Αντώνης Στασινόπουλος, Τρία ποιήματα

9617ef914a538d62267ec01cf54694a9_XL

Σ’ αυτό το δρόμο δίπλα απ’ το ίδρυμα υγείας
βρίσκεται το κτίριο που κάθε μέρα δίνουν
δικαιοσύνη
Σκαλοπάτια πολλά, αίθουσες πολλές
άνθρωποι πολλοί πηγαινοέρχονται.
Εκεί ο άνθρωπος δικαιώνεται
του δίνουν όσο δίκαιο πήγε, για να προσθέσει
κι αυτός να μεγαλώσει η δικαιοσύνη
Όταν τελειώνει ο χρόνος που δίνουν
δικαιοσύνη, κλείνουν τις πόρτες καλά,
μήπως, αγανακτήσει και φύγει
Σ’ αυτό το κτίριο περιμένει η δικαιοσύνη
του ζουρλομανδύα.

***

Ω! διάολε πώς μου ήρθε στο νου εκείνη
η ξεχειλισμένη αλογόμυγα της προεδρικής
φοράδας, που την έκανε και τσίναγε
σε ξεχυλωμένο αερόστατο, σε
υπερατλαντικό ταξίδι.
Τελευταία είχε ξεράσει στην πυκνή
χαίτη της, εξαιτίας ενός φταρνίσματος
ασταμάτητου, για την ενότητα των αλόγων
η φοράδα συνεχίζει και φταρνίζεται
κατά καιρούς για να επιστήσει
την προσοχή για τους κινδύνους
έξω από το στάβλο.
Όταν το φεγγάρι έχει χαθεί τρέχει
και συναντά τις άλλες φοράδες.
Και τότε φταρνίζονται όλες μαζί
για την ενότητα των αλόγων
και την καταπολέμηση των αλογόμυγων.

***

Ένα κουστούμι, μιά γραβάτα
Κάποιος μέσα στο κουστούμι και στη γραβάτα
Ενας Κύριος!
Το χιόνι είναι άσπρο
Η γιαούρτι είναι άσπρη
Το κουστούμι, η γραβάτα, ο Κύριος
Τον Κύριο! Ω! Κύριε! Μα τι λέτε;
Το γάλα είναι άσπρο
απο γάλα βγαίνει η γιαούρτι,
που είναι άσπρη, που βγήκαν απ’την αγελάδα,
για να γιαουρτώσουν τον
Κύριο Μέγα έργο της Φύσης.

*Από την πρώτη συλλογή του ποιητή “Εκπέμπουμε στους αναρίθμητους σκλάβους ανά δευτερόλεπτο”.

Αλέξης Αντωνόπουλος, Casa Delle Bambole

file_25_71

Πριν από δύο ημέρες
ταξίδεψα
σ’ ένα παλιό παιχνιδάδικο της Ρώμης.

Ξεφτισμένα χαμογελαστά πρόσωπα
Απογυμνωμένες κούκλες
Αποκομμένα μέλη σώματος
Αποκαμωμένη, η ιδιοκτήτρια, να μαζεύει όλη της τη δύναμη
για να με πείσει ότι μου χαμογελάει.

Η αγωνία με την οποία οι καταστηματάρχες έσπευδαν
το άγχος τους να μην καθυστερήσουν…
Πόσο καιρό είχε να μπει πελάτης εκεί μέσα;

Ερωτεύτηκα τούτο το ξεχασμένο κατάστημα.
Φωτογράφισα τα παιχνίδια.
Δίχως να το καταλάβω
έπλαθα ιστορίες για το κάθε ένα ξεχωριστά.
Έπεισα τον εαυτό μου, φεύγοντας,
πως θα γράψω ένα παραμύθι για τούτα τα παιχνίδια.

Μα μόνο τον εαυτό μου καταφέρνω πάντα να ξεγελάσω.
Κανείς δε νοιάζεται για ιστορίες ξεχασμένων ηρώων.

Όσοι είδαν τις φωτογραφίες μου
ένιωσαν απέχθεια για τα παραμορφωμένα πλάσματα.
Κάποιοι, μέχρι και φόβο.
Κι εγώ, που ετοιμαζόμουν να τους πω πως
θέλω να δουλέψω εκεί,
έκοβα γρήγορα τη φωνή μου
και απλά χαμογελούσα.
Γιατί πήρα τις αντιδράσεις τους τόσο κατάκαρδα;
Ειλικρινά
ακόμα δεν ξέρω.

Όμως κάθε φορά
έγραφα μονάχα
τέσσερις λέξεις
μια απέραντη ντροπή.

Έχω βαρεθεί να χαμογελάω.

*Από το βιβλίο “Εδώ”, Εκδόσεις Πασιφάη, 2015, σελ. 40-41. Για περισσότερα ποιήματα του Αλέξη Αντωνόπουλου, μπορείτε να επισκεφτείτε το site του ιδίου στη διεύθυνση http://www.alexantonopoulos.com

Νίκος Βαρδάκας, Τέσσερα τρίστιχα

Artwork: Jackson Pollock

Artwork: Jackson Pollock

Χαρά

Πολλή η θλίψη, και λίγη
η χαρά του ανθρώπου.
Όταν αιώνια κοιμηθεί.

Γιορτή

Νιώθω πως μου λείπει
η γιορτή. Αυτή που καλεσμένοι
είναι όλοι οι νεκροί.

Έρωτας

Ακούω το τραγούδι του
αηδονιού στο δέντρο.
Έρωτας είναι η φωνή του.

Μυστικό

Η ομίχλη ανυπόφορα κρύβει
ένα μυστικό. Το φως του ήλιου
απ’ τα μάτια μου.

*Από τη συλλογή “Μέχρι τη λύτρωση”, αυτοέκδοση e-book, Θεσσαονίκη, Ιούλιος 2015.

Φιλάρετος Στεφανάκης, Άρνηση.

1193029797

Μπροστά μου ορθώνεται ένα τείχος

γεμάτο με συνθήματα σε μαύρο

ενός φυγόκεντρου κόσμου

αδιάλλακτου αποπροσανατολισμού,

σαν αδικοχαμένη καρδερίνα,

μιας ελπίδας που στάθηκε

στα σημεία των καιρών.

Οι σκάλες τσακίσαν τα όνειρά μου

γιατί ‘χαν σαθρά σκαλοπάτια,

μια αλάδωτη,κακοκουρδισμένη μηχανή

που παράγει ανείπωτο μίσος

και μαρσάρει με μένος
να φτάσει πρώτη στο τέλμα.

Δίπλα υπάρχει μια παιδική χαρά

μια σάπια τραμπάλα

χωρίς φωνές των αγγέλων.

Οι κούνιες λικνίζονται

με τον καυτό αέρα της ολοκλήρωσης,

σαν αλλοτινό εκρεμμές

μιας σπουδαίας αποκάλυψης.

Βαρίδια βαραίνουν τον φόρτο

άλλης μιας μέρας που χάθηκε

στο αέναο συλλογισμό της νύχτας.

Έτσι ασύδωτα στριφογυρίζει στο μυαλό μου

ότι η ελπίδα κάπου στο βάθος

καλά κρυμμένη

τρώει με χρυσά κουτάλια.

Αργύρης Χιόνης, Ποιήματα

xionis%2520cover-1_high


Ο Τζουτζές

              

«Κάνε με να κλάψω» είπε ο βασιλιάς

«κάνε με να κλάψω» είπε και γέλαγε.

«Χάθηκε η μάχη, κάνε με να κλάψω»,

χάθηκε ο διάδοχος» είπε και γέλαγε.

«Ο εχθρός μου νίκησε, κάνε με να κλάψω,

χάνεται η χώρα μου» είπε και γέλαγε.

«Δύναμη στο κλάμα» είπε ο τζουτζές

«δεν έχω καμιά»» είπε και γέλαγε.

«Των δακρύων την τέχνη δεν μου τη διδάξανε,

δεν μου τη ζητήσανε» είπε και γέλαγε.

«Με διαταγή σου, έγινα χαρούμενος,

Ξέμαθα στον πόνο» είπε και γέλαγε.

«Τώρα, πώς θα κλάψω;» είπε ο τζουτζές.

«Τώρα, πώς θα κλάψω;» είπε ο βασιλιάς.

«Τώρα, πώς θα κλάψω;» είπε και γέλαγε.

*Από την ενότητα «Προσωπεία»

*

Αν ο Πενθέας

λεγόταν Νηπενθέας,

ίσως να ‘χε γλιτώσει

τη σφαγή.

*

τω αγνώστω ποιητή

Πέρασε τη ζωή του,

Γράφοντας ποιήματα

Με τη γομολάστιχα.

*Από την ενότητα «Ιδεογράμματα Β΄»

*Από το βιβλίο «Ό,τι περιγράφω με περιγράφει» – ποίηση δωματίου», εκδ. Γαβριηλίδης 2010.

Emília Cerqueira, Στο ανάστροφο του κόσμου!

11781667_10204437280035041_4173285722501702039_n

En el reverso del mundo!
Mi baile es el reverso de tu tango,
Abrazo sin posesivo abarcar …
Camino por la margen de esa vía solo
de vueltas y vueltas

Στο ανάστροφο του κόσμου!
Χορός μου είναι το αντίστροφο του τανγκό σας,
Αγκαλιές χωρίς ιδιοκτησία
Περπατώντας στο περιθώριό του
με ανατροπές και στροφές

Antonio Machado, Cantares

Γαλλία 1900 (Ανώνυμος φωτογράφος)

Γαλλία 1900 (Ανώνυμος φωτογράφος)

Caminante no hay camino

Caminante, son tus huellas

el camino y nada mαs.

Antonio Machado
(26 Ιουλίου 1875-22 Φεβρουαρίου 1939)


_________________________________
Όλα περνούν κι όλα μένουν,

αλλά δικό μας είναι το να περνάμε

να περνάμε κάνοντας δρόμους,

δρόμους πάνω στη θάλασσα.

Ποτέ δεν κυνήγησα τη δόξα,

ούτε ν’ αφήσω στη μνήμη

των ανθρώπων το τραγούδι μου.

Εγώ αγαπώ τους ανεπαίσθητους κόσμους,

τους αβαρείς και αβρούς,

σαν σαπουνόφουσκες.

…Διαβάτη, τα ίχνη σου είναι

μόνο ο δρόμος και τίποτε άλλο

Διαβάτη δεν υπάρχει δρόμος,

ο δρόμος γίνεται βαδίζοντας…

Βαδίζοντας γίνεται ο δρόμος

και γυρίζοντας το βλέμμα πίσω

φαίνεται το μονοπάτι

που ποτέ δε θα ξαναπατήσεις

Διαβάτη δεν υπάρχει δρόμος

μόνο απόνερα στη θάλασσα.

Διαβάτη δεν υπάρχει δρόμος

γίνεται δρόμος βαδίζοντας.”

*Μετάφραση: Ρήγας Καππάτος.
https://el.wikipedia.org/wiki/
Από τη σελίδα της Αλεξάνδρας Νικητοπούλου στο facebook.

Georgia Trouli, The love bandage

fences

When I used to tell you that too much education
Functions distortional in a look
You relied on
The nail cutting the ring finger
And said
Now that I’m burning skin ⎯ skin the plastic
Ineluctable recollection
Why do you want to know
About the love bandage
About my formidable ruin?
Toss about
And don’t forget
To let your nose peep out
On top of the page
Is it called sublime intellect?
Is it called outcry?
This is education
Funeral share-out
My dear girl
And only a few
Were saved
From the sarcoma
Of knowledge
Of form
And love
The hydrocephalous baby is asleep
Between
Our legs
We feign leisure
We pretend
Being committed

*Aπό τη συλλογή “Aκρογωνιαία πορεία στο και”, εκδόσεις ΣΑΙΞΠΗΡΙΚόΝ, Θεσσαλονίκη 2012. Μετάφραση στην Αγγλική: Γιάννης Γκούμας.

tumblr_mace0ymuUd1qz4d4bo1_500_large

Στην έρημο του ανύπαρχτου
Χάσκουν μακριές οι νύχτες
Τα καραβάνια δεν περνούν
Νεκρός σκορπιός ο χρόνος.

***

Κι όλο χτυπά ο Πτα
Στ’ αμόνι
Φλόγες-πτηνόμορφα γλυπτά
Τη σκόνη…

***

Στα όρη που κροτάλιζαν
Τα οπλοπολυβόλα
Τώρα αφειδώς μοιράζεται
Γαμήλια φόλα…

***

Του κήπου μου όλα τα λουλούδια
Ατακτοποίητα…
Του κήπου μου η παρθένα γη
Μεγαλουργεί!
Θρέφοντας δίχως εξαιρέσεις.

***

Άλλη μια νύχτα, δες την, πέταξε!
Και δώστου φεύγει…
Για την ψευτιά μισοχαμογελά
Το χάραμα.

***

Στις καφετέριες…
Γκαρσόνες-ιέρειες
Κι αναμμένες οθόνες
Δήθεν ξορκίζουν μοναξιές.

***

Ίδια τοπία απελπισίας
Σε κάθε συναναστροφή:
Κινήσεις, εκφράσεις, θεατρινισμοί
Πληθυντικοί ευγενείας…

*Από τη συλλογή “Η ασφαλής ομήγυρη”.

Βύρων Λεοντάρης: Όχι σαν τα πουλιά [VI]

πένθιμες κωδωνοκρουσίες των νομισμάτων

“- Άλλαξε ο άνθρωπος” – πώς θες να μην αλλάξει,
πώς θες να μείνει ο ίδιος
όπως όταν τον άφησες για να λύσεις το δικό σου αίνιγμα – 
          ποιο αίνιγμα;
όπως όταν ξεστόμισες: “αν έχει ο κόσμος βάσανα, κι εγώ
          έχω τα δικά μου” – ποια δικά σου; – 
Σκύβοντας πάνω απ’ τις “δικές σου” τις πληγές, 
πάνω από τη “δική σου άβυσσο”
τον άφησες να περιμένει έξω απ’ τις κλεισμένες πόρτες
των ταμείων και των νοσοκομείων, 
με ιστορίες κοριτσιών πλεγμένες σε μακριές κι ασάλευτες
          σειρές,
σαν τη σταχτιά κοτσίδα της άρρωστης πνιγμένη στη βουή 
          του πυρετού. 

Μισός σκόνη και μισός δάκρυα – πώς θες να μην αλλάξει
σκαμπανεβάζοντας στις σκάλες των δικαστηρίων.
Μισός λάσπη και μισός κραυγή
μες στο ληνό δυο παγκοσμίων πολέμων. 

Κάτω απ’ τις πένθιμες κωδωνοκρουσίες των νομισμάτων,
που τον παζάρεψαν, τον μέτρησαν, τον σκότωσαν,
πώς θες να μείνει ο ίδιος; Πώς να μην είναι τώρα
ο άνθρωπος ένας ξένος,
ο άνθρωπος, απ’ όπου και να τον κοιτάξεις,
ένα πρόσωπο στραμμένο αλλού;

Τράβηξε το στιλέτο της σιωπής που ‘χεις καρφώσει στο
          πλευρό του,
μίλησε με το αίμα του,
περπάτησε με την κραυγή του – και θα δεις
για ποια ομορφιά είν’ αυτός πλασμένος
και ποια αξημέρωτη ευτυχία είναι η καρδιά του.

*Από την συλλογή “Ορθοστασία” (1957)
**Το πήραμε από εδώ: http://mhnymal.blogspot.gr/2015/07/blog-post.html