Αλέξανδρος Μηλιορίδης, Δύο ποιήματα

11401389_10204207072359993_2143086124189055088_n

κόλαση

αόρατος τοίχος
κι ένα κομμάτι
κάρβουνο
και η Βαβέλ,
να του ανακατεύει
το μυαλό,
δάκρυα ραδιενεργά
και ζωγράφιζε
άγρια,
γραμμές σκληρές,
που έσταζαν αίμα
κι έκαιγαν
το ημίγυμνο κορμί του
και σκιτσάριζε
την κόλαση,
κοράκια
και άδειες κόγχες
και αυτή στο κέντρο,
να τον καλεί
ικετεύοντας·

***

άνοιξα το μυαλό

σκέψεις
μισοτελειωμένες,
σχεδόν βλοσυρές,
ανάρμοστες,
όνειρα απολιθωμένα,
και συναισθήματα χυλωμένα,
όλα,
τα τέλειωσα:
άνοιξα το μυαλό,
και πήδηξαν,
έφυγαν
και λίγο πιο κάτω
στην Τρίτη ανεμογεννήτρια,
Ρωμαίοι αρματηλάτες
παραμόνευαν,
και μ’ εντολές μου,
στα περιστρεφόμενα
πτερύγια
τα έσπρωξαν·
εξαίσια,
ήμουν και πάλι
ελεύθερος
και ο αστρικός ταχυδρόμος,
μου έφερνε νέα,
φρέσκα
και βέβηλα·

*Από τη συλλογή “Ποιητικές τρύπες στο σκοτάδι”, διαδικτυακή έκδοση, 2013.

Ελένη Βακαλό, δύο μικρά ποιητικά αποσπάσματα

581199_4005588460944_26760489_n

Τα ζώα της νέας γραφής
Τα υποθαλάσσια
Τα γήινα
Είναι τώρα τα κατοικίδια
της γλώσσας
Ω γυρίστε και αγγίξτε τα

***

Αυτό το ποίημα
Δεν είναι για να το διαβάσουν
Όσοι δε μ’ αγαπούνε
Ακόμη
Κι από κείνους
Που δε θα με ξέρουν
Αν δεν πιστεύουνε πως υπήρξα
Σαν
Και κείνους

Ντέμης Κωνσταντινίδης, Ποιήματα

siou

Α’
Ανταλλακτήριο

Γραφιάδες τούνελ
Λήθης διαβαίνουν
Ισχνές μόνο αράδες
Πίσω μένουν.
Μα κανείς, Θε μου!
Κανείς δεν πληρώνει
Το αντίτιμο.

***

Πώς είναι δυνατόν κάτι να κράτησες
Από τους γερανούς στο ακρολίμανο
Όπως σκυφτοί τ’ απομεσήμερο
Εξαϋλώνονταν στο φως;

***

Στην έρημο του ανύπαρχτου
Χάσκουν μακριές οι νύχτες
Τα καραβάνια δεν περνούν
Νεκρός σκορπιός ο χρόνος.

***

Αστέρια-νυστέρια
Λοξά χαρακώνουν
Το χάος.

Μισόκλειστο μάτι
Έρημη αμμουδιά-
Έρημος.

***

Ισόποσος αφαιρετέος;
Έχετε όρεξη γι’ αστεία!…
Unfollow προς τον εαυτό σου;

*Από την πρόσφατη συλλογή “Η ασφαλής ομήγυρη”, ηλεκτρονική έκδοση 2015.

Για την “Άννα” του Γιάννη Ζελιαναίου

11039408_10155209376410315_1580520227_n

Πάει καιρός που έλαβα την “Άννα” του Γιάννη Ζελιαναίου. Ξέρετε πως πάει, αν βλέπεις το βιβλίο ως κάτι ζωντανό, χαϊδεύεις τις διαστάσεις του, μυρίζεις προσεκτικά τα χαρτιά, κολλάς κανένα πεντάλεπτο στην προμετωπίδα, κι άλλα τέτοια γραφικά. Όταν ξεκίνησα να διαβάζω, δε σταμάτησα πουθενά. Διάβασα με ενδιαφέρον μέχρι και τον κολοφώνα. Δεν ξέρετε τι βάσανο είναι αυτό για έναν άνθρωπο που σπάνια δημιουργεί αυστηρή δομή στο διάβασμά του, που μπορεί να πετάει από στίχο σε στίχο και από σελίδα σε σελίδα χωρίς να σέβεται τον κόπο του συγγραφέα. Λοιπόν για αυτό εδώ το βιβλιαράκι, πρέπει να γράψω κάτι. Τι πέτρα έχω φάει; Πως μπορεί να υπάρχει ένα κείμενο που να πλησιάζει τόσο πολύ την εικόνα που έχεις για τον έρωτα, έτσι που διαβάζοντάς το να σου δημιουργείται η ψευδαίσθηση ότι αυτές οι σκέψεις ξεπηδάνε από το δικό σου κεφάλι;

Το βράδυ εκείνο ένιωθα πως είχα πυρετό. Πάλευα να το εξηγήσω λογικά. Τα κείμενά μας και οι εμπειρίες μας. Κάτι τέτοιο πρέπει να είναι. Ένας Έλληνας που τον πνίγει η Ελλάδα, ένας άνθρωπος που γράφει, κάποιο περίεργο καράβι τον βγάζει στην Κύπρο, όπου αισθάνεται απόλυτα ξένος και απόλυτα ντόπιος, δουλεύει dj πίνοντας σε μπαρ της Λευκωσίας, εκδίδει βιβλία. Πόσοι άνθρωποι πρέπει να υπάρχουν με αυτή την πορεία εκτός από μας; Θα μπορούσαμε να έχουμε βρεθεί χιλιάδες φορές, να έχουμε πει απίστευτες αλήθειες πάνω στη ζαλάδα μας την ώρα που σβήνει η τελευταία μπαλάντα κι έχουν μείνει δυο-τρεις τρεκλίζοντας από αγάπη ή απόγνωση. Κι όμως, μία φορά ήταν να βρεθούμε και εγώ έφυγα πέντε λεπτά νωρίτερα, ενώ αυτός άργησε πέντε λεπτά. Δεν είναι λογοτεχνικό καπρίτσιο αυτό που γράφω, έγινε έτσι. Πάλι όμως στραβοπατάνε οι σκέψεις μου, όλο ξεκινάω να πω για κείμενα και λέω για ανθρώπους.

zaketa

Όλη η συλλογή είναι ένα σπαρακτικό βίωμα του έρωτα, όχι απλό ημερολόγιο ενθουσιασμών και απογοητεύσεων, αλλά υπαρξιακή κατάθεση. Η Άννα είναι μία και μοναδική, και μαζί είναι όλες οι γυναίκες που αγαπήσαμε.
Είπα λοιπόν να γράψω κάτι για την Άννα. Δεν έγραψα τίποτε. Την ξανάβαλα στο ράφι της βιβλιοθήκης. Τι να γράψω; Ότι μου άρεσε το τάδε απόσπασμα; Αυτά είναι για άλλου τύπου συλλογές. Τελικά κάτι μήνες αργότερα, ξαναπερνώντας ανάμεσα από αυτές τις γραμμές, μου ήρθε να γράψω αυτό. Μπορεί να μην έχει καμία σχέση με την Άννα, μπορεί και να έχει.

*Αναδημοσίευση από το http://planitas.blogspot.com.au/2015/02/blog-post.html

Dylan Thomas, Κι ο θάνατος δεν θα ‘χει εξουσία

NOTOS

Κι ο θάνατος δεν θα ‘χει εξουσία.
Γυμνοί οι νεκροί στον άνεμο και το γερτό φεγγάρι
Με τον άνθρωπο θα σμίξουνֹ
‘Οταν γλυφτούν τα κόκκαλα τους
και τα γλυμμένα κόκκαλα χαθούν,
Θα ‘χουν αστέρια σε αγκώνα και ποδάριֹ
Αν και τρελοί, θα συνεφέρουν,
Αν θαλασσόπνιχτοι θ’ αναδυθούν,
Αν κι εραστές χαμένοι αυτοί, δεν θα χαθεί η αγάπηֹ
Κι ο θάνατος δεν θα ‘χει εξουσία. Κι ο θάνατος δεν θα ‘χει εξουσία.
Κάτω απ’ τις δίνες τις θαλάσσης
Χρόνια χωμένοι αυτοί, θάνατο ανεμόδαρτο δεν θα ‘βρουνֹ
Σε μέγκενη στριμμένοι, με τους τένοντες λυμένους,
Παιδεμένοι σε τροχό, δεν θα τσακίσουνֹ
Στα χέρια τους η πίστη θ’ ανοίξει
Και μονόκερα στοιχειά θα τους ξεσκίσουν,
Κουρελιασμένοι ολόκληροι, και δεν θα σπάσουνֹ
Κι ο θάνατος δεν θα ‘χει εξουσία. Κι ο θάνατος δεν θα ‘χει εξουσία.
Ας πάψουν πια να σκούζουν στ’ αυτιά τους οι γλάροι
Και στις ακτές τα κύματα να σκάζουν άγριαֹ
Λουλούδι όπου ξεμύτισε μην ξεμυτίσει πια
Να υψώσει το κεφάλι του στους χτύπους της βροχής.
Αν και τρελοί, αν και νεκροί σαν τ’ άψυχα καρφιά,
Κεφάλια σημαδιών αυτοί, χτυπούν με μαργαρίτεςֹ
Χτυπούν τον ήλιο, όσο που να ξεκαρφωθείֹ
Κι ο θάνατος δεν θα ‘χει πια εξουσία.

* Από το Dylan Thomas, ”Κι ο Θάνατος δεν θα ‘χει εξουσία”, Εκδ. Ελεύθερος Τύπος, μετάφραση: Γιώργος Μπλάνας)
Δημοσιεύτηκε στο Ποιείν στο http://www.poiein.gr/archives/1341/index.html

*** Εδώ δημοσιεύεται μια άλλη μετάφραση του ιδίου ποιήματος: https://tokoskino.wordpress.com/2014/10/17/dylan-thomas-%CE%BA%CE%B9-%CE%BF-%CE%B8%CE%AC%CE%BD%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%82-%CE%B4%CE%B5%CE%BD-%CE%B8%CE%AC%CF%87%CE%B5%CE%B9-%CF%80%CE%B9%CE%B1-%CE%B5%CE%BE%CE%BF%CF%85%CF%83%CE%AF%CE%B1/

Στέλλα Δούμου–Γραφάκου, Το φεγγάρι της Γιοκοχάμα

Artwork: Rozenn Le Gall

Artwork: Rozenn Le Gall

Κήπος ηλικιωμένος ψάχνει για νεράιδες με φορέματα από γάλα.
Χιονίζει μέλισσες και οι λωτοί ανασαίνουν παράξενα.
Είναι και μια γυναίκα, με ματωμένες κάλτσες στη Γιοκοχάμα
πουλά τα μάτια της στην εποχή της ειρήνης.
Μέχρι η νύχτα να την πατήσει
θα είναι Αύγουστος
και θα έχει γεννήσει έναν αιμοφιλικό βόα
που χωρίς πανικό θα πνίξει στον ασβέστη.
Κι αυτό γιατί, πορτραίτα ηρώων θα φεύγουν χωρίς σταματημό
για σαββατόβραδα που τα ‘καψε το φεγγάρι.
 
Και οι λωτοί ανασαίνουν παράξενα

*Από “Τα Βαλς Των Νικημένων” στο http://www.bibliotheque.gr/article/47783

Wallace Stevens, Στον βρυχώμενο άνεμο

red1

Τι συλλαβή ψάχνεις,
Φωνησιμότατε,
Στις αποστάσεις του ύπνου;
Πες την.

*Απόδοση: Γιώργος Χουλιάρας. Πηγές: http://www.24grammata.com/
Wallace Stevens, Δεκατρείς τρόποι να κοιτάς ένα κοτσύφι και άλλα ποιήματα. Adagia. Θραύσματα ποιητικής, εισαγ.-μτφ. Χάρης Βλαβιανός, Εκδόσεις Άγρα, Αθήνα 2007, σ. 61 & 63]
http://ebooks.edu.gr
e-poema.eu

Οσίπ Μαντελστάμ (О́сип Мандельшта́м), Άτιτλο

2

Σύγχρονος κανενός δεν ήμουνα ποτέ,
δεν μου εδόθη αυτή η χάρη
αντιπαθώ όσους τ’ όνομά μου φέρουν,
απλή συνωνυμία, δεν είμαι εγώ.
Βαριά έχει τα βλέφαρα ο άρχοντας αιώνας
και στόμα πήλινο λαμπρό,
όμως στο χέρι το ρικνό του γερασμένου γιού του
πεθαίνοντας θαρρώ πως θα προσπέσει.
Τ’ αρρωστημένα μάτια μου άνοιξα μαζί με τον αιώνα,
πελώρια μήλα νυσταγμένα,
όμως τα βροντερά πατάμια μου ιστόρησαν
την κρίση και τη δίκη του αιώνα.
Εκατό χρόνια πριν με τα λευκά προσκέφαλα
ένα κρεββάτι άσπριζε εκστρατείας
Παράξενα τεντώθηκε το πήλινο κορμί
ο αιώνας τελείωσε το πρώτο του μεθύσι.
Ανάμεσα στην πανανθρώπινη, που τρίζει την πορεία
πόσο ανάλαφρο κρεββάτι.
Μα τι να γίνει; Αν για να φτιάξουμε άλλο δεν μπορούμε,
ας ζήσουμε κατά τον τρόπο του αιώνα.
Ζεστό κρεββάτι μου, τροχόσπιτο ή σκηνή,
πεθαίνει ο αιώνας και μετά
δυο νυσταγμένα μήλα τα δυο μάτια μου
κι η φτερωτή τους φλόγα καίει βαθιά.

1924

Μνήμη Μανώλη Αναγνωστάκη (1925-2005)

Ἤτανε νέοι

Οἱ δρόμοι ἦταν σκοτεινοὶ καὶ λασπωμένοι
τὸ πιάτο στὸ τραπέζι λιγοστό,
τὸ φιλὶ στὸ κατώφλι ἦταν κλεφτὸ
καὶ ἔρωτες μέσα στὶς καρδοῦλες κλειδωμένοι
Ἤτανε νέοι ἤτανε νέοι, ἦταν παιδιὰ
καὶ ἔτυχε νά ῾ναι καὶ καλὴ σοδειὰ
Τὰ βράδια ξενυχτοῦσαν στὰ ὑπόγεια,
καὶ σβάρνα ὁλημερὶς στὶς γειτονιὲς
ἄχ! τὰ σοκάκια ἐκεῖνα κι οἱ γωνιὲς
σφιχτὰ ποὺ φυλάξαν τὰ τίμια λόγια
Ἤτανε νέοι ἤτανε νέοι, ἦταν παιδιὰ
καὶ ἔτυχε νά ῾ναι καὶ καλὴ σοδειὰ
Δὲν ξέρανε πατέρα, μάνα σπίτι, μάνα σπίτι
ἕναν δὲν δίναν γιὰ τὸ σήμερα παρᾶ
δὲ ρίχνανε δραχμὲς στὸν κουμπαρᾶ
δὲν κράταγαν μεζούρα καὶ διαβήτη
Ἤτανε νέοι ἤτανε νέοι, ἦταν παιδιὰ
καὶ ἔτυχε νά ῾ναι καὶ καλὴ σοδειά

Κι ἤθελε ἀκόμη…

Κι ἤθελε ἀκόμη πολὺ φῶς νὰ ξημερώσει. Ὅμως ἐγὼ
Δὲν παραδέχτηκα τὴν ἧττα. Ἔβλεπα τώρα
Πόσα κρυμμένα τιμαλφῆ ἔπρεπε νὰ σώσω
Πόσες φωλιὲς νεροῦ νὰ συντηρήσω μέσα στὶς φλόγες.
Μιλᾶτε, δείχνετε πληγὲς ἀλλόφρονες στοὺς δρόμους
Τὸν πανικὸ ποὺ στραγγαλίζει τὴν καρδιά σας σὰ σημαία
Καρφώσατε σ᾿ ἐξῶστες, μὲ σπουδὴ φορτώσατε τὸ ἐμπόρευμα
Ἡ πρόγνωσίς σας ἀσφαλής: Θὰ πέσει ἡ πόλις.
Ἐκεῖ, προσεχτικά, σὲ μιὰ γωνιά, μαζεύω μὲ τάξη,
Φράζω μὲ σύνεση τὸ τελευταῖο μου φυλάκιο
Κρεμῶ κομμένα χέρια στοὺς τοίχους, στολίζω
Μὲ τὰ κομμένα κρανία τὰ παράθυρα, πλέκω
Μὲ κομμένα μαλλιὰ τὸ δίχτυ μου καὶ περιμένω.
Ὄρθιος καὶ μόνος σὰν καὶ πρῶτα περιμένω.

Μιλῶ…

Μιλῶ γιὰ τὰ τελευταῖα σαλπίσματα τῶν νικημένων στρατιωτῶν
Γιὰ τὰ κουρέλια ἀπὸ τὰ γιορτινά μας φορέματα
Γιὰ τὰ παιδιά μας ποὺ πουλᾶν τσιγάρα στοὺς διαβάτες
Μιλῶ γιὰ τὰ λουλούδια ποὺ μαραθήκανε στοὺς τάφους καὶ τὰ σαπίζει ἡ βροχὴ
Γιὰ τὰ σπίτια ποὺ χάσκουνε δίχως παράθυρα σὰν κρανία ξεδοντιασμένα
Γιὰ τὰ κορίτσια ποὺ ζητιανεύουν δείχνοντας στὰ στήθια τὶς πληγές τους
Μιλῶ γιὰ τὶς ξυπόλυτες μάνες ποὺ σέρνονται στὰ χαλάσματα
Γιὰ τὶς φλεγόμενες πόλεις τὰ σωριασμένα κουφάρια σοὺς δρόμους
Τοὺς μαστρωποὺς ποιητὲς ποὺ τρέμουνε τὶς νύχτες στὰ κατώφλια
Μιλῶ γιὰ τὶς ἀτέλειωτες νύχτες ὅταν τὸ φῶς λιγοστεύει τὰ ξημερώματα
Γιὰ τὰ φορτωμένα καμιόνια καὶ τοὺς βηματισμοὺς στὶς ὑγρὲς πλάκες
Γιὰ τὰ προαύλια τῶν φυλακῶν καὶ γιὰ τὸ δάκρυ τῶν μελλοθανάτων.

Μὰ πιὸ πολὺ μιλῶ γιὰ τοὺς ψαράδες
Π᾿ ἀφήσανε τὰ δίχτυά τους καὶ πήρανε τὰ βήματά Του
Κι ὅταν Αὐτὸς κουράστηκε αὐτοὶ δὲν ξαποστάσαν
Κι ὅταν Αὐτὸς τοὺς πρόδωσε αὐτοὶ δὲν ἀρνηθῆκαν
Κι ὅταν Αὐτὸς δοξάστηκε αὐτοὶ στρέψαν τὰ μάτια
Κι οἱ σύντροφοί τους φτύνανε καὶ τοὺς σταυρῶναν
Κι αὐτοί, γαλήνιοι, τὸ δρόμο παίρνουνε π᾿ ἄκρη δὲν ἔχει
Χωρὶς τὸ βλέμμα τους νὰ σκοτεινιάσει ἢ νὰ λυγίσει

Ὄρθιοι καὶ μόνοι μὲς στὴ φοβερὴ ἐρημία τοῦ πλήθους.

Δημήτρης Ψαλλίδας, Αλεξέι

δημελλας-24γραμματα-PA074555

Πηγούνι στα γόνατα,
στα χέρια κρίνα,
μάτια βουτηγμένα
στην παλέτα της αυγής.

Δε γύρισες,
κι ας άκουσες
σερνόμενα τα βήματά μου.

-Τον σκότωσαν, είπα
-Ναι.
-Θα συνεχίσουμε;

Απέναντί μας,
άλλαζε η σκοπιά
και στο στρατόπεδο
όλοι ξάγρυπνοι.
Καθένας πενθούσε μοναχός
κι όλοι μαζί.
Ένα κλάμα βρέφους
καλημέριζε τη γειτονιά.

-Θα συνεχίσουμε. `

Alexei

Chin on knees,
lilies in hands,
eyes dipped into
the palette of dawn.

You didn’t come back,
although you heard
my steps crawling.

– They killed him, I said
– Yes.
– Are we still going on?

Opposite us,
guard changing
and in the camp
all awake.
Anyone was mourning alone
and all together.
A baby crying
was saying good morning
to the neighborhood.

-We’ll continue.

*Το ποίημα έχει δημοσιευτεί εδώ: http://www.pandiera.gr/%CE%AD%CE%BD%CE%B1-%CF%80%CE%BF%CE%AF%CE%B7%CE%BC%CE%B1-%CE%B3%CE%B9%CE%B1-%CF%84%CE%BF%CE%BD-%CE%B1%CE%BB%CE%B5%CE%BE%CE%AD%CE%B9-%CE%BC%CE%BF%CE%B6%CE%B3%CE%BA%CE%BF%CE%B2%CF%8C%CE%B9 καθώς και στο ιστολόγιο του ποιητή εδώ: http://penapsalidixarti.wordpress.com/2015/05/

**Αγγλική μετάφραση: Δημήτρης Τρωαδίτης