που λατρεύει τα στιλπνά χρώματα της Φύσης,
τις θεϊκές μνήμες και τη θαλπωρή των αδελφών ψυχών.

*Από τη συλλογή “Ποιήματα 2009-2013”.

Georgia Trouli, The story of the turtle and the descent

twisted_lands_shadow_town_screenshot5

You ceased weeping in the basin of the eyelid index
It’s been long ago Don’t forget yourself
He grew scales so perfectly numbered in the joints of the outer body
They became a shell thanks to oxidation and lack of desalting
And you know ⎯ This is achieved only with homeopathic tears
It’s been long since the stellar system ⎯ Musically in the phrase dressing the grooves
Of night ⎯ became riddled with thoughts of a secondary decision
Well now, can I banish feeling with thought?
Can I fix it on the comet’s tail? For me to return like a second?
On a ruined planet?
Naught atmosphere
And again the joints relating movements to respite of sense
At irregular stepping
No reading can take place on pictures
At the wolf’s hour
Only bygone romantic claims
For a promise diagnosed by the growing of an adolescent leap
Contrabass the green leaves, they have covered the head longitudinally
Painted hideout
Dawn’s dumb greens don’t want inept trimming
Only eyes. They suffice
Unavoidable the door inviting to a dance of two semivowel pageants
Snails know how to weave every earth cavity

She
With scales of withdrawal is muffled from sameness to sameness and depicts
A turtle’s shell with a naked Achilles’ heel wearing a nylon stocking
She enters the jersey consumptions of words and thoughts
The silk moisture of amorous roofs
On the veranda
Seeing the precarious vertigo of the Other one ready
To come down holding on to her hair alone
Neck wrapped ⎯ She is anguished
Six floors below ground
In the green
Slowly, slowly. We’ll she’s a turtle
And under the protection of the wolf’s shield the moment
The comet wades across the spume that resembles
A cloud and won’t find a better place to test
The powers of endurance but in the locked joints of a chameleon surface
Which poses as a sound turtle and still like a soldier
A dewdrop’s green light
Bygone romantic prohibitions
A city opens above with all antennas full blast

And the looks waiting for the descent
An arrow is assiduously searching for a turtle’s heel in plastic offers
Of flowers and she becomes chamai-leön and the planet Orion
And marginal changes
And barefooted she walks
Homeopathically and only thus
She turned to salt
Earth alone
She leaves weeps
Walks
Without

*Το ποίημα προέρχεται από τη συλλογή “ακρογωνιαία πορεία στο και”, εκδόσεις ΣΑΙΞΠΗΡΙΚόΝ, Θεσσαλονίκη 2012. Μετάφραση στην Αγγλική: Γιάννης Γκούμας.

Μιχάλης Παπαντωνόπουλος, Srecko Kosovel, Ο «Σλοβένος Ρεμπώ

11221712_1458121527839459_5835068848950976662_n

Οι νεκροί θα σώσουν

την Ευρώπη.
O κάτωXροI

εσείς νεκροί, φρουροί της Ευρώπης.

Ω ψέματα, ψέματα, ψέματα.
Καταστρέψτε, καταστρέψτε, καταστρέψτε!

Εκατομμύρια άνθρωποι πεθαίνουν,

κι ακόμη: ψέματα, ψέματα η Ευρώπη, ψέματα.

Καταστρέψτε, καταστρέψτε, καταστρέψτε!

Για τον Κοσοβέλ, η ποιητική διαδικασία ακολουθεί σπειροειδείς ρυθμούς και κατευθύνσεις – με εξαίρεση ίσως τα κονστρουκτιβιστικά ποιήματά του, τα περίφημα «Κονς» (Στα ελληνικά εκδόσεις Βακχικόν). Μολονότι, στη συγκεκριμένη ενότητα, η κατεύθυνση της ποίησής του παραμένει εξπρεσιονιστική, τα ποιήματα καθαυτά αποκτούν τη μορφή κολάζ και μιαν αισθητική παρουσία εκούσια διαφορετική από τη συνήθη αντίληψη για το Ωραίο.

H μείξη στοιχείων απ’ όλα τα πρωτοποριακά λογοτεχνικά κινήματα που εμφανίστηκαν στην Ευρώπη, στις αρχές του 20ού αιώνα, συνιστά την ιδιόρρυθμη –και πιθανώς μοναδική στο είδος της– αβανγκάρντ ποίηση του Κοσοβέλ.

Ο αναγνώστης βρίσκεται μπροστά σ’ ένα έργο όπου η αίσθηση του «χαμένου κέντρου» είναι κυρίαρχη∙ σ’ ένα έργο προφητικό στη σύλληψη και εκφορά της τραγωδίας «άνθρωπος», που υψώνει τον καθρέφτη της συλλογικότητας για να κατοπτριστεί εντός του το Άτομο.

srecko_kosovel

Ο Σρέτσκο Κοσοβέλ γεννιέται στην πόλη Σέζανα της Σλοβενίας. Δημοσιεύει το πρώτο του ποίημα σε ηλικία 11 ετών. Σπουδάζει Ρωμανική και Σλαβική Φιλολογία. Συμμετέχει στη συντακτική ομάδα της φοιτητικής εφημερίδας Kres και τα επόμενα χρόνια προχωράει στην έκδοση της Novi Kres. Ιδρύει τα λογοτεχνικά περιοδικά Lepa Vida και Mladina, ενώ γίνεται συνεκδότης του προοδευτικού περιοδικού Vidovdan. Δημιουργεί επίσης τη λογοτεχνική Λέσχη «Ίβαν Τσάνκαρ». Τον χειμώνα του 1926 προσβάλλεται από μηνιγγίτιδα, μεταβαίνει στο πατρικό του για να αναρρώσει, αλλά τελικά πεθαίνει στις 26 Μαΐου. Τρεις μέρες αργότερα κηδεύεται στην παρουσία των Ιταλών «καραμπινιέρι» που παρευρίσκονται στη νεκρώσιμη ακολουθία για να καταστείλουν ενδεχόμενες αντιδράσεις των συντρόφων του ποιητή. Έναν χρόνο μετά τον θάνατό του εκδίδονται σε βιβλίο τα πρώιμα ποιήματά του. Το 1954 ξεκινάει η έκδοση των Απάντων που θα ολοκληρωθεί το 1977 σε τρεις τόμους.

*Από το http://www.vakxikon.gr

Ιωάννα Σκαντζέλη, Αναπολώ το χρυσό των αγρών

10386290_865893770113477_6089823644716945746_n

Αναπολώ το χρυσό των αγρών

Και το πράσινο της χαράς

Tη μυρωδιά μου

Το αλάτι των βράχων

Τρέφομαι με τα γδαρμένα μου γόνατα

Τη λάσπη των πύργων μου

Ανάμεσα σε γκρίζες φιγούρες

Παρατημένες μουτζούρες

Και λέξεις ακατανόητες

Το αίμα

Αρνείται να κυλήσει

Να ταΐσει τις φλέβες μου

Με κρυώνουν τ’ απολιθωμένα χνώτα

άρρωστων σκιών 

φωλιές στεγνές

και θραύσματα ανακατεμένα με κελύφη

Ακαμψία

Ξεγελάστηκα κι εκτινάχθηκα στο φως

Κι εκτέθηκα στο σκοτάδι του ανονείρευτου

*Από το “Χαμένο Σώμα”, ανέκδοτο.

Νίκος Καρούζος, Γράφοντας εκδικούμαστε τα πράγματα

11241622_10206309586272315_4772144358841025942_n

Μαύρη εκδίκηση … (κορνάρισμα στο γάμο του Καραγκιόζη).
Πενθήμονας αναπνέω πάλι καπνίζοντας.
Θα ‘λεγα όμως το σκοτάδι μεγάλο προνόμιο -: τη νύχτα
είν’ όλα ανοιχτά τα ερωτήματα.
Στην αλήθεια δεν υπάρχει ωράριο, δεν κατεβάζει
τα ρολά της,
δεν κλείνει τις Κυριακές ή τα Χριστούγεννα.
Χτες το θυμήθηκα πως οι λέξεις τα μαύρα μας αγγελούδια
(οι αμέτοχες στον έρωτα ιερόδουλες) λικνίζονται
σαν ασέβειες πάντοτε.
Γοερότητα μέσα μου της ανέπαφης σιγής και το στόμα μου
αγαλλόμενο βάραθρο που συντρίβομαι
πάνω σε στίχους αρμαθιές (τα νεφρά μου στο απόλυτο).
Θα ‘θελα δίχως φωνήεντα τους βραδιάτικους καημούς
να ρημάξω
τα χιλιόχρονα βάσανα. Ω βραχύβια
μύρα του έαρος εσείς των λέξεων όλων ακατάδεχτα …
Τι είν’ η τόση λογική; δεν είναι μια πετυχημένη
παραφροσύνη;
Στο κάθε πυροτέχνημα η νύχτα, νύχτα ξαναμένει
χαρίζοντας στα χέρια μου σπαραχτικό τσεκούρι της αγάπης
τα όνειρα : ξερόκλαδα στην ερημιά κ’ η θάλασσα
το άσυλο του τίποτα, σκυλί με μπλάβο αίσθημα
κουρελιασμένο.
Έχω καρδούλα νηστικιά βλογιοκομμένη ελπίδα
(πότε το ‘λεγα;)
σήμερα δεν το βρίσκω στην αθώα της μνήμης μου
βαρβαρότητα.
Μα όμως να την η γυναίκα η κατάφυτη
η λαμπισμένη από σπίθες στα παράκρημνα του έρωτα
οπού της άρεσε να βουλιάζει παντέρημη κι αμάχητη
σε κυματώδη νυχτικά σαν αερόστατα ουρλιάζοντας
«κάνε με δίχως γυρισμό στην κόλαση να φτερουγίσω».
Τ’ ακούω (κλαίει λυπηρά) το χαροπούλι
μα έχει στο θεό σας εντολοδόχους ο θάνατος;
Εμένα είναι το μυαλό μου γιαπωνέζικο.

*Ευχαριστίες στον ποιητή Βαγγέλη Ρουσσάκη, που έφερε το ποίημα αυτό στην επιφάνεια.

Μανώλης Μεσσήνης, Εδώ θα σταθώ

11701025_10206842120162492_8870059111981156984_n

Λιγόστεψε το φως,
χαμήλωσε ο ουρανός το πρόσωπό του,
κρεμάστηκε το φεγγάρι μεσίστιο
στον ιστό των ματιών μου
Στο στήθος μου κατοικεί ένα πουλί,
αλαφιασμένο, χωρίς φτερά και κράζει
Μοιάζω του Σίσυφου,
φορτωμένος μια πέτρα
να τη στηρίξω προσπαθώ στην κορυφή,
μα όλο κατρακυλά
Εδώ θα σταθώ,
σε τούτη την πέτρα,
στην πέτρα που με γέννησε
Αγωνιώντας για του ανθρώπου τις ρωγμές,
λουσμένος ιδρώτα, φορτωμένος μνήμες
Σηκώνοντας το βάρος της νυκτός
Εξουσιάζοντας τη θέληση κι ανάβοντας φωτιές
Εδώ θα σταθώ,
με το αγκάθι στο στήθος μου σφηνωμένο,
άγρυπνος μες στο σκότος που με περιβάλλει,
γυμνός από λάμψη – σαν φλόγα ασχημάτιστη,
όρθιος πάνω στον σταυρό,
καταρρίπτοντας με όνειρα τους εφιάλτες
Κι αν μέρα τη μέρα βαδίζω
σε λιμνασμένα νερά
και δρόμους φλογισμένους
Κι αν καίω το βλέμμα μου
σε αδιάβατες κορφές
Εδώ θα σταθώ,
ανάβοντας φωτιές σε πλατείες,
κτυπώντας καμπάνες
για να ξυπνήσουν του κόσμου οι γειτονιές Εδώ θα σταθώ,
μαστιγώνοντας τον φόβο
έξω απ’τις κατοικίες της σιωπής,
με τα μάτια στραμμένα στα βέλη που με σημαδεύουν
Εδώ θα σταθώ,
στην πέτρα που με γέννησε

*Το ποίημα του Μανώλη Μεσσήνη και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από τη σελίδα του ιδίου στο facebook.