Νίκος Κροντηράς, Απόμακρα νοιώθονται τ’ άστρα

Έργο: Tadeusz Kantor

Έργο: Tadeusz Kantor

ΑΠΟΜΑΚΡΑ ΝΟΙΩΘΟΝΤΑΙ Τ΄ΑΣΤΡΑ
αστρούθιστοι παραμένουν οι ανθρώπινοι σπόροι
τ’ αγάλματα σκιάχτρα
άλλη μια μέρα δείραν οι δήμιοι
πιτσιλιές αίματος τα μάρμαρα
σκόνη τα πνευμόνια
ανέμελα σκοτώνουν οι νοικοκυρές
χορτασμένοι σάρκα οι πολιτισμοί

Ο άνθρωπος πίσω από τα σκόρπια βαρέλια
χωράει σε μια τρύπα στη γη
πελώρια αδιαφορίας.
Χύθηκαν μύρια οξέα
γερά έπεσαν δόντια πολλά
τα κατεψυγμένα στοιβάχτηκαν εκεί…
Εσύ που με ευχές σε αστέρια λαμπτήρες
με τέτοιο νόμισμα κρύο βάζεις μπρος το μηχάνημα
σου μιλάω
πόσο γρήγορα γέρασε η επιστήμη…
και ο αιώνας κυνήγησε τα παιδιά από μικρά…

Σιγή στα μαξιλάρια με τα ματωμένα πούπουλα.

Ό,τι έχει απομείνει από αξιοπρέπεια
στο στάχυ μαζεύεται
συμφωνία στο φως στο νερό
να φτιαχτεί το ψωμί
πρωτού απλώσει ο πολέμαρχος κάτι σα να δύει
και ατιμάσει το μέλλον.

Ξανά η πείνα
αφαιρεί τα μεγάλα λόγια από τα δόντια.
Όταν χίλια στόματα έχουν σωπάσει
δεν έχουμε δικαίωμα να μιλάμε χίλιες φορές
περισσότερο
ποιός χτίζει εδώ
ποιός περνάει απ’ τις οδομαχίες
οι μονόλογοι
ανέβασαν έναν πριυτογονισμό αφύσικο
μιαν ακαρπία βυθίζουσα
η απανθρωπιά κάλεσε τους δαίμονες
με όλες τις μορφές.
Αμμόκοσμος και σαύρες στην επιφάνεια τα κόκκαλα συνήθη
αντίθετα με το μέλλον.
Άναψαν στριμώχνουν τους λαιμούς τους οι μηχανές
κοιτάζουν από πάνω,
Τα έντομα βαδίζουν πάνω στο ποίημα
είναι κάτι που αποφεύγουν οι άνθρωποι.
στον αιώνα της δίψας
οι πελώριες δικαιολογίες
δυο μαχαίρια καρφωμένα στον ουρανό
μοιάζουνε όλο να οδηγούν το θάνατο να κατεβεί.
Ταξίδεμα σκόνης δίχως ρυθμό έτσι ο χρόνος
κάτι μυρίζουν οι δείκτες ο χαλαζίας…
οι δειλοί πεθαίνουν από θάνατο.
Μες τα σκουπίδια βρίσκω παιδιά
οι μεγάλοι αδιάφοροι έχουν νομίσματα κάλπικα
και δεν ξέρουν Χορό.

Μια ξυπόλυτη λέξη πάλι, κάτι Αφρικάνικο
στο όνειρό μου
προσμένω σ’ αυτές τις θερμοπύλες,
βλέπω τους ρωμαίους που ξαναβγήκαν
μέσα από τις στάχτες της ευδαιμονίας
και είναι μια νύχτα απ’ αυτές
που το περίσσιο πετρέλαιο βαραίνει τα φτερά
κοκκαλώνει τα παιδιά
το σύννεφο της χημείας πνίγει τα δίκια
σε μια μάζα αδικίας για το τίποτα,
με μεγάλο ερωτηματικό.
Τα δέντρα είναι ξερά από το λάθος
(είναι φρικτό οι νικητές να ζούνε σ’ έναν κόσμο
φτιαγμένο από τους νικημένους)
μα οι ρωμαίοι τρώνε πάνε στον πόλεμο
αυτοί δεν είναι άνθρωποι
αυτοί ξέρουν μόνο να θανατώνουν και να θανατώνονται

Γέφυρα με ρηχά νερά, ας προσέχω,
με την ζωή των αδυνάτων πληρώθηκε.

Αποστεωμένη απειλή το άπειρο με δυο μεγάλα μάτια
η σκιά του φεγγαριού έπεσε
μ’ ένα θόρυβο χάχανου
Αυτό που δεν τους σκότωσε δεν το σεβάστηκαν.

Φαρδιά σταγόνα
λιγοστεύουν διαρκώς
όμως πάντα θα γράφονται
με τον ίδιο αριθμό γραμμάτιων
στην ίδια ειρωνία όσο υπάρχει ιστορία
σαν μια τεράστια παλάμη μια τρύπα
Xορταριασμένα κάγκελα
καυματισμένες μάσκες αντιασφυςιογόνες μηχανές
δεν είναι ποτάμι βροχής
ξεκλέβει ξεγελάει το στάσιμο.
Βρέξε την πανοπλία τολμηρή ψυχή
κοίταξε γύρω
σε έναν κόσμο που θ’ άξιζε να έχει όνομα
ΧΡΕΙΑΖΟΜΑΣΤΕ ΜΙΑ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

*Το ποίημα αυτό είναι συνέχεια προηγούμενου που είχε δημοσιευτεί εδώ: https://tokoskino.wordpress.com/2015/06/17/%CE%BD%CE%AF%CE%BA%CE%BF%CF%82-%CE%BA%CF%81%CE%BF%CE%BD%CF%84%CE%B7%CF%81%CE%AC%CF%82-%CF%83%CE%B5-%CE%AC%CE%BA%CE%BF%CF%85%CF%83%CE%B1-%CE%B1%CE%B9%CF%8E%CE%BD%CE%B9%CE%B1-%CE%BC%CE%B1%CE%BA%CF%81/
**Από τη συλλογή «Επανάσταση και…», αυτοέκδοση, Αθήνα 1991.

Αντώνης Στασινόπουλος, Τρία ποιήματα

newego_LARGE_t_1101_54486517

Καθ’ οδόν

ΠΩΣ ΞΕΚΙΝΗΣΑΜΕ;
Με τι πυξίδες, με τι φορτίο;
Εφόδια για ταξίδια άγνωστα των ονείρων και των ιδανικών μας,
η ψυχή διψούσε.
Ναι, διαδρομές δύσβατες,
καθώς ο νους σαλεύει σαν σαύρα προϊστορική
μες στην ιστορικότητα της βαρβαρότητας.
Λέξεις αποδίδουν σαν πλαστελίνη σχέδια παράλογα
για των ανθρώπων τη μοίρα.
Ο μεγάλος αδερφός καραδοκεί,
με αίμα και καμένες σάρκες τρέφει την παγκόσμια εξουσία του.
Ιράκ, Γιουγκοσλαβία, Αφγανιστάν, Ιράκ…
Ποιος έχει σειρά;
Στο θέατρο του παραλόγου,
πρώτο ρόλο μαζικά μέσα εξανδραποδισμού.
Κανονιοφόροι να ξερνάν καυτή λάβα σε λαούς και πολιτισμούς.
Ως πότε τα δάκρυα
για τους αδικοχαμένους αδερφούς-φτωχοδιαβόλους
θα ρέουν σιωπηλά;

Στιγμιότυπο

ΜΕΣΑΝΥΧΤΑ μια κούπα καφές.
Το δωμάτιο ομίχλη από τον καπνό.
Στο ράδιο διαφημίσεις για τέρψη και κατανάλωση
της μικροαστικής ύπαρξης
εκπορνευόμενης σε υποκατάστατα φτηνής καρικατούρας.

Σε αναζήτηση των λέξεων

ΠΟΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ μπορούν να σκιαγραφήσουν με χρώματα θανάτου
των παιδιών την αγωνία;
Λέξεις παιδιά της Αφρικής.
Λέξεις παιδιά της Ασίας.
Λέξεις παιδιά της Νότιας Αμερικής.
Λέξεις.
Αλήθεια, πόσες λέξεις και τι λέξεις
θα συνθέσουν το δελτίο ειδήσεων στην TV;

*Από τη συλλογή “Των ονείρων τα χρώματα” (με 33 σχέδια του Γιώργου Στρίγγου), Εκδοσεις Βιβλιοπέλαγος, στη Σειρά Μούσες – Πλους 3ος, Αθήνα 2004.

Αντώνης Θ. Παπαδόπουλος, Κοντές Ανάσες VIII

tumblr_nu5kcnWjLE1rnqg7ho1_500

Άδεια η στιγμή.
΄Εφυγε όπως ήλθε.
Αγέρας βουβός.
—-
Φεύγει η στιγμή
και χάνεται για πάντα.
Θα την προλάβω.
—-
Ανοιξιάτικα
ήλθε φέτος το χιόνι
τ΄άνθη να κάψει.
—-
Φύσα απαλά.
Χάδι στο μάγουλό της,
Απρίλη ξανθέ.
—-
Τιτιβίσματα
στις φωλιές πουλιών. Αυτός
βουβός στο σπίτι.

Σοφία Περδίκη, Το πανέρι

12063324_10207199834929903_4461011792965851900_n

Οπώρες κίτρινοι ήλιοι

λάμψατε σπυριά φωτός σαν το χαλάζι

στη λίμνη που έπεσε των λουλουδιών

και λιώσατε μέσα στο χέρι που σας μάζεψε.

Μικρές οργανικές αψάδες κίτρα 

που στη γλώσσα μου πάνω στήσατε χορό

με τα φορέματά σας της φωτιάς

στων στροβίλων σας ξέδωσα

πικρό και γλυκό ξεφάντωμα.

Κι εσείς ρόδια

που σπάσατε το καλούπι της τύχης μου
ο κρότος διαπέρασε τον λαβύρινθο της πάχνης

καταχείμωνο κυλήσατε στους ουρανούς

μαγεία σπείρατε στ’ άστρα.

Σκορπώντας το άρωμά σας

στις κοινές αισθήσεις

μήλα καρποί των ενοχών

κρεμιέστε από τα αιώνια κλαδιά

λεία, στιλπνά, παντοτινά

κι η ιστορία της αφής

μια συνεχής ακολουθία.

Στην ράχη μου σας φόρτωσα

κι απ’ το πανέρι της ανακωχής

κρέμονται στέμφυλοι τσαμπιά

προχωράω αέναα.

Την τέχνη έμαθα: στης μάχης το κέντρο

πώς πρέπει κανείς να κερνά

στα στίφη που καταφθάνουν

την ακριβή και υπολογισμένη ώρα

του Μύθου μια μια την κάθε ρόγα.

Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι, Ελευθερία Έκφρασης

futurist_mayakovsky

Την πρώτη νύχτα πλησιάζουνε
και κλέβουν ένα λουλούδι
από τον κήπο μας
και δε λέμε τίποτα.
Τη δεύτερη νύχτα δε κρύβονται πλέον
περπατούνε στα λουλούδια,
σκοτώνουν το σκυλί μας
και δε λέμε τίποτα.
Ώσπου μια μέρα
-την πιο διάφανη απ” όλες-
μπαίνουν άνετα στο σπίτι μας
ληστεύουν το φεγγάρι μας
γιατί ξέρουνε το φόβο μας
που πνίγει τη φωνή στο λαιμό μας.
Κι επειδή δεν είπαμε τίποτα
πλέον δε μπορούμε να πούμε τίποτα.

Lucifugo, a diavolo in corpo, Το Δράμα του Χρόνου

shot_1343505419048

Πράξη Πρώτη

Ελάτε, ελάτε!
κοπιάστε, κοπιάστε!

στα δίχτυα μας πάλι πιάστηκε
ο χαμένος Χρόνος

για δολώματα πάντα βάζουμε
λύρες και πέτρες αστραφτερές
από χρυσό κι ασήμι
καθώς και τον Αρχαίο Μύθο
της αθάνατης ροής τους

με τα στιλπνά φανερώματά τους
πίσω απ’ το φαρδύ δίχτυ
ο Χρόνος σύγκορμος απομαγεύεται
και μ’ ετούτα μόνο ποθεί
το σώμα του να σμίγει

μ’ ένα κρότο χαράς
και με μια βουβή οδύνη
ο Χρόνος μέσ’ τα δίχτυα του Πλούτου
αιώνιος αιχμάλωτος απολήγει

ελάτε, ελάτε,
μην καθυστερείτε!
μοχθήστε για τον Πλούτο
και κοπιάστε για το χαμένο Χρόνο!

με το τσίγκινο μαχαίρι
που σας έδωκε η Μοίρα
ένα μικρό κομμάτι διάρκειας
απ’ το σπλάχνο του Χρόνου κόψτε
και μοχθήστε και κοπιάστε
για περισσότερα απ’ τα ίδια!

Πράξη Δεύτερη

Αδυσώπητος ο Χρόνος
τα πάντα κυβερνάει

με τις όμοιες και λειψές
στιγμές διάρκειας
που από ‘δώ κι από ‘κεί
σκορπάει

Αθάνατος ο Χρόνος
τρέχει για να κυλάει
κυλάει για να τρέχει

μέσ’ του Πλούτου την αποθησαύριση
ανέστιος και αποτυφλωμένος ο Χρόνος
απωλείει όλη του τη διάρκεια

γαντζωμένος στο βουνό του
ο Σίσυφος
ανακουφισμένος χαμογελάει

ο Χρόνος το δικό του βράχο
στις πλάτες κουβαλάει

Πράξη Τρίτη

Ποτέ δεν ερωτήθηκε ο Χρόνος
αν θέλει έτσι αέναος και ατελέσφορος
να κυλάει

αν του δοθεί ποτέ η ευκαιρία
ν’ απαντήσει

αν ξυπνήσει ποτέ ο χαμένος Χρόνος
μέσ’ του Πλούτου το δίχτυ

να είστε σίγουροι

στους λεπτοδείκτες των ρολογιών μας
την αθανασία του θα καρατομήσει
και θ’ αυτοκτονήσει

είναι ο μόνος τρόπος για να σταματήσει
τον Καιρό μας
στην αιωνιότητα των χαμένων και λειψών στιγμών
να κυλάει

είναι ο μόνος τρόπος για να βεβηλωθεί
η μακαριότητα του Πλούτου
ως προφητεία και ως αρπαγή
του χρόνου της Ζωής

Georg Trakl, Τρία ποιήματα

mega_LARGE_t_53761_1285333_type1_type12250

Το βράδι της καταιγίδας

Ω, οι κόκκινες ώρες της βραδιάς!
Ιριδίζοντας σείεται στ’ ανοιχτό παράθυρο
Χαοτικά πλεγμένο στο γαλάζιο, φύλλο κληματαριάς
Μέσα φωλιάζουν φαντάσματα παραφοράς.

Σκόνη στροβιλίζεται στη βρώμα του βούρκου
Μαινόμενος χτυπά ο άνεμος τα τζάμια.
Αστραπές νέφη εκτυφλωτικά
Ένα κοπάδι από άγρια φαριά παρασέρνουν.

Με πάταγο ραγίζει η επιφάνεια του βάλτου
Γλάροι κρώζουν στου παραθύρου το καφάσι
Πύρινος ιππότης από το λόφο καλπάζει
Και τσακίζεται στων φλογισμένων ελάτων τα δάση.

Άρρωστοι ουρλιάζουν στα νοσοκομεία
Γαλαζωπό το φτέρωμα της νύχτας φτερουγίζει
Τρεμοφέγγοντας ο υετός
Αιφνίδια τις στέγες μαστίζει.

***

Μουσική στο Μιραμπέλ (2ο σχεδίασμα)

Μια βρύση κελαρύζει. Τα νέφη στέκονται
Στο φωτεινό γαλάζιο, τα λευκό, τα απαλά
Σκεφτικοί άνθρωποι βαδίζουν σιωπηλά
Το βράδυ μέσα στον παλιό τον κήπο.

Των προγόνων το μάρμαρο είναι ρημαγμένο
Ένα σμήνος πουλιών περνά και φεύγει μακριά
Ένας Φαύνος με κόκκινα μάτια κοιτά
Τις σκιές που στο σκοτάδι ολισθαίνουν

Κόκκινο πέφτει το φύλλωμα του γέρικου δέντρου
Στροβιλίζεται και από τ’ ανοιχτό παράθυρο μπαίνει
Ένα πύρινο φέγγος φωτίζει το χώρο
Ζωγραφίζοντας θλιμμένα φαντάσματα φόβου

Ένας ξένος λευκός μπαίνει στο σπίτι
Σε ερειπωμένους διαδρόμους χιμά ένα σκυλί
Η παρακόρη τη λάμπα σβήνει
Ήχους σονάτας τη νύχτα αφουγκράζεται το αυτί.

***

De profundis

Είναι ένας καλαμώνας όπου πέφτει μαύρη βροχή
Είναι ένα δέντρο μελανό που στέκει μοναχό.
Είναι μια ανεμοσυρμή γύρω από άδειες καλύβες
Πόσο θλιμμένο αυτό το βράδυ.

Η τρυφερή ορφανή
Περνά μπροστά από το υποστατικό μαζεύοντας γλίσχρα σταχυα.
Τα μάτια της διάπλατα ανοιχτά και χρυσαφιά στο λυκόφως.
Και η αγκαλιά της όλο προσμονή για τον ουράνιο μνηστήρα.

Γυρίζοντας στο σπίτι
Οι βοσκοί βρήκαν το γλυκό σώμα
Σαπισμένο μέσα στον αγκάθινο θάμνο.

Ένας ίσκιος είμαι μακριά από σκοτεινά χωριά
Ήπια από την κρήνη του ιερού άλσους
Τη σιωπή του Θεού.

Στο μέτωπό μου πέφτει μέταλλο παγωμένο
Αράχνες αναζητούν την καρδιά μου
Είναι ένα φως που στο στόμα μου σβήνει.

Τη νύχτα βρέθηκα σε μια ερείκη
Ατενίζοντας τ’ απορρίματα και τη σκόνη των άστρων.
Μέσα στη λόχμη της λεπτοκαρυάς
Ήχησαν πάλι κρυστάλλινοι αγγέλοι.

*Δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό “Ένεκεν”, Νο 29, Ιούλιος-Αύγουστος-Σεπτέμβριος 2013, σελ 120-122.
Επιλογή και μετάφραση: Ιωάννα Αβραμίδου.

Γεωργία Τρούλη, Χαρτογράφηση δύω

%CE%91%CE%A6%CE%95%CE%9D%CE%A4%CE%9F%CE%A5%CE%9B%CE%99%CE%94%CE%9F%CE%A5+%CF%81%CE%AF%CE%B6%CE%B5%CF%82

Πολύ νωρίς άφησα να με καταπιούν τα μπουντρούμια
Μια υγρασία πλίνθων στο βήμα
Φρούρια τα σπίτια
Άrte povera και μεγαλοπρέπεια εισόδου
Στο ύψος των τακουνιών Σαλβατόρε
Χτίστηκε το πηγάδι της Β
Με σιδεριά κυλινδρική ημισφαίριο
Ο αιώνας και η αρίθμηση το Τέλος
Xxxiii τόσο όσο το έκθεμα η ηλικία
Το υπόδημα κύρους ή ξιπασιάς
Πολύ νωρίς αφέθηκα να μυρίζω βροχή
Και ύπαρξη
Αγαπωθημένη
Από τον αιώνα που δεω
Από τον αιώνα που δεν
Σχηματίστηκα ακόμη
Εκφοβισμένη και με χυμούς ponte vecchio
Έρωτας στο τζάμι Το βλέμμα στον δρόμο
Ιστορίες καθημερινής τρέλας
Συνειρμοί με χνώτο
Να διαφράφεται το αποτύπωμα των δαχτύλων
Η θεατρική λήψη των στιγμών στον ιππόκαμπο
Με σέπια χρωματισμούς επτά
Επτά ημέρες για να εφευρεθεί ξανά η
Έντρομη κλειστή ροή
Πραγματικότητας

Πολύ νωρίς άφησα να με καταπιούν τα μπουντρούμια
Σου είπα κάποτε πως στα δεκατέσσερα με γέννησες
Και στα εβδομήντα με μαθαίνεις να μεγαλώνω
Μόνη
Σαν το πιο ψηλό σημείο της σκέψης μου
Και μοναδική σαν το μυστικό που κουβαλάς
Ενοχικά παραμορφωτικά Υπογλώσσια
Για επτά ημέρες η άφεση
Η εμποτισμένη με δέρμα γονιού
Μυρίζω ύπαρξη- βαρύ αίμα
Σόι πάει το βασίλειο-λένε
Και η αυτοκρατορία των αισθήσεων
Βρίσκει την πρώτη τρωτή στάλα
Αναπαραγωγής
Διπλασιασμός του κυττάρου
Σε εφτά ζυγωτές μέρες
Σε εφτά γωνίες εξωστρεφείς
Εφτά αμβλείες σκέψεις
Εφτά στιγμές ανυπόφορες
Εφτά συγγενείς ασθένειες
Εφτά ζυγωτικές ένα
Εφτά εδώ και τώρα ένα
Κουβαλάμε δέρμα κάτω από δέρμα
Πολλές ποιότητες
Με ελαφρά διαφορετικούς αποχρωματισμούς
Και το αίμα μόνο σταλάζον
Εκατοστό κυβικό
Σε ένα κέντρο που ονομάζουμε ψύχωση
Δεν διαιρείται όμως ο κόσμος
Ούτε σε Ηπείρους ούτε σε Ωκεανόυς
Αλλά σε ξεφλουδισμένες παλιές ταπετσαρίες
Και σε ποινικές διαθέσεις του Εγώ με τους Άλλους
Σκέφτομαι και γράφω- κανείς
Καμμιά χαρτογράφηση δεν πετυχαίνει να απεικονίσει
Ούτε καν να υποψιάσει το περίγραμμα
Το σχήμα και την μυρωδιά της αποσύνθεσης
Της αλλαγής διαμονής της μεταφοράς
Της μετάφρασης του Αιώνα
Πολύ νωρίς άφησα να με καταπιούν τα μπουντρούμια
Το υγρό περιθώριο της βροχής
Κρατημένη βροχή
Ταγγυσμένη απόλαυση
Τακούνι
Ύψος

Πηγάδι

Bruno Mesa, Δύο ποιήματα

Franz-Falckenhaus_web4

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ

Δεν υπάρχει φιλοσοφία πιο ακριβής απ’ τη σιωπή,
ούτε καλύτερος συγγραφέας από τη λήθη.
Δε θα βρεις βιβλίο από το τίποτα πιο υψηλό,
κι απ’ την ελπίδα λόγο πιο θλιβερό.
Δεν είναι πιο σκληρή η αγρύπνια από το όνειρο,
ούτε πιο γλυκειά η ζωή από το θάνατο.
Δεν υπάρχει εξουσία, ούτε θρίαμβος, ούτε πίστη που μας σώζει:
ο χρόνος είναι ένα λιοντάρι που κατατρώει το μυαλό σου.

Αν νομίζεις πως σου λέω ψέμματα θα το πετύχεις:
εγώ είμαι το λιοντάρι, και είμαι επίσης νεκρός.

*Από το βιβλίο “Κανείς”, 2002.

***

Όλοι κατέχουν την αλήθεια τους, αλλά δεν υπάρχει καμία αλήθεια – πιο
πέρα από την αξία της ανταλλαγής της, του εμπορίου της – που να αξίζει
τίποτα.
Πρέπει να εφεύρουμε μία ξεχωριστή αλήθεια, και πρέπει να αρχίσουμε από
τη λέξη την ίδια.
Αυτή η ξεχωριστή αλήθεια, συγχρόνως νέα και αρχαία, βρίσκεται ανάμεσά
μας. Βρίσκεται σ’ αυτή τη μικρή που τρώει λαίμαργα ένα παγωτό, μέσα
στην ευτυχία της που δεν ψάχνει ούτε προσδοκά, στα λερωμένα χέρια, στη
χαρωπή κίνηση των ποδιών. Αρκεί το χαμόγελό της για να γεννηθεί ένα
νέο ιδίωμα, έτσι ώστε ότι νομίζουμε πως ξέρουμε, να λιώσει, όπως λιώνει
ένα παγωτό που κανένας, εκτός απ’ αυτή τη μικρή, ξέρει πώς να τρώει.

*Από Το βιβλίο “Το Βιβλίο του Φάμπιο Μόντες”, 2010. Από την “Ανθολογία σύγχρονης ισπανικής ποίησης στα ελληνικά”, σε μετάφραση και επιμέλεια Άτης Σολέρτη, εκδόσεις Βακχικόν. Η εικόνα της ανάρτησης είναι έργο του Franz Falckenhaus και πάρθηκε από την αντίστοιχη δημοσίεση του πρώτου ποιήματος στο http://www.bibliotheque.gr
**Ο Bruno Mesa γεννήθηκε στην Σάντα Κρουζ, Τενερίφη το 1975. Έχει εκδώσει βιβλία ποίησης, δοκιμίων, νουβέλων, έχει βραβευτεί με το Εθνικό Βραβείο του Ιδρύματος Ποίησης Loewe Νεανικής Δημιουργίας και έχει κερδίσει την υποτροφία Valle-Inclán της Ισπανικής Ακαδημίας στη Ρώμη (2010-2011). Διατηρεί ιστολόγιο στη διεύθυνση http://bmesa.blogspot.com

Antonio Machado, Δύο ποιήματα

466593_634171167692091250-1

ΣΤΗ ΜΕΣΗ ΤΗΣ ΠΛΑΤΕΙΑΣ

Στη μέση της πλατείας, πάνω σε πέτρα αδούλευτη,
το νερό όλο αναβρύζει. Και στον πλαϊνό κήπο,
πίσω απ’ τον τοίχο του κισσού, υψώνει
την άκαμπτη σιλουέτα του ψηλό ένα κυπαρίσσι.
Το απόγεμα όλο πέφτει μπροστά από τα παλιόσπιτα
της πλατείας που ονειρεύεται. Στραφτοκοπούν τα τζάμια
με τους ασθενικούς ήχους του ήλιου. Στα μπαλκόνια
υπάρχουν σχήματα που μοιάζουνε με νεκροκεφαλές.
Η γαλήνη είναι άπειρη στην έρημη πλατεία,
που περιφέρει η ψυχή το πονεμένο φάσμα της.
Το νερό όλο αναβρύζει στη μαρμαρένια γούρνα.
Στον σκιερό αγέρα μόνο το νερό ακούγεται.

ΠΡΟΣΩΠΟΓΡΑΦΙΑ

Τα παιδικά μου χρόνια: θύμησες σε μια σεβιλλιάνικη αυλή,
κι ένας φωτεινός κήπος που ωριμάζαν τα λεμόνια-
η νεότητά μου: είκοσι χρόνια στη γη της Καστίλλης
κι η ιστορία μου γεγονότα που δεν θέλω να θυμάμαι.
Ούτε κατακτητής Μανιάρα ούτε και Μπραντομίν υπήρξα
-μάθατε κιόλας τον αδέξιο στολισμό μου-, κι ύστερα
δέχτηκα και το βέλος που είχε για μένα ο Έρως,
κι αγάπησα σ’ εκείνες ό,τι φιλόξενο έχουν.
Κυλάν στις φλέβες μου σταγόνες αίματος Γιακοβίνων,
κι ο στίχος μου αναπηδά από πηγή γαλήνια-
πιο πολύ από άνθρωπος που ξέρει τη δουλειά του,
είμαι, με την καλή έννοια του λόγου, καλός άνθρωπος.
Αγαπώ την ομορφιά και στη σύγχρονη αισθητική
έκοψα τα παλιά τα ρόδα στον κήπο του Ρονσάρ-
δεν μου αρέσουν τα φτιασίδια της νέας καλαισθησίας,
ούτε είμαι το πουλί της μόδας που τραγουδάει τρελά.
Αντιπαθώ τις ρομάντζες τενόρων κενολόγων
και τη χορωδία των γρύλων που τραγουδάει στ’ άστρα.
Για να διακρίνω σταματάω τα απόηχα της ηχούς,
και μέσα στις πολλές φωνές ακούω μονάχα μία.
Είμαι ρομαντικός ή κλασικός; Δεν ξέρω. Ίσως ν’ αφήσω
θά ’θελα τους στίχους μου σαν καπετάνιος το σπαθί;
διάσημο από το χέρι που το χούφτωνε,
κι όχι εκτιμημένο απ’ τον ειδικευμένο χαλκουργό.
Συζητώ με τον άνθρωπο που πάντα πάει μαζί μου
-όποιος μιλάει μονάχος, κάποτε θα μιλήσει με το Θεό-.
Ο μονόλογός μου είναι συζήτηση μ’ αυτόν τον καλό φίλο
που μου έμαθε το δρόμο προς τη φιλανθρωπία.
Και τέλος, δεν σας οφείλω τίποτα- μου οφείλετε ό,τι έγραψα.
Πηγαίνω στη δουλειά μου, πληρώνω μοναχός μου
τα ρούχα που φορώ, το σπίτι όπου μένα),
το ψωμί που τρώω και το κρεβάτι που κοιμάμαι.
Κι όταν θα φτάσει η εόρα του τελευταίου ταξιδιού,
κι είναι έτοιμο το πλοίο για το στερνό ταξίδι,
θα με βρείτε επιβάτη χωρίς πολλά μπαγκάζια,
σχεδόν γυμνό, σαν τα παιδιά της θάλασσας.

*Από το βιβλίο “Antonio Machado, Ποιήματα”, Εκδόσεις Εκάτη 2009. Μετάφραση: Ρήγας Καππάτος.