Tζούλια Φορτούνη, Ποιήματα από το “δήγμα γραφής”

exof_Fortouni-947x1425

το λευκό των προθέσεων

η αυτοχειρία δεν είναι πράξη
δεν σου χαρίζεται
στα πόδια σου χαμογελάει
το ωμέγα
των ξεκούρδιστων ωρολογίων
είσαι το απροστάτευτο πιόνι
αφού κάποτε ο χρόνος
λιώνει
αφού κάποτε
η ζωή εδώ τελειώνει
[…]
μπορεί τα χέρια
μπορεί το προνόμιο της αφής
τα μάτια όμως αγγίζουν
τα μάτια όμως δραπετεύουν

κάποτε, σ’ ένα άλλο εδώ

θα ’ρθει η στιγμή που η αγάπη
δεν θα μας χρειάζεται
στους γκρεμούς

ενδημική
θα αποξηραίνεται
νοσταλγικό τραγούδι

θ’ αναβλασταίνει έπειτα
δεν θα ’χει ανάγκη
θα ξυλεύεται παράνομα
θα εκπορνεύεται
κοκκινομάγουλη
με λόγια πρόστυχα

κάποτε όλα χάνονται
η αγάπη δεν μας χρειάζεται πια

όμως εγώ σε θέλω εδώ
να σκουπίζεις τα αίματα
να με παρηγορείς
να μ’ αγαπάς για όσα
εξ αιτίας της θα μου στερήσεις

δήγμα γραφής

έφτασα
πρόλαβα
είδα
τις λέξεις
το δηλητήριο

κανείς δεν ήταν εκεί


άγνοια

θα κατανοήσουμε
θα είναι αργά
θα έχουν λιώσει οι παγετώνες
και τα χωράφια
τα αμπέλια
φίδια θα τρώνε

δεν θα ’χουν αξία τα χρήματα
μόνο τα μάτια για όσους δεν έχουν χάσει
το λευκό των προθέσεων

οι μέρες πάντα
κάτι σφαγιάζουν

το αίμα του
μας μεθά
εν αγνοία μας

όνειρο θερινής ημέρας

θα βγάλω τις πόρτες
θα μπαινοβγαίνει η γάτα
θα κάθεται στο περβάζι
εσύ θα κρεμάς το παλτό σου
θ’ ακούς ειδήσεις και σμυρναίικα

εγώ
στους κάκτους της αυλής

μια θερινή μέρα
που ποτέ δεν θα ζήσουμε

διότι πάντα
το τεθωρακισμένο
έξω από το σπίτι

θα σαρώνει

*”δήγμα γραφής”, εκδόσεις Μανδραγόρας, 2015.

Lucifugo, a diavolo in corpo, Νεκρόπολις

3803209276

I

Εκεί έξω
Στους βοερούς δρόμους της πόλης
Στα λεωφορεία και στα υπόγεια τρένα της
Στα διαμερίσματα και στα γραφεία της
Στους χώρους δουλειάς και στον ελεύθερο χρόνο της
Στις πλατείες και στους πεζοδρόμους της
Στο φως και στο φωταγωγημένο σκοτάδι της
Στη θορυβώδη σιωπή και στη σιωπηλή απόγνωσή της
Παντού ο ίδιος αδιαπέραστος ίσκιος
Πλανάται και απαντάται
Ανθρωπόμορφος και πολυσύχναστος
Ο μουγκός σφυγμός στις φλέβες του
Πάλλεται ζωηρός
Με τους καθημερινούς ανθρώπινους μόχθους

II

Ολημερίς κι αποβραδίς
Στην κοιλάδα του θανάτου σπέρνουμε
Για να θερίζουμε με τα χέρια μας
Τα ίδια τα σώματά μας
Γέμισαν κάλους τα χέρια μας
Και το μυαλό μας ρόζιασε ολάκερο
Η μέση μας τσάκισε στα δυο απ’ τη δουλειά
Για να εγγυόμαστε εμείς οι ίδιοι
Πως δε θα βιωθούν τα σώματά μας
Ποτέ ζωντανά

III

Ένας ίσκιος χωρίς σώμα αληθινό
Μας δόθηκε για να ζούμε
Κι ένας κόπος αλλότριος
Και μια προκοπή αλλότρια
Μας σφηνώθηκε
Σα νταβανόπροκα στο κεφάλι
Να μοχθούμε
Να κοπιάζουμε περήφανοι
Και μ’ υψωμένο τ’ ανάστημα!
Ενώσω σερνόμαστε κατάχαμα
Ασώματοι και ημιθανείς
Στην κοιλάδα του θανάτου
Στον ίσκιο του θανάτου μεγαλώσαμε
Και γίναμε τα μονάκριβα παιδιά του

IV

Τίποτα εδώ δε στεριώνει,
Δε ριζώνει, δεν ανθίζει
Όλα μαραίνονται κι αργοσβήνουν
Μέσα στις πλήθιες γλώσσες της Σκιάς που
Πρωί βράδυ μάς γλύφουν κατάσαρκα

V

Στις ανηφοριές και τις κατηφοριές
Αυτής εδώ της αλλότριας ζωής
Έχουμε ένα αόρατο σχοινί
Στο λαιμό μας περασμένο
Που μας τραβάει μπροστά,
Πάντα μπροστά!
Και δε μας επιτρέπει
Να βλέπουμε τι συμβαίνει
Μέσα κι όξω μας
Απλά κοιτάζουμε αποσβολωμένοι
Από την κεκτημένη ταχύτητα
Τα τοπία γρήγορα ν’ αλλάζουν
Ερήμην μας

VI

Και δε βλέπουμε τίποτε
Δεν εννοούμε τίποτε
Παρά ένα αδιαφοροποίητο γκρίζο
Μια άλλη απόχρωση της ζοφερής Σκιάς
Που μας έχει βάλει στο στομάχι της

VII

Σ’ αυτόν εδώ τον ανήλιαγο
Κόσμο των Σκιών
Τα φιλιά που δίνουμε και παίρνουμε
Τα χάδια που ανταλλάσσουν
Τα σώματά μας
Μαραίνονται ακαριαία
Και πέφτουν νεκρά
Στα πόδια μας
Για να ποδοπατηθούν βιαστικά
Στους δρόμους της Νεκρούπολης
Σαν ξεραμένα γαρίφαλα
Απάνω σ’ ένα νεκρώσιμο στεφάνι
Που βιαίως ξεριζώθηκαν
Απ’ το ζωτικό τους κλωνάρι
Τα σώματά μας στον ήλιο
Δασκαλεύτηκαν να ραγίζουν
Και στα νεύματα των περαστικών ανέμων
Τα πέταλά τους να σκορπίζουν

VIII

Εκεί έξω
Μοναδική συνάφεια
Στην Πόλη των Νεκρών
Που την κατοικούμε
Και την πληθαίνουμε
Το προμήνυμα της Σκιάς
Και το ριζικό του Θανάτου
Μας βαστούν απ’ το χέρι
Σαν αφοσιωμένοι κηδεμόνες
Και μας πηγαίνουν
Και μας φέρνουν
Όλους μαζί
Κι όλους χώρια
Στις κατακόμβες

*Από τα “Τέσσερα Ποιήματα για την ξένη και φορτική ζωή μας”.

Voltairine De Cleyre, Ζερμινάλ*

voltairine-de-cleyres-quotes-5

Η τελευταία λέξη του Αντζιολίλο
Ζερμινάλ! Το πεδίο του Άρεως οργώνεται,
σκληρό το ατσάλι που σκίζει τη γη, καυτή η ανάσα
των μεγάλων βοδιών που τραβούν υποκύπτοντας
στη βουκέντρα αυτού που τα οδηγεί στο χωράφι του Θανάτου.
Ζερμινάλ! Δράκου δόντια τώρα σπέρνονται, λευκός και τραχύς ο σπόρος που
πετάει ο φυτευτής, όμως δεν πρόκειται να δρέψει γρήγορα τη σοδειά του· πατάει
πάνω στις γρόνες του Θανάτου και δεν προσέχει.
Ζερμινάλ! Λουλούδια τώρα ανθίζουν
μακριά στο πεδίο του Άρεως σε πλουμιστές σειρές·
με άγριες πολεμικές ιαχές, τώρα η γη θάλλει κι αντηχεί.
Στον τάιρο του ο φυτευτής κοιμάται, και χαμογελάει.

Λονδίνο, Οκτώβριος 1897

*Η νουβέλα του Εμίλ Ζολά “Germinal” (1885) επηρέασε τους αναρχικούς του 19ου αιώνα. Ο Μικέλε Αντζιολίλο ήταν ένας νεαρός Ιταλός αναρχικός που αποδοκιμάζοντας την πρακτική της ισπανικής κυβέρνησης που φυλάκιζε και βασάνιζε τους πολιτικούς της αντιπάλους χωρίς δίκη, πυροβόλησε και σκότωσε τον πρωθυπουργό της Ισπανίας τον Αύγουστο του 1897·
Η λέξη Germinal προέρχεται από τη λέξη germ: βλαστός: ανοιξιάτικος μήνας του γαλλικού επαναστατικού ημερολογίου.

Dada – 7 ελληνικά τραγούδια

blog-obedience


ΓΙΑ ΜΑΣ ΚΕΛΑΪΔΟΥΝ ΤΑ ΠΟΥΛΙΑ

Εμείς, τα κελαηδίσματα των πουλιών
έτσι, πολύχρωμα, έτσι
Εμείς δροσιά κι επιρροή
Sweet Magic
αμύγδαλο κρυφό.

Εμείς, τα κελαηδίσματα των πουλιών.

ΘΑ ΣΕ ΠΑΡΩ ΝΑ ΦΥΓΟΥΜΕ

Μπορείτε να πάτε να ψάξετε
στις άλλες περιοχές του φυτού
Όποιος ξέρει
Κανείς δεν ξέρει.

έρευνα
μόνο
Πάρτε απορριμματοφόρο!

ΤΑ ΜΑΤΟΚΛΑΔΑ ΣΟΥ ΛΑΜΠΟΥΝ

Κεφάλι
ρολόι
Πεδίο λουλουδιών.
Τα βλέφαρα είναι
Αγάπησα την εγγραφή.

(Καρδιά και λογισμικό μου
έχουν καταστραφεί…)

Τα μάτια σου, τον αδελφό σου
Crazy
κτύπος της καρδιάς.

ΒΑΡΚΑ ΣΤΟ ΓΙΑΛΟ

Το σκάφος στην παραλία (δύο φορές)
δοχείο του ρυθμού υακίνθων
και το Βασίλειο

59 πενήντα πέντε
δράση
και φιλιά
Ω, γλυκιά μου αγάπη


ΑΡΝΑΚΙ ΑΣΠΡΟ ΚΑΙ ΠΑΧΥ

Πρόβατο
και
πάχους
και
λευκό
Μητέρα απόψυξης
Και έτσι-
Γρασίδι και τρέλα.

Σ’ ΑΓΑΠΩ ΓΙΑΤΙ ΕΙΣΑΙ ΩΡΑΙΑ

-Ι-
Σ ’αγαπώ γιατί είσαι όμορφη
Σ ’αγαπώ, σας αγαπώ όλους πέρα από τον κόσμο

εκκίνηση

Κλείστε αυτό το παράθυρο
Μετατρέψτε τις φωτογραφίες σας
Μπορείτε να δείτε το μαχαίρι;

-ΙΙ-
Καθαριότητα
Πράγματι,
Σ ’αγαπώ
Η αγάπη
Μπορεί.

Με εκτίμηση

Το μυαλό σου
Φωτογραφίες.
Μαχαίρι.

ΓΑΡΥΦΑΛΛΟ ΣΤΟ ΑΦΤΙ

Σκελίδες αυτιών
ως προς τις δεξιότητες,

Άδειες τσέπες έχει
η γεμάτη καρδιά μου

Τρέχα
να πιάσεις το αυτί
Γαρύφαλλο
μεταξωτό των διακοπών

Σφίξιμο σε στήθος δόνησης
χορδές.

ΠΩΣ ΓΡΑΦΟΥΜΕ ΕΝΑ ΝΤΑΝΤΑΪΣΤΙΚΟ ΠΟΙΗΜΑ
(στην Εποχή του Google)

Παίρνουμε μερικούς στίχους πασίγνωστους. Ο Σεφέρης ή ο Ελύτης προσφέρονται, του λόγου μου προτιμώ το “μου χαρίσαν λουλουδάκια σε δυο κόκκινα γλαστράκια…” αλλά περί ορέξεως κολοκυθόπιττα.
Το λοιπόν:
Τους περνάμε σε μια μηχανή μετάφρασης, το Google translation φέρ’ ειπείν. Μεταφράζουμε από τα ελληνικά στα σουαχίλι, από σουαχίλι σε ισλανδικά, από ισλανδικά σε ταμίλ, ίγκμπο, γιορούμπα, τουρκικά, ιταλικά, τελούγκου, χμερ, γερμανικά, αλβανικά, ζουλού κ.ο.κ.
Αν θέμε, κόβουμε κιόλας το στίχο σε δύο ημιστίχια, κατά προτίμησιν (εγώ) όταν επεξεργαζόμεθα τα ιαπωνικά είτε τα ταγκουτζαρατικά.
Χρήσιμο κουμπί η αυτόματη αναγνώριση γλώσσας (μεταξύ μας αυτό).
Άλλο χρήσιμο κουμπί (αυτό, για προχωρημένους) το “Κάντε κλικ για επεξεργασία και προβολή εναλλακτικών μεταφράσεων”, ιδίως σε γλώσσες που δεν γνωρίζουμε.
Τέλος, από τα περσικά ή τα ουρντού μεταφράζουμε πάλι στα ελληνικά* – κι’ έτοιμο το ποίημα.

(*) καλό είναι κάθε τόσο να επαναλαμβάνεται αυτή η ενέργεια, κάτι καλό μπορεί να έχει προκύψει στο μεταξύ.

Υ.Γ.: Πάντως, συμβουλή: Μην το παρακάνετε, 5-6 γλώσσες αρκούν.

12032075_937715259635345_5321831406846026343_n

Αργυρώ Φραγκή, Πέντε ποιήματα

10808012_1025353577490393_1996914197_n

Ανθρωπολογία

Τι διαφορά έχει
το αλήτικο χαμομήλι
η άγρια παπαρούνα
το ξερό χαμόκλαδο
όλα αυτά στα βάζα
από τα εκθέματα στα μουσεία
από τους πίνακες
με τα κυπαρίσσια
από κεριά που λιώνουν
σε μανουάλια
Αν θες πες
από άδεια μελίσσια
από άδεια θρανία στο σχόλασμα
υπονοούν το τέλος
μα εγώ ζω ακόμα
Άπειροι πρόσκαιροι θάνατοι
ξεβράστε τα νερά στις παραλίες
και τραβήξτε τα νερά
μέσα πάλι
αφήστε την άμμο
τη νεκρή πέτρα
αιώνιους μάρτυρες
Αφήστε έναν άνθρωπο μάρτυρα
κι αυτός θα ομολογήσει
πόσο όμορφοι ήταν
μέσα στα μωβ τους
Ήταν όμορφα τα σύννεφα
Αφήστε τον μόνο μάρτυρα
Δείξτε του έλεος
κι αυτός θα μαρτυρήσει
Αφήστε έναν άνθρωπο μάρτυρα `

***

Η υπόσχεση

Αυτό που με τραβάει
στον έρωτα και στο θάνατο
είναι αυτό που σε κάνει
να μελετάς το τραύμα
Το αγριεμένο πλήθος
σε μια στιγμή ησυχίας
κοιτά τα κουφάρια σφαγμένων
από σφαγή τιμωρίας
Η κυρία θεολογία θέλει
να γράψεις χίλιες φορές
«Κύριε ελέησόν με»
Η κυρία ζωολογία θέλει
να κρεμαστείς σα σε σφαγείο
στη βιτρίνα ενός χασάπικου
και η μύγα να ρουφάει το αίμα
Κυρίες καλές
αιμοδιψείς και αιμοσταγείς
σαν άνθρωποι
Αυτό που με τραβάει
στον έρωτα και στο θάνατο
είναι η ελπίδα η δικιά σου
που την κρατώ στα χέρια
και την πνίγω `

***

Άνοιξη

Αν κοιτάξεις στην καρδιά σου
πράγμα που δεν γίνεται
θα δεις βομβαρδισμένα τοπία
είναι σαν να βλέπεις τα κοσμήματα
αρχαίων γυναικών στα εκθέματα
των μουσείων
Κι αν κάτι βλασταίνει
ανάμεσα στις πέτρες
είναι η άγνοια
είναι η απειρία
είναι η θέληση και
η αθωότητα
που ξημερώθηκε
«και καθώς έφευγαν οι μέρες
οι νύχτες απλώς χάθηκαν»
γιατί ό,τι αρχίζει
βραδιάζεται
αυτό που μένει
είναι τα κτερίσματα
στους τάφους
τα ίχνη από τα τείχη
και οι περικνημίδες
των όμορφων στρατιωτών
οι κνήμες οι κώμες
τα όμορφα σπίτια
χάθηκαν σε κάποια
αρχαία μάχη
τόσο παλιά όσο και σημερινή
μέχρι η θηλυκού
γένους ποίηση να σφυρίξει τη λήξη
κάθε ανθρώπινης φιλοδοξίας
και τα βουνά γίνουν νταμάρια
και οι θάλασσες αποστραγγιστούν
θα σας εξοντώσω `

***

Κονσέρβα «ο παράδεισος»

Συμπύκνωση της μνήμης
σε ένα σημείο της στίξης της ζωής
Παράλογα ψάρια μέσα στη λίμνη
γελούν αρρωστημένα με το χάλι μου
Γέφυρες από το τίποτα στο κάτι
ποτάμια από τα βουνά στη θάλασσα
Παράλογοι πύργοι από τη γη στον ουρανό
Χρώματα γαλάζια και πράσινα
μιας σαραντοποδαρούσας
Συμπύκνωση της ζωής
ζωικής φυτικής σε κονσέρβα
με όλες τις γεύσεις
Ένας παράδεισος σε μια κονσέρβα
Να ταΐσω τα παράλογα ψάρια
να τροφοδοτήσω τη θλίψη μου `

***

Αίθουσα αναμονής

Ένα άσυλο ανθρώπων
ανθρώπων σε καταστολή
υποστολή αισθήματος
μια τσιμεντένια πλατεία
δίχως σκιά και
τα παιδιά μουδιασμένα
έχουν παρατήσει
τα παιχνίδια τους
στον ήλιο
Ένας βάλτος
ένα μουσείο από
γαλάζια κύματα νεκρά
νεκρό τσουνάμι
Κάτι υπόγειο υπάρχει
στους υπονόμους
Αναρριχώμενες βοκαμβίλιες
σπάνε τα καπάκια
των αποχετεύσεων
Μέσα στο ποτήρι
ανακατεύεις μουδιασμένα
λίγο βύσσινο
ζάχαρη και νερό
χώμα και πάχνη
υποθαλάσσιος σφυγμός
Όταν έρθει το κατάλληλο
φως
τότε ο φωτογράφος
των ματιών μας
θα δικαιώσει
παγιδεύοντας το
τέλειο πλάνο
στον τρύπιο φακό
το τρυφερό φως
που βρίσκεται
μέσα μας
και ο προβολέας σκηνής
θα ανοίξει
και η ομορφιά αυτού
του κόσμου
θα ξεχυθεί
θα κατακλύσει
θα νικήσει αυτή
τη ζοφερή και
άρρωστη με απoφορά
νύχτα που απλώνεται
στις στέγες των
σπιτιών μας

*Από τη συλλογή “Κυκλική Διαδρομή”, Εκδόσεις “Φαρφουλάς”. Εδώ τα ποιήματα αναδημοσιεύονται από το Ποιείν στο http://www.poiein.gr/archives/28619/index.html

Ιωάννα Διαμαντοπούλου, απόσπασμα από ανέκδοτη δουλειά

IMG_8707

ΙΙΙ. Να σας πω μια Καλημέρα ήθελα!
Να διορθώσω το σύνθημα αμέσως μετά /η ζωή είναι αλλού/

Εγώ νομίζω πως η ζωή ήταν εδώ.
Κι έφυγε νύχτα.

Να είμαι συνεπής προσπαθώ και ευπροσάρμοστη.
Να διατηρούμαι καθαρή αλλάζοντας ρούχα και συνθήματα.
Με τρόπο σώφρονα να αγγίζω.
Στην συμπόνια εξασκούμενη αδιάκοπα
Με τρόπο κόσμιο.
Να γίνω απόκοσμη.
Αφοπλίζοντας τους κακούς
ποιος θα πολεμήσει το κακό όμως;

Εγώ ακόμα λύκος δεν έγινα.
Ως εκ τούτου μηδέν κοπάδι.
Καμμιά υπακοή στον αρχηγό. Νυστάζω τα βράδια
και δεν βγαίνω για την λεία μου.
Γιατί λύκος ακόμα δεν έγινα.

Γι’ αυτό αν κάποιος με χτυπήσει φιλικά στον ώμο
θα αποκριθώ στρέφοντας το κεφάλι
ξεπέφτοντας σε μια σκυλίσια ευαισθησία.

Ειρηναίος Μαράκης, Sarabande

Ἂς βασιλεύῃ μόνη ἡ ἀγάπη, καὶ δὲν θὰ ὑπάρχῃ ἀνάγκη στρατοῦ ἢ φυλακῶν.
Ἅγιος Σιλουανὸς ὁ Ἀθωνίτης

Τριάντα χρόνια
ταξίδι στην καταστροφή
έλα, χόρεψε μαζί μου
ένα τελευταίο πένθιμο χορό
ο κόσμος που φτιάξανε
βυθίζεται στο ψέμα
οπλισμένο το χέρι τους
τραυματίζει την καρδιά μας

τριάντα χρόνια
με τρελές αναμνήσεις πορεύομαι
έλα, χόρεψε μαζί μου
ένα τελευταίο ερωτικό χορό
ο κόσμος που θα φτιάξουμε
θα χαίρεται με την αλήθεια
οπλισμένο το χέρι μας
θα τραυματίσει την καρδιά τους

τριάντα χρόνια
ταξίδι στην παρακμή
κι ακόμα να μάθω
πως δεν έχουν καρδιά
ο κόσμος λένε δεν αλλάζει
εμπιστοσύνη έχουν τυφλή
στο αόρατο χέρι της αγοράς
είπαν, πως δεν πιστεύουν σε θεό

τριάντα χρόνια
μόνος στην πόλη γυρίζω
σε ψάχνω σε άγνωστους τόπους
σε τοπία τραγωδίας και μαχών
κι όμως αλλάζει ο κόσμος
αυτοί πρώτοι το τόλμησαν
ας κάνουμε κι εμείς την αρχή
πιάσε το χέρι μου

έλα, χόρεψε μαζί μου
ένα τελευταίο πένθιμο χορό
έλα, και δεν αντέχω άλλο
να βλέπω μικρά παιδιά
να πνίγονται στο Αιγαίο.

skitsa7

Γεωργία Τρούλη, Η νόσος κατάδυση

vessel-tree-large-bckg5

Η νόσος των δυτών χρειάζεται πάντα μια κρούστα αμφίεσης
Μη περατή ορατότητα και μια κρυστάλλινη επιφάνεια
Ανάδευσης
Ενθάρρυνσης και πνιγμού
Αναδίπλωση της αναπνοής
Μια κατακόρυφη καταβύθιση
Μια πνοή συρίττουσα
Ενα βάθος βυθού γεμάτο
Διακυμάνσεις κοιλάδες οροπέδια
Πλάσματα εξωτικά
Το φεγγάρι να διαθλά τον ήλιο
Σε στρώσεις
Διαζώματα ψυχρότητας

Μια άβυσσο τραβηγμένη στα όρια
Του κενού
Στον πιο γεμάτο κατακρημνό της
Στερεότητας
Την σιωπή που θ’αναδύουν υπερηχητικά
Ταξίδια
Τον βόμβο της χελώνας
Το σαλάχι
Το ναυάγιο
Τον θησαυρό
Τη σάρκα να γίνετα βορρά
Εξευγενισμένων πλασμάτων
Η νόσος της κατάδυσης
Εμπεριέχει νερό
Ασύμφορο
Δαιδαλώδες
Μπλε
Πράσινο
Μαύρο
Διάφανο
Λαδί
Σχεδόν μωβ
Σχεδόν υπέρηχο
Υπέρχρωμο
Γεω φυσικό
Αλμυρό
Αφηγηματικό
Σχεδόν
Αφύσικο
Η παραμονή στο βάθος
Είναι κυκλοτερής
Η αναπνοή το ίδιο
Η στρόφιγγα του κοχυλιού
Η διαπλάτυνση του πτερυγίου
Η συγχώνευση του σώματος
Μέσα στο σώμα
Η έλλειψη γλώσσας φωνής
Τρομακτική πιθανότητα
Για στέρεο λάθος
Η κίνηση
Η στερεότητα
Η απομάκρυνση
Οι υπόγειες σήραγγες
Η εξάλειψη απόστασης
Βαθύ σκούρο σχεδόν ανύπαρκτο
Έρχεται το χρώμα ενός χαλαζία
Να σημάνει ξημέρωμα
Σε έναν χώρο που ο χρόνος
Κινείται σε κύκλους
Και σε απουσία ανθρώπου
Και στο συλλάβισμα
Ενός φυσητήρα
Κήτος ξεβρασμένο σε θάλασσα
Προκαλεί λόφο απορίας
Και δέους
Δεν παραμένουν οι αποστάσεις
Παρά μόνο στο άκουσμα
Μιας κατάρρευσης
Που έρχεται σιγά σιγά
Με την άνοδο
–
Αναπνοή

Θύμιος Χαραλαμπόπουλος, Μακρύς ο δρόμος

11917677_10204625298095375_1923598115035274066_n

Μακρύς ο δρόμος.
Μα πιο μακρινός ο καιρός…
Παντού ασπρισμένα άδεια καύκαλα,
βιβλία σιωπής στη σκέψη…
Βάζω σημάδια
για να μη χάσεις
το δρόμο με το νυχτολούλουδο.
Βάζω σημάδια
για να μη χάσεις την ανάσα
αυτών που αγρυπνούν
με τον παλμό της αγάπης
για σένα.

Νίκος Δ. Καρούζος, Διάλογοι


ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΠΡΩΤΟΣ

__ Σα να μην υπήρξαμε ποτέ
κι΄ όμως πονέσαμε απ΄ τα βάθη.
Ούτε που μας δόθηκε μια εξήγηση
για το άρωμα των λουλουδιών τούλάχιστον.
Η άλλη μισή μας ηλικία θα περάσει
χαρτοπαίζοντας με το θάνατο στα ψέματα.
Και λέγαμε πως δεν έχει καιρό η αγάπη
να φανερωθεί ολόκληρη.
Μια μουσική
άξια των συγκινήσεών μας
δεν ακούσαμε.
Βρεθήκαμε σ΄ ένα διάλειμμα του κόσμου,
ο σώζων εαυτόν σωθήτω.
__ Θα σωθούμε από μια γλυκύτητα
στεφανωμένη με αγκάθια.
Χαίρετε άνθη σιωπηλά
με των καλύκων την περισυλλογή,
ο τρόμος εκπλεπτύνεται στην καρδιά σας.
Ενδότερα ο Κύριος λειτουργεί,
ενδότερα υπάρχουμε μαζί σας.
Δεν έχει η απαλή ψυχή βραχώδη πάθη
και πάντα λέει το τραγούδι της υπομονής.
Ω, θα γυρίσουμε στην ομορφιά
μια μέρα …
Με τη θυσία του γύρω φαινομένου
θα ανακαταλάβει η ψυχή τη μοναξιά της.

ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΣ

__ Θάνατε, που περνάς σαν ρεύμα μες΄ απ΄ τις στιγμές,
κι΄ αν λέγεσαι Σήμερα
κι΄ αν Αύριο
κι΄ αν Χτες:
δεν αγνοούμε.
Της φύσεως την κυκλοθυμία,
τη φρίκη των αναμνήσεων
τη φρίκη του τι επράξαμε
και των προσώπων μας το κλαίον βάθος,
δεν αγνοούμε.
Μας μένει να συνεχιστεί αυτό το πράγμα,
χωρίς να θέλουμε,
χωρίς να μη θέλουμε.
Φωτοχυσία στο κενό τα όνειρά μας.
__ Με δειλινά δάκρυα
υποδέχομαι τα λόγια σου.
Το πνεύμα σου προεξοφλεί,
κινείται διαγωνίως.
Δεν είδες τα ωραία δίπλα σου
στο φοβερότερο πέσιμο;
Να γυρίζεις – αυτό είναι το θαύμα -,
με κουρελιασμένα μάτια,
με φλογωμένους κροτάφους απ΄ την πτώση,
να γυρίζεις
στην καλή πλευρά σου.
Πεσμένος αισθάνεσαι
την κόλαση που είν’ η αιτιότητα,
το στήθος ωσάν συστατικό του αέρα,
τα βήματα χωρίς προοπτική.
Κι΄ όμως
στη χειμωνιάτική γωνία ο καστανάς
περιβάλλεται από σένα.
Κόψε ένα τραγούδι απ΄ τα΄ άνθη
με δάχτυλα νοσταλγικά.
Να γυρίζεις – αυτό είναι το θαύμα.

ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΤΡΙΤΟΣ

__ Νύχτα εξοντωτική,
το κυριακάτικο φως περιμένουμε.
Κι΄ αν είναι να μην έρθει
απαγχόνισέ μας απ΄ τα΄ άστρα,
να αιωρούμεθα προς δόξαν του μηδέν.
Καταβροχθίσαμε τον πόνο,
τι άλλο μας μένει,
μπορούμε να φύγουμε.
Πάρε μας, νύχτα
καθώς μια τελευταία ομορφιά του κόσμου,
αν είναι
να μην
έρθει
το φως.
Μη μας εγκαταλείψεις,
απ΄ το γαλάζιο σου φόρεμα πιαστήκαμε,
στο μαύρο ήλιο μη μας αφήσεις.
Είναι μοιραίο
να
μη
διακρίνουμε τότε.
και θα χτυπούμε το στήθος στις ακρογιαλιές της φωνής μας
για ένα κύμα _
αν γυρίζουν πίσω τα κύματα,
για να μας πάνε, να μας πάνε …
Δε μας έδωσε σημεία το φως
και μάταια περιμένουμε.
Λύτρωσέ μας, νύχτα.

ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟΣ

__ Άπλωσε η γαλήνη τα φτερά της
ωσάν αλησμόνητος κύκνος ονείρου
σ΄ αυτά τα έρημα νερά.
Κάτι νιώθω σήμερα
βλέποντας τα πουλιά.
Είπε μου αδελφέ,
μήπως όλο το ζήτημα
είναι να μοιράσουμε την απελπισία μας;
Έχεις τα χρώματα στην ψυχή;
Είμαι ήρεμος.
__ Προσμένω
μια βαθύτερη χαρά από σένα.
Φιλαμαρτήμων κήπος η καρδιά σου
έλα και φέρε τους καρπούς.
Ολόκληρος να ομολογήσεις.
Χωρίς την ομολογία τι κοστίζει η τέχνη;
( Ίσως, και τι η ψυχή … )
Ο δούλος του θεού
προς όλους τους ανθρώπους:

ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΠΕΜΠΤΟΣ

__ Η αγωνία μου υψώνεται
ως τα εδελβάϊς άνθη.
Δεν έχω την ετοιμασία μέσα μου
για κατορθώματα.
Θεέ μου, σε κυνηγώ,
όπως παιδί τις πεταλούδες.
Είναι αλήθεια
πως μας έστειλες το γυιό σου
ή μήπως εκλύεται η φαντασία μας έτσι;
Θεέ μου, σε κυνηγώ,
όπως παιδί τους συνομηλίκους μου
στο δειλινό παιχνίδι.
Θεέ μου, διδάσκεται ο Σαίξπηρ στον παράδεισο;
Και συ αδελφέ μου
άνοιξες την αυλαία
για να με δουν αιχμάλωτο.
Δεν είμαι έτοιμος. __ Αποθέσαμε το μέλι στ χείλη μας.
Ιερουσαλήμ, Ιερουσαλήμ,
η φωτιά που μας καίει δεν είναι του κόσμου.
Έρχεται
με της Αποκαλύψεως τα λόγια …
Υιέ του Θεού ρίξε κι΄ άλλη φωτιά
για τη διεστραμμένη γενεά.
Ιησού Χριστέ,
ανάτειλε,
αυστηρός,
ανείπωτος,
υπέρτερος της πίστεως.

ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΕΚΤΟΣ

__ Θέλω να φτάσω στην καρδιά σου.
Ποτίζω με δάκρυα τη γη
μετά τόσους καιρούς
ολοήμερα κ΄ εγώ.
Σήμερα το να είσαι άνθρωπος
ζυγίζεται με τα δάκρυα,
Ζητώ μια νέα γραφή για το μέσα κόσμο.
Πάσχω για ένα χαμόγελο του πλησίον
ελεύθερο από όλα τα αισθήματα.
Θέλω να φτάσω στην καρδιά σου,
εκεί που το χαμόγελο πλέκεται
με το φως του ήλιου,
δίχως ρίζα πουθενά.
__ Κύριε, απ΄ τα μαύρα νέφη του χειμώνα
κι΄ απ΄ τις εικόνες των ναών,
απ΄ τα ολόχρυσα στάχυα των κάμπων
και απ΄ της θάλασσας το έρεβος,
από κάθε ομορφιά να εγερθείς
μ΄ ευθεία ορμή προς την καρδιά του,
γιατί μες΄ στη δική μου καρδιά
ποτέ δε θα σε συναντήσει.
Μην επικαλείσαι τον πόνο, αδελφέ μου,
όταν δεν έχεις μυστήριο στη θέληση.
Δείξε μου το μέσα πράγμα.
Δεν είναι να τεντώσουμ΄ ένα τόξο στη ζωή,
δεν είναι να μιλήσουμε σε γλώσσα πολέμου.
Έχασες το παιχνίδι του πόνου
αν μείνεις
μες΄ στων δισταγμών τα παγερά φώτα.
Ωστόσο, κράτησε στην ψυχή σου την αγάπη.

ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΕΒΔΟΜΟΣ

__ Δεν έχω πια λύση καμιά.
Και κουβεντιάζω με τους δρόμους
σε γλώσσα που κ΄ εγώ δεν ξέρω.
Όμως, η περιέργεια με κρατά στη φοβερή γιορτή,
μεγάλη περιέργεια, ομολογουμένως,
να δω πως δεν υπάρχει λύση ως το τέλος.
Για την αγάπή κ.τ.λ.
έχω
συμφωνήσει.
Δεν μπορώ
να βάλω την πίστη ανάμεσα
στον πόνο και στην αιωνιότητα.
Τρίβονται τα όνειρά μου
σαν φύλλα του φθινοπώρου
που πέφτουν αθώα
και τα πατούμε. __ Τα όνειρα,
βλαστοί στο στήθος,
κλήματα μες΄ στην καρδιά.
τα όνειρα …
Διαιώνια εκδικούνται το χώμα
σκοτώνοντας εμάς.
Οι νέες δροσοσταλίδες κάθισαν στα φύλλα,
χύθηκε το αίμα του θεού.
Οι νέες αισθήσεις δόθηκαν.
Μη στέκεις στο προαύλιο του ναού
με μάτια μόνο.
Άτονα τα χέρια σου τώρα,
υψώνονται, υψώνονται αύριο,
μονάχα μην πέσεις όταν το φως
ανάμικτο με άπιαστη φωνή
και λυπημένη
σε σταματήσει:
« Γιατί με πολεμάς ; »
( η ερώτηση διαρκεί )