Γιώργος Αναγνώστου, Σαν Χαϊκού – Σαν Φρανσίσκο

sunset-san-francisco_www-dvc-hu-golden_gate_sunset11

1. Sun Frisco

λόφοι ομίχλης
πλυντήριο πόλεως
ήλιος πρίζα

2. San Francisco Sun

χρυσώς γέφυρας
δοκοί, πύλη δοκεί
άγιο ήλιο

3. Σαν το TranceΑμέρικα*

τσάι να τάουν
οι δράκοι ανθίζουν α!
δες σκιά πυραμίδος

4. San Francisco – Bay Bridge Bridge

καλωδιακά χα-
μόγελα, σιδεράκια
ορθοδοντικά


*Από τη συλλογή “Λόγοι Χ Αμερικής”, Διαδικτυακή έκδοση Ενδυμίων (σελ. 20).

Γιάννης Τόλιας, Χαϊκού

cebcceaccebaceb7cf82-ceb8ceb5cebfcf86cf85cebbceb1cebacf84cf8ccf80cebfcf85cebbcebfcf82

Άνθος χαϊκού
άπειρη ευγλωττία
του ελαχίστου.

Στάλες στη στέγη

μού χτυπά η φωνή σου

Τη φιλοξενώ.

Απλώνω δίχτυα

φεγγαρόφωτα φύλλα

στο πανέρι μου.

Σελίδα κύμα

γεμίζει ναυάγια

τους φάρους σβήνεις.

Λείπεις τις νύχτες
τόσα χρόνια ονείρων
σε περιμένω.

Των βημάτων σου
ο βραδινός επαίτης
ερημωμένος.

Σπύρος Μαρούλης, Ξεκινώ ένα ποίημα

11822319_934384789951242_8257747012718427240_n

Ξεκινώ ένα ποίημα

Με φυλλοβόλο ρυθμό

Αχνό σαν ζύμη…

Ο καθρέφτης

σίγουρα Ποτέ 

δεν αποδίδει τη ψυχή.

Η σιωπή είναι η τελειότερη 

Συμφωνία

Ράνταλ Τζάρελ, Η αίθουσα αναμονής του Ακτινολογικού Τμήματος στο Νοσοκομείο

11221719_864528270300499_1724136932987052409_n

Φορώ τα φαρδιά μου παπούτσια
και τις ζαρωμένες μου κάλτσες

και μία από τις σιέλ, χιλιοπλυμένες ρόμπες ασθενών

που οι άντρες και οι γυναίκες αυτής της χώρας φορούν.

Λείπουν σε όλους τα εσώρουχα

και οι παλιές ημέρες. Αυτές οι καινούργιες, άχαρες,

μεσαίες

ημέρες πόνου και φροντίδας, αυτή η καθημερινή 

μιζέρια μάς έχει κατατάξει σε περιπτώσεις, μια περίπτωση

που ο ένας γιατρός θεραπεύει για πάντα… Το πρόσωπο.

Οι ασθενείς έχουν συνηθισμένες ελπίδες χωρίς ελπίδα

για κάτι απ’ έξω απ’ το μηχάνημα – η σύζυγός του,

ο σύζυγός του – να εισέλθει με ορμή και να το ζωοποιήσει.

Αλλά, όταν η πόρτα ανοίξει, είναι άλλη μία ρόμπα 

ασθενούς.

Μας κοιτά, την κοιτάμε. Το μικρό κοπάδι μας

από γαλαζοντυμένους ασθενείς, σε μιαν απογυμνωμένη 

ισότητα,

ποθώντας για κάθε νοσοκόμα και γιατρό που περνούν

υγιείς και ντυμένοι, να κάνουν φίλους με, ξεδιαλέγοντας,
το ΕΓΩ

που συνήθιζε να είναι, όμως είμαστε ίδιοι

και απαράλλακτοι.

Είναι καλύτερα να ξαπλώσω πάνω στο ακτινολογικό 

τραπέζι,

σκιαγραφικό στη σπονδυλική μου στήλη. Ο ακτινολόγος

με συστήνει σ’ έναν ευγενικό άνθρωπο, έναν ειδικό

στις σπονδυλικές στήλες όπως η δική μου:

τα φώτα σβήνουν, με περιστρέφει.

Η μυελογραφία μου είναι αρνητική. Αυτό μ’ ενθουσιάζει,

ο ευχάριστος ειδικός με συγχαίρει,

και βγάζω τη ρόμπα μου με χαρά, φορώ
τις δικές μου πιτζάμες, το δικό μου νυχτικό,

και επιστρέφω πίσω στο δωμάτιό μου, το 601.

*Μετάφραση: Γιάννης Αντιόχου. Από το “Η Θηριώδης Μούσα”, Εκδόσεις Μικρή Άρκτος (2008).

Εδουάρδο Χ. Βερχέρ, Αισθηματικό ποίημα

10350450_10154178903110644_1918143771367595445_n

Κανείς δεν ξέρει,
Πως μαζί μου μεγαλώνει το φθινόπωρο,
πως, όταν λέω “εμείς”
Κάτι πεθαίνει στη σιωπή,πίσω από κάθε λέξη,
Πως η φωνή, που σε ονομάζει, με παγώνει./

Η συντροφιά μου, μερικές φορές,
Τίποτε περισσότερο, από αέρινα, αόρατα χέρια.
Μαλλιά λυτά, μ΄ ένα ψίθυρο βροχής,
Ή η απέραντη απογοήτευση των μελαγχολικών κήπων.

Δεν υπάρχει κάτι που να μην κρυώνει.
Τί θα γίνει μ’ εμάς;
Μαδημένη ενθύμηση,
Αργή, δίχως τύψεις μιας πονεμένης ψυχής,
Θά ‘σαι σε άλλα χείλη, ένα άλλο χαμένο ρόδο.

Κάθε φορά λιγότερο δική μου,
Και πάντα μια εξουθενωμένη γυναίκα, ποτέ πια.
Εκείνη, που μου άνοιξε την πληγή του τραγουδιού.
Εκείνο που μένει, τόσο μόνο δίχως εσένα: το ασήμαντό μου εγώ.

*Μετάφραση απ΄τα Ισπανικά: Μόσχος Ε.Λαγκουβάρδος. Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Γραφή”, τεύχος 64, Άνοιξη 2008.

Νεκταρία Μαραγιάννη, Ανελλιπώς

Wassily Kandinsky, Black and violet

Wassily Kandinsky, Black and violet

Συνεπής για τους υπολοίπους,
καθώς πρέπει προς τους υπολοίπους∙

επιβαλλόμενα πρότυπα
από μία άκρως
– άτυπα –
τυποποιημένη
κινούμενα εκφραστική κοινωνία
της αναισθησίας,
μαραίνοντας τα θέλω
και τα νιώθω
απέναντι στα υποκείμενα,
που εξ’ αμβλώσεως
μετατράπηκαν
σε προσκυνητές
του μαραθώνιου δείκτη

Νέττα

Γιώργης Παυλόπουλος, Στης Κίρκης

%CE%97+%CF%83%CF%80%CE%B7%CE%BB%CE%B9%CE%AC+%CF%84%CE%B7%CF%82+%CE%9A%CE%B1%CE%BB%CF%85%CF%88%CF%8E%CF%82

Πλάγιαζα στο σκοτάδι και την περίμενα

ακούγοντας ν’ ανεβαίνει τη σκάλα

μέσ’ στη δροσιά του σπιτιού

σαν ψίθυρος από φιλιά κι ανάσες.

Γύρευα τότε να ξεφύγω

μα η ομορφιά της στάλαζε στα κόκαλά μου

νύχτες που μελετούσα το κενό

πηγαίνοντας από την ηδονή στον Άδη.

Και τα λαγόνια της να φέγγουνε στον ύπνο μου

ματόκλαδα και χείλια που τάσκιζε ο πόθος μου

κι ο γυρισμός στον ύπνο μου μονάχα

λίγος καπνός από μακριά

λουλούδια κι ένα δροσερό σταμνί.

Και το καράβι μου στον κήπο της

δεμένο κι άγρυπνο

σαν ένα μεγάλο μαύρο σκυλί

μου θύμιζε κάποτε τους σύντροφους που χάθηκαν

ή τις παράξενες αφορμές της αγάπης.


*Από το “Το κατώγι”. Εδώ από το http://www.poein.gr

Ιωάννα Διαμαντοπούλου, Η άστεγη μέρα, ποίηση, εκδόσεις Μελάνι 2014

631l

Τον τελευταίο καιρό εκδίδονται πολλές ποιητικές συλλογές και από αυτές, ψάχνουμε να βρούμε ορισμένες, που έχουν κάτι να μας πουν. Μια τέτοια περίπτωση είναι και η ποιητική συλλογή της Ιωάννας Διαμαντοπούλου «Η Άστεγη μέρα», που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις «Μελάνι».

Πρόκειται για μια ποίηση κατανοητή, άλλοτε κοινωνική, άλλοτε ερωτική και άλλοτε υπαρξιακή, μα πάντα με μια θλίψη και μια απογοήτευση για την επανάσταση, που «δεν θα γίνει ούτε σήμερα», που «ανατέθηκε αλλού», που μας υποσχέθηκαν ότι θα την κάνουν άλλοι για λογαριασμό μας και τους εμπιστευθήκαμε για να ανακαλύψουμε ότι μας εξαπάτησαν.

Όμως, παρά τη θλίψη και την μελαγχολία η ελπίδα παραμένει και η Ιωάννα Διαμαντοπούλου μας προτρέπει λέγοντας: «Να μη φοβάσαι. / Ακόμη κι αν είσαι το τελευταίο μοναχικό δέντρο στο λιβάδι», υπενθυμίζοντάς μας τον ηρωικό μηδενισμό του Καζαντζάκη και του Καβάφη.

Την ποιήτρια φαίνεται να την τρομάζει η αποξένωση και η βαρβαρότητα της σύγχρονης κοινωνίας και πολύ εύστοχα γράφει: «Είναι κακόφημη η αλήθεια / κι έχει ένα σκληρό πρόσωπο. / Όταν θέλει να κάνει το τοπίο βάρβαρο, / βάζει ανθρώπους να το κατοικήσουν».

Ο έρωτας για την Ιωάννα Διαμαντοπούλου θέλει προσοχή, έτσι ώστε να μη καταντήσει εγωιστικός και να μη φτάσει να διαπιστώσει πικρά ότι: «Δεν αγαπώ πια. / Ο τελευταίος που αγάπησα πνίγηκε σε κατακλυσμούς αγάπης».

Όλα όσα περιγράψαμε πιο πάνω καλύπτουν περίπου τις μισές σελίδες της συλλογής, γιατί προχωρώντας, δυστυχώς, διαπιστώνουμε ότι τα ποιήματα γίνονται πιο μεγάλα και δυσνόητα. Χάνεται η λιτότητα του στίχου και η άμεση επαφή με τον αναγνώστη.

Κλείνοντας, θα λέγαμε ότι η Ιωάννα Διαμαντοπούλου είναι μια ποιήτρια με ταλέντο, που σίγουρα μπορεί να μας δώσει πολύ περισσότερα.

Θεοχάρης Παπαδόπουλος

*Από το http://www.vakxikon.gr

**H Ιωάννα Διαμαντοπούλου γεννήθηκε το 1960 στην Αθήνα. Σπούδασε Μαθηματικά στο Πανεπιστήμιο Πατρών  και εργάζεται ως μαθηματικός στην Γερμανία. Είναι παντρεμένη και μητέρα δύο παιδιών. 
Στα φοιτητικά της χρόνια είχε εκδοθεί η  ποιητική συλλογή της  “Παραμύθι στερνό  και παράλογο για απογευματινές ώρες”, εκδόσεις “Ελεύθερος Τύπος¨. 
Ποιήματά της έχουν δημοσιευθεί κατά καιρούς σε πολλά λογοτεχνικά περιοδικά.

***Ένα ποίημά της από την παρούσα συλλογή έχει δημοσιευτεί εδώ: https://tokoskino.wordpress.com/2014/09/24/%CE%B9%CF%89%CE%AC%CE%BD%CE%BD%CE%B1-%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%BC%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%BF%CF%80%CE%BF%CF%8D%CE%BB%CE%BF%CF%85-%CE%B7-%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%B5%CE%B3%CE%B7-%CE%BC%CE%AD%CF%81%CE%B1-%CE%B5/

Το τομάρι

11745609_1076012199093838_3486462375992040726_n

Την πρώτη φορά παντρεύτηκα τη μάνα μου
—πήγαν το σκυλί μου στα χασίλια,
μούχε πει,
και πάει

Έπειτα λιαζόταν στην αγορά
της Δήλου το κορμί της πονοΰσε τα μάτια των αντρών
καί πάνω στην τρελή τους τη χαρά
τις σάλπιγγές της έλαμψε
στα τείχη της πόλης

μαύρη δίψα πλάνταξε τ’ αστέρια
κι ένα κομμάτι τους
άνθισε στή σάρκα της

Τή δεύτερη φορά
πήρα τήν αδελφή μου
τα πέλματά της σήκωναν το βάρος του ανθρώπου
κι ήταν όλα κατακόκκινα
στο φέγγος της σαβάνας
στον ύπνο της λιονταρίνας

Την τρίτη την φορά
πήρα την κόρη μου
Ερχόμαστε από μακριά, μου είπε,
παίζαμε πριν γεννηθώ

Τότε ήταν πού με κάλεσε ο μάντης
και μοΰδειξε το δέρας,
είναι για τις γιορτές,
είπε,
φόρα το

χάρηκα για την αναβάθμιση
της ύπαρξής μου
στ’ ασπράδι των ματιών μου
μοχθούσε ήδη
του σκουληκιού
η άθωότητα

*Από τη συλλογή “Λόγια θανάτου και αγάπης”, Εκδόσεις Ένεκεν, 2015.

Γιάννης Σκαρίμπας, Ἡ ἄγνωστη

11825547_10206138769161083_8776856134578951372_n

Κι ἦταν ὡραῖα ὡς πέρασε ἄκρη τοῦ δρόμου ἐκεῖ,

μ’ ἄγνωστο πάτημα ποδιοῦ καὶ τρυφερὸ μυστήριο,

στὸ πεζοδρόμι κρούοντας ὡραία ἐρημική,

τῶν τακουνιῶν της τὸ γοργὸ κι ἐρωτικὸ ἐμβατήριο.

Στάθκα στητός, τὴ μουσικὴ γροικώντας τοῦ ἀλαφροῦ

κυματισμοῦ τῶν ρούχων της – κι ἐντός μου ὅ,τι εἶχε σπάσει

κι ἦταν τραχύ, στῆς φούστας της τὸ εὐγενικὸ φρού-φρού,

χρυσὸς νὰ γίνετ’ ἔνιωθα καρπὸς πόχει ὠριμάσει!

Ἔφυγε αὐτή… Ποιὸς ξέρει ποὺ – σὲ ποιὰ σιγή ἐρημιᾶς –

νοσταλγικὴ τὸ βῆμα της τ’ ἄγνωστο πάει νὰ δώσει,

κι ἦταν αὐτὴ – τὸ νιώθω ναὶ – ποῦ ἂν ἤθελε, μὲ μιᾶς,

τὸν βάρβαρό μου ἑαυτὸ γλυκὰ θἄχε ἡμερώσει.

Τώρα; Τώρα στοὺς πρώτους μου ἔμεινα ἐδῶ ὀδυρμούς,

Πάνας τοῦ δρόμου ἐρωτικὸς – ἡ φύση ὡς μ’ ἔχει κάμει –

κι εἶμαι λές, σὰν – ποιὸς ξέρει ποιοὺς – νὰ ξέχασα δρυμοὺς

κειὸ τὸ λιανὸ – μὲ τρεῖς ὀπὲς – ποὺ σφύραγα καλάμι…