Βύρων Λεοντάρης, Ποιήματα

11225078_10153673177822642_1428459649504667911_n

Χωρίς τίτλο (I) /  κ Επεράτων

Ι
Οἱ μέρες μου ὅλες λάθος μετρημένες
σὲ τσακισμένα δάχτυλα καὶ καταφαγωμένα
καθὼς χυμοῦσε πάντα πάνω μου τὸ λυσσασμένο τίποτε τῆς ζωῆς

Δὲν ἔχω χρόνο πιὰ
μὲ ἐγκαταλείπουν
οἱ πράξεις καὶ τὰ λόγια
Ὅλα ἔχουν τώρα τὴν εὐπρέπεια αὐτῶν ποὺ ἀποσύρονται
τὰ χέρια τῶν ἀγαπημένων μας ψάχνοντας γιὰ ἄλλες χειροπέδες
κι ἡ ἄμπωτη ἀπ’ τὰ σπασμένα κρύσταλλα τοῦ ἔρωτα
κι ὁ δήμιος ποὺ τελειώνει τὴ δουλειά του καὶ κάνει τὸ σταυρό του
καὶ γυρνάει κι αὐτὸς στὸ σπιτικό του
ὅλα ἔχουν τὴν εὐπρέπεια αὐτῶν ποὺ ἀποσύρονται
καὶ μόνο ἡ φωνὴ μίας γυναίκας νὰ τρέμει καὶ νὰ τρίζει σὰ σπασμένη σκάλα
«… τὸ βράδυ μὴν ἀργήσεις…»
ποιὸ βράδυ, θεέ μου, τί νὰ μὴν ἀργήσω
μέσα σ’ αὐτὸ τὸ ἀβυσσαλέο παθητικὸ τοῦ χρόνου

Πῶς τὸν καιρὸν ἐν ἀτοπήμασιν ἐβιότευσα ρεμβόμενος…
Μαρτύρια πάνω στὰ μαρτύρια
καὶ κρίματα πάνω στὰ κρίματα
χρεωκόπος τοῦ καιροῦ ἀσύγγνωστος
καὶ φτάνει τώρα ξαφνικὰ τὸ μήνυμα ὁ Ἀγώνιος πεθαίνει…
Νὰ τὸν προφτάσω πρέπει, ἀνάγκη πᾶσα
τώρα, σ’ αὐτὸ τὸ τώρα ποὺ δὲν εἶναι χρόνος πιὰ
ἀραιώνει ἀραιώνει τὸ παρὸν τριγύρω μου κι ὁ Ἀγώνιος πεθαίνει
νὰ τὸν προφτάσω κι ἂς μὴ τὸν προφταίνω πιὰ
νὰ ξεκινήσω ἀμέσως… ἀπὸ ποῦ γιὰ ποῦ
σὲ μία κατάκοπη ἀκαταστασία σωριασμένα ὅλα τὰ τοῦ βίου μου
-ἔτσι τὰ βρίσκει ὅταν ἔρχεται τὸ μήνυμα
ἔτσι ὅπως πρὶν ἀπὸ μετοίκηση μὲς σ’ ἔξαλλα δωμάτια
σκόρπια χρειώδη καὶ ἄχρηστα εὐτελῆ καὶ τιμαλφῆ ἐνθύμια καὶ φυλαχτὰ
φτωχὲς παρηγοριὲς τῆς καθημερινῆς ἁφῆς καὶ τῆς χαμοζωῆς μας
ἀπελπισία τοῦ τί νὰ πάρεις τί ν’ ἀφήσεις
ἀπελπισία του νὰ σὲ νοιάζει ἀκόμη τί νὰ πάρεις τί ν’ ἀφήσεις…-
σὲ μιὰ κατάκοπη ἀκαταστασία σωριασμένα ὅλα τὰ τοῦ βίου μου
σ’ αὐτὸ τὸ τώρα ποὺ δὲν εἶναι χρόνος πιὰ
ἀραιώνει ἀραιώνει τὸ παρὸν τριγύρω μου
κι εἶμαι στὸ πουθενὰ
καὶ μόνο ἡ φωνὴ μιᾶς γυναίκας νὰ τρέμει καὶ νὰ τρίζει σὰ σπασμένη σκάλα
«… τὸ βράδυ μὴν ἀργήσεις…»

Στάζει το σπίτι μας /  Ψυχοστασία (Ποιήματα 1949-1976

Στάζει το σπίτι μας απόψε, πάλι στάζει.
Σπάνε στο μέτωπό σου οι στάλες και σημαίνουν
το εγερτήριο των λυγμών.
Και να! φουσκώνουνε τα βλέφαρά σου
– φλόκοι τού ονείρου που χτυπούν
στον άνεμο της λύπης – Ξεχειλίσαν
τα μάτια σου – και πού είναι; –
πλημμύρισε το πρόσωπό σου – και πού είναι
τα μάτια σου, πού είναι το πρόσωπό σου;

Μια λίμνη, που βογκάει, το πρόσωπό σου, και μια θάλασσα το σώμα σου.
Μα εκεί μέσα θα χυθώ,
στα βάθη της μια πολιτεία φωνάζει τ’ όνομά σου,
πηδάνε τα γαλάζια φώτα της, χορεύουν
στα σταυροδρόμια οι ελπίδες των μαλλιών σου.
Εκεί σε καρτερεί ένα σπίτι από ελαφρόπετρα,
χτυπούν την πόρτα – μπαίνεις,
στο μέτωπό σου λάμπει
το χαμόγελο της βροχής,
μυρίζουν τα βρεμένα ρούχα σου νύχτα κι αγάπη…

Μια λίμνη, που βογκάει, το πρόσωπό σου.
Πόσες φορές δεν πέρασα συρματοπλέγματα κι αγκάθια
για να ‘ρθω αυτού να δω για λίγο
πόσο γλυκά χτυπά η καρδιά μου μες στα μάτια σου,
για να ‘βρω το νερόκρινο το στόμα σου,
επάνω σου σκυμμένος να γυρεύω
τους παιδικούς σεισμούς σου να τρυγήσω…

Μια λίμνη, που βογκάει, το πρόσωπό σου και μια θάλασσα το σώμα σου.
Μια λίμνη φιλώ, μια θάλασσα αγκαλιάζω,
αιώνες θα μπορούσα αυτού να ναυαγώ
μα αυτός ο ωκεανός τού πόνου μού γλιστρά απ’ τα χέρια,
υψώνει το λαιμό του ο τυφώνας και ψηλά
το πρόσωπο της θύελλας αστράφτει!

Στάζει το σπίτι μας απόψε, πάλι στάζει και χτυπούν
στο μέτωπο οι σταγόνες και χτυπούν
μια λίμνη που φιλώ, μια θάλασσα που αγκαλιάζω.
– Πού είσαι; πού είμαι; πού είναι το σπίτι μας;

– Δεν έχουμε σπίτι εμείς,
ποτέ δεν είχαμε σπίτι, ποτέ μια νύχτα αδιάβροχη στον πόνο.
Να ‘σαι σίγουρη μονάχα
γι’ αυτό που μπορούν να σκεπάσουν οι πλάτες μου
κι αγάπα αχόρταγα
τα μάτια, το στόμα και την τιμή μου.

Απόσπασμα ΙΙ

Είπα να ομολογήσω πια κι εγώ τον εφιάλτη μου
να ξεμπερδεύω μ’ όλ’ αυτά
να πάρουνε τον προβολέα απ’ τα μάτια μου
να μου δώσουν νερό και τσιγάρο
να μου επιτρέψουνε χαρτί και μολύβι
να συνεχίσω την ποίηση…

– Την ποίηση είπες ; Ασφαλώς θα σου χρειάζονται εικόνες
κι εμένα το μυαλό μου είναι άδειο δωμάτιο

Ξεκρεμασμένα τα παράθυρα απ’ τους τοίχους
γύμνια και γύμνια
και στιλπνό μαρτύριο
– Σκέπασε τούτα τα σημάδια απ’ τα καρφιά που με τρελαίνουν
ή κρέμασε ξανά φωτογραφίες, πορτρέτα… – και γιατί πορτρέτα ;
σάρκες, καλύτερα, σπλάχνα, κομμένα μέλη, αναθήματα,
ότι επιτέλους μας πονάει στ’ αλήθεια
κι όχι να παίζουμε αδιάκοπα τα αινίγματα

– Περίμενα πως θα ήσουνα πιο δυνατός…
Πιο δυνατός… Θεέ μου, από τι ;

…και το κορμί όλο και χαμήλωνε το φως του
και το κορμί χαμήλωνε το φως του
χαμήλωνε το φως του


Αυτές οι εκβολές των ματιών σου… / Γενική αίσθηση (1954)

… Αυτές οι εκβολές των ματιών σου
πνιγμένες μες σε γαλανά συρματοπλέγματα
για να μην έρχονται ποτέ ως εμάς τ’ αγκάθια της λύπης σου
μα μόνο ο αχνός της λύπης που στεγνώνει
παρήγορα πάνω στο δέρμα σου – είχες ένα δέρμα
μυρουδιά κερήθρας
όταν καθίσαμε στην πιο σκληρή ακτή της ζωής μας.
Θυμάμαι, δεν σ’ άγγιξα, μα όπως μιλούσαμε, οι φωνές μας
εσφίχτηκαν σαν δυο μικρά παιδιά με τόση απελπισία
που τίποτε δε θα μπορέσει πια να τις χωρίσει.

Στάζει το σπίτι μας / [Από τη συλλογή Γενική αίσθηση (1954)]

Στάζει το σπίτι μας απόψε, πάλι στάζει.
Σπάνε στο μέτωπό σου οι στάλες και σημαίνουν
το εγερτήριο των λυγμών.
Και να! φουσκώνουνε τα βλέφαρά σου
– φλόκοι τού ονείρου που χτυπούν
στον άνεμο της λύπης – Ξεχειλίσαν
τα μάτια σου – και πού είναι; –
πλημμύρισε το πρόσωπό σου – και πού είναι
τα μάτια σου, πού είναι το πρόσωπό σου;

Μια λίμνη, που βογκάει, το πρόσωπό σου, και μια θάλασσα το σώμα σου.
Μα εκεί μέσα θα χυθώ,
στα βάθη της μια πολιτεία φωνάζει τ’ όνομά σου,
πηδάνε τα γαλάζια φώτα της, χορεύουν
στα σταυροδρόμια οι ελπίδες των μαλλιών σου.
Εκεί σε καρτερεί ένα σπίτι από ελαφρόπετρα,
χτυπούν την πόρτα – μπαίνεις,
στο μέτωπό σου λάμπει
το χαμόγελο της βροχής,
μυρίζουν τα βρεμένα ρούχα σου νύχτα κι αγάπη…

Μια λίμνη, που βογκάει, το πρόσωπό σου.
Πόσες φορές δεν πέρασα συρματοπλέγματα κι αγκάθια
για να ‘ρθω αυτού να δω για λίγο
πόσο γλυκά χτυπά η καρδιά μου μες στα μάτια σου,
για να ‘βρω το νερόκρινο το στόμα σου,
επάνω σου σκυμμένος να γυρεύω
τους παιδικούς σεισμούς σου να τρυγήσω…

Μια λίμνη, που βογκάει, το πρόσωπό σου και μια θάλασσα το σώμα σου.
Μια λίμνη φιλώ, μια θάλασσα αγκαλιάζω,
αιώνες θα μπορούσα αυτού να ναυαγώ
μα αυτός ο ωκεανός τού πόνου μού γλιστρά απ’ τα χέρια,
υψώνει το λαιμό του ο τυφώνας και ψηλά
το πρόσωπο της θύελλας αστράφτει!

Στάζει το σπίτι μας απόψε, πάλι στάζει και χτυπούν
στο μέτωπο οι σταγόνες και χτυπούν
μια λίμνη που φιλώ, μια θάλασσα που αγκαλιάζω.
– Πού είσαι; πού είμαι; πού είναι το σπίτι μας;

– Δεν έχουμε σπίτι εμείς,
ποτέ δεν είχαμε σπίτι, ποτέ μια νύχτα αδιάβροχη στον πόνο.
Να ‘σαι σίγουρη μονάχα
γι’ αυτό που μπορούν να σκεπάσουν οι πλάτες μου
κι αγάπα αχόρταγα
τα μάτια, το στόμα και την τιμή μου.

Ζωή – χωρίς να ζούμε  / Ψυχοστασία

“Τόσα φιλιά- μα δίχως χείλη/ τόσες αφές- μα δίχως χέρια

τόσοι φρουροί- μα δίχως πύλη/ τόσες ειδήσεις- δίχως περιστέρια

 τόσοι αγώνες- δίχως μάχη/ τόσες μαγείες- δίχως θάμα.

Κρυφά θα φύγει δίχως να ‘χει/ αφήσει ούτε ένα ίχνος η γενιά μας…

 Έρωτας- δίχως ν’ αγαπάμε./ Ζωή- χωρίς ποτέ να ζούμε.

Έλα λοιπόν κι απόψε, ας πάμε/ να χορέψουμε ή να σκοτωθούμε.

 Τι μπέρδεμα η ζωή μας, τι ιστορία…/- Σάμπως να υπάρχει πια Ιστορία

δική σου ή άλλη… Τι σκαλίζεις/ τα σπλάχνα του ραδιοφώνου;

 Ήμασταν θάλασσα κι έχουμε γίνει/ σάπια βροχή και τιποτένια.

Ξύσε το λούστρο των νυχιών σου,/ το ρίμελ, το make up και μίλησέ μου.

 -Είμαστε μεσοπόλεμος σου λέω,/ ανίατα μεσοπόλεμος… Ας πάμε

λοιπόν κι απόψε, ας πάμε πάλι κάπου/ να χορέψουμε ή να σκοτωθούμε…”

Αγριομυρίκη εν τη ερήμω…

Αγριομυρίκη εν τη ερήμω
επικατάρατος εν γη αλμυρά. . .
Έτσι το θέλησα και μη ρωτάς
Κι αν τώρα θλίβομαι είναι που σ’ αφήνω

στους πέντε δρόμους δίχως να ’χω πει
για σένα όσα σου άξιζαν και δίχως
να σε δοξάσει ένας μου στίχος
Τόσο βαθιά τόσο πολύ

σε σώπασα μέσ’ στη ζωή μου
Δεν ήτανε για να φανερωθεί
ούτε με ουράνια λόγια να ειπωθεί
αυτό το μυστικό που ήσουν κι ήμουν

Σε όσους με ποιήματα τα αισθήματα μετρούν
τι θα ’χεις από μένα να τους δείξεις;
Μια τέτοια αγάπη. . . δίχως αποδείξεις. . .
Και ποιος αυτός ο Βέρνερ Λέιο θα ρωτούν

Με τι καρδιά με τι πνοή είχα πάρει
τή ζωή. . . Μα δεν την άλλαξα· ούτε εσύ
Γι’ αυτό λοιπόν «χαμένη υπόθεση»
ο ποιητής Βύρωνας Λεοντάρης

Εν γη αλμυρά, 1996

Μέσα στο Ποίημα σε Χάνω

Μέσα στο ποίημα σε χάνω Έξω από μένα
άλλη ομορφιά σε παίρνει, αγαπημένη
Τί θα γίνω και τί με περιμένει
σε άδειες αισθήσεις και χωρίς εσένα

που είσαι για μένα ό,τι είμαι και που τώρα
δεν είσαι μυστικό και πια δεν είμαι ό,τι είμαι
Τί να μου κάνουν νοσταλγίες και μνήμες
Το απτό με αρνιέται αυτή την άχρονη ώρα

το απτό που ήταν η τρέλλα μου και το άγχος
α, όλα αυτά που γίναν τώρα στίχοι . . .
Τί άδοξα που έχασα το στοίχη-
μα ανάμεσα στο «υπάρχω – δεν υπάρχω»

Να χάνω όσα είχα το άντεχα· μα εσύ ήσουν
και όσα ποτέ δε γίναν και δεν είχα
Αυτά, πώς να τα χάσω αυτά που ματαιωθήκαν ;
Σε άλλη ομορφιά θ’ αγιάζουνε μαζί σου

λόγια που αρνήθηκαν να ειπωθούνε
αγγίγματα που πήραν πίσω το αίνιγμά τους
σημάδια του έρωτα και του θανάτου
γραφές που γράφτηκαν για να σβηστούνε

Μέσα στο ποίημα σε χάνω και δεν ξέρω
εσύ μου φεύγεις ή εγώ σου φεύγω ;
Πώς σκοτεινιάζω απ’ το δικό σου φέγγος . . .
Και δε με θέλω πια και δε με ξέρω

Σε άλλη ομορφιά φριχτή και δίχως έλεος
θα ’σαι για πάντα, έξω από μένα, ωραία ωραία
τόσο άδικα τόσο άσπλαχνα ωραία . . .
Και δε με ξέρω πια και δε με θέλω

(από τη Συλλογή  ” Έως” )

Το “ως σεαυτόν” δεν ήτανε για μένα
Αγάπησα τους άλλους δίχως ν’αγαπάω τον εαυτό μου
Χωρίς αγάπη του εαυτού μου δεν ήμουν ούτε εγώ ούτε
άλλος ανάμεσα στους άλλους
δεν ήμουν τίποτε μέσα στην τρικυμία της σάρκας μου
στα σαλεμένα λόγια μου και στ’αναφιλητά του νού μου
μα έπασχα στα δράματα των άλλων
εγώ ο χαμένος πάντα στα αδιέξοδά τους
εγώ των αποχωρισμών τους ο εγκαταλειμένος
ο παραμιλητός του πυρετού τους
Κι όλα αυτά έτσι Για ένα ήθος δηλαδή για μια ιδεολογία

Δεν ήταν ήθος ύβρις ήταν. Και δεν το ‘ βλεπες
αργεί αλλά σε βρίσκει το κακό
άξαφνα όλα γυρνούν τ’ απάνω κάτω
πατάς τους όρκους σου και πράττεις τ΄αντίθετα απ’ την
πίστη σου και μένεις
στην ερημιά της πτώσης σου
να δέρνεσαι και να χαλιέσαι

Ά ν άντεξα τη ζωή μου ως εδώ δεν ήτανε για μένα
Και τώρα ποιος ο αμητός;
Ω βλέμματα, ω φωνές, ω αγγίγματα που με λιχνίσατε
στ΄αλώνια της αλαζονείας και της ταπείνωσης
κρατήστε τον καρπό αλλά
δώστε μου πίσω το άγανο
το άγανο που τ’ αφήσατε του ανέμου
και χάθηκε χρυσίζοντας
προς τον βαθύψηλο ουρανό.

………………………………………………………………..

Έμπλεος από σένα
πώς κι από πού να σε φωνάξω;
Χύνεται μέσα μου η φωνή μου
και δεν μ’ ακούς και δε μ’ακούω
και σε ζητώ και δε σε βρίσκω
γιατί είσαι όπου είμαι
κι είμαι όπου είσαι
και κανείς μας δεν είναι όπου είναι.

Απροσδιόριστοι στον κόσμο
Ένα κυμάτισμα είμαστε ένα τρέμισμα
έρωτα το είπαν
ποίηση το είπαν…

Ας ήταν να βρεθούμε
έξω από μένα
έξω από σένα
γιατί περνάει η ώρα και βραδιάζω.

Στα δυτικά μου πάντα ήθελα να’ σουν
να μου γνέφεις
απ’ τα βαθιά των ημερών.

………………………………………………………………..

Ένας ο βίος κι αγύριστος κι όλα του αμετάκλητα
ό,τι είπαμε και πράξαμε δε σβήνει ούτε ξεγίνεται
μα η μνήμη βολοδέρνει όλο στο κακό.
Γιατί ποιος λογαριάζει το καλό ποιος το θυμάται
το ρίχνεις στο γιαλό και χάνεται
μα το κακό πώς να χαθεί που είναι χαμός
με τίποτε δε σβήνει ούτε ξεγίνεται
για πάντα μένει και μας τυραννάει.

Και δε μιλώ για τύψεις.
Αυτές λίγο -πολύ όλους μας βολεύουν
είναι κρυφές οι τύψεις δεν εκτίθενται και
δεν σε εκθέτουν
δε σου στερούν υπόληψη κι αυτοεκτίμηση
μυθοποιούν τα κρίματά σου και τα παρασταίνουν
μέσα σου περίτεχνα
με νέες πάντα ερμηνείες και εκδοχές
και στο άλλοθι του θεατή του εαυτού σου
νιώθεις σιγά -σιγά να γίνεται η συγκίνησή σου
αισθητική
εν τέλει μια ποιητική του ήθους
κι αν σε τρελαίνουν κάποτε σε ξαγοράρη πήγαινε…

Ντροπή ξέρεις τι είναι κι ένιωσες ποτέ σου;
Αυτή δεν κρύβεται εκτίθεται και σ’ εκθέτει σε
φτυσιές και λιθοβολισμούς
αυτή δεν έχει αντισήκωμα
δεν την καλύπτει τίποτε στο πρόσωπό σου
και στη γυμνή της θέα εξαγριώνονται
όσοι δεν ντρέπονται ή φοβούνται να ντραπούν,
οι ανώδυνοι και ανεπαίσχυντοι κι ειρηνικοί,
και σου χυμούν με λύσσα να σε ξαποστείλουν
σε ανεξιλέωτο θάνατο.

Ντροπή ξέρεις τι είναι κι ένιωσες ποτέ σου;
Ντροπή ν’ ανοίγει να σε καταπιεί η γή
ντροπή
που έζησες
στον κόσμο ετούτον

Ο νεκρός της οθόνης

Έτσι όπως έγυρε στην τελική του πτώση
αρπάχτηκε από την οθόνη που έπεσε κι αυτή μαζί από πάνω
του
μανδύας διάτρητο σκοτάδι.
Τρέξαμε τον σηκώσαμε και στα κρυφά περάσαμε στην έξοδο
κινδύνου
έμπαζε από παντού αναφυλλητό
η νύχτα της Αθήνας ξέβραζε ναυάγια τραγουδιών και σάπια
φώτα
κι η σκάλα φρέαρ στο πουθενά.

Ίλιγγοι και στροφές η κάθοδος.
Χυμούσε από ψηλά να μας τον πάρει ο ουρανός
και κάτω μας λυσσομανούσαν υποχθόνια πνεύματα
κάθε σκαλί μάς σκαμπανέβαζε σαν κύμα
– κι η σκάλα ανέβαινε; κατέβαινε; –
μα εμείς γερά κρατούσαμε
παληοί της συντεχνίας
μανουβραδόροι σε λιμάνια και σταθμούς
σε αναχωρήσεις και αφίξεις
για τα μεγάλα βάσανα και τα βαριά τα πένθη
βαστάζοι των αβάσταχτων κι ασήκωτων του κόσμου.

… Αγέρωχος, αγαλματένιος μες στην πίκρα του
άσπρα κοράλλια οι ξεραμένοι αφροί στα χείλη του
η θάλασσα απ’ τα μάτια του φευγάτη
ολόσωμος μέσα στη νύχτα φωσφορίζων
σήματα κρυπτογραφικά απόκοσμα μηνύματα.

Όχι, θα τον αφήναμε στον έλεο του κοινού
σε ασθενοφόρους κριτικούς και περιπολικούς
δημοσιογράφους
για την των παθημάτων κάθαρση…
Aσ’ τους να ψάχνονται οι περίοπτοι θεατές στην αίθουσα
όταν ανάβουνε τα φώτα κι ασβεστώνονται οι ψυχές.
Ίσαμε εδώ η μέθεξη.
Μας παίξατε, κύριοι, στην τέχνη και μας χάσατε.

… Κι έτσι, τρεκλίζοντας, αγκαλιαστά μπουκάραμε
απρόσκλητοι
στο Poetry Bar.
Κονιάκ!… και μη μου λες εμένα “κλείνουμε” παλιορουφιάνα
Ποτήρι και στον φίλο μας… Και μακριά τα χέρια απ’ τον
συναγερμό.
Τώρα θα δεις τι θα πει μεθύσι των νεκρών.
Δεν είμαστε ποιήματα για απαγγελία και πώληση αλλά για
αυτοπυρπόληση.

Κάθε πρωί εξαφανίζουνε τις στάχτες μας.

Ουαρσάν Σάιρ, ένα ποίημα

12063707_518619718287586_4634345264663892645_n

Κανένας δεν αφήνει την πατρίδα του,

εκτός αν πατρίδα είναι το στόμα ενός καρχαρία

τρέχεις προς τα σύνορα μόνο όταν βλέπεις

ολόκληρη την πόλη να τρέχει κι εκείνη

οι γείτονές σου τρέχουν πιο γρήγορα από σένα

με την ανάσα ματωμένη στο λαιμό τους

το αγόρι που ήταν συμμαθητής σου

που σε φιλούσε μεθυστικά πίσω από το παλιό εργοστάσιο τσίγκου

κρατά ένα όπλο μεγαλύτερο από το σώμα του

αφήνεις την πατρίδα

μόνο όταν η πατρίδα δε σε αφήνει να μείνεις.

κανένας δεν αφήνει την πατρίδα εκτός αν η πατρίδα σε κυνηγά

φωτιά κάτω απ΄ τα πόδια σου

ζεστό αίμα στην κοιλιά σου

δεν είναι κάτι που φαντάστηκες ποτέ ότι θα έκανες

μέχρι που η λεπίδα χαράζει απειλές στο λαιμό σου

και ακόμα και τότε ψέλνεις τον εθνικό ύμνο

ανάμεσα στα δόντια σου

και σκίζεις το διαβατήριό σου σε τουαλέτες αεροδρομίων

κλαίγοντας καθώς κάθε μπουκιά χαρτιού

δηλώνει ξεκάθαρα ότι δεν πρόκειται να γυρίσεις.

πρέπει να καταλάβεις

ότι κανένας δε βάζει τα παιδιά του σε μια βάρκα

εκτός αν το νερό είναι πιο ασφαλές από την ξηρά

κανένας δεν καίει τις παλάμες του

κάτω από τρένα, ανάμεσα από βαγόνια

κανένας δεν περνά μέρες και νύχτες στο στομάχι ενός φορτηγού

τρώγοντας εφημερίδες

εκτός αν τα χιλιόμετρα που ταξιδεύει

σημαίνουν κάτι παραπάνω από ένα ταξίδι.

κανένας δε σέρνεται

κάτω από φράχτες

κανένας δε θέλει να τον δέρνουν

να τον λυπούνται

κανένας δε διαλέγει τα στρατόπεδα προσφύγων

ή τον πλήρη σωματικό έλεγχο σε σημεία

όπου το σώμα σου πονούσε

ή τη φυλακή,

επειδή η φυλακή είναι ασφαλέστερη

από μια πόλη που φλέγεται

και ένας δεσμοφύλακας το βράδι

είναι προτιμότερα από ένα φορτηγό

γεμάτο άντρες που μοιάζουν με τον πατέρα σου

κανένας δε θα το μπορούσε

κανένας δε θα το άντεχε

κανένα δέρμα δε θα ήταν αρκετά σκληρό

για να ακούσει τα:

γυρίστε στην πατρίδα σας μαύροι

πρόσφυγες

βρομομετανάστες

ζητιάνοι ασύλου

που ρουφάτε τη χώρα μας

αράπηδες με τα χέρια απλωμένα

μυρίζετε περίεργα

απολίτιστοι

κάνατε λίμπα τη χώρα σας και τώρα θέλετε

να κάνετε και τη δική μας

πώς δε δίνουμε σημασία

στα λόγια

στα άγρια βλέμματα

ίσως επειδή τα χτυπήματα είναι πιο απαλά

από το ξερίζωμα ενός χεριού ή ποδιού

ή τα λόγια είναι πιο τρυφερά

από δεκατέσσερις άντρες

ανάμεσα στα πόδια σου

ή οι προσβολές είναι πιο εύκολο

να καταπιείς

από τα χαλίκια

από τα κόκαλα

από το κομματιασμένο κορμάκι του παιδιού σου.

θέλω να γυρίσω στην πατρίδα,

αλλά η πατρίδα είναι το στόμα ενός καρχαρία

πατρίδα είναι η κάνη ενός όπλου

και κανένας δε θα άφηνε την πατρίδα

εκτός αν η πατρίδα σε κυνηγούσε μέχρι τις ακτές

εκτός αν η πατρίδα σού έλεγε να τρέξεις πιο γρήγορα
να αφήσεις πίσω τα ρούχα σου

να συρθείς στην έρημο

να κολυμπήσεις ωκεανούς

να πνιγείς
να σωθείς

να πεινάσεις

να εκλιπαρήσεις

να ξεχάσεις την υπερηφάνεια

η επιβίωσή σου είναι πιο σημαντική.

κανένας δεν αφήνει την πατρίδα εκτός αν η πατρίδα είναι

μια ιδρωμένη φωνή στο αυτί σου

που λέει

φύγε,

τρέξε μακριά μου τώρα

δεν ξέρω τι έχω γίνει

αλλά ξέρω ότι οπουδήποτε αλλού

θα είσαι πιο ασφαλής απ΄ ό,τι εδώ»

*Η Ουαρσάν Σάιρ γεννήθηκε στην Κένυα και μεγάλωσε στην Αγγλία. Η πρώτη πλήρης ποιητική συλλογή της αναμένεται να κυκλοφορήσει το 2016. Το ποίημα αυτό και την εικόνα της ανάρτησης είναι από τη σελίδα της φίης Αλεξάνδραας Βουτσίνου στο facebook.

Θάνος Ανεστόπουλος, Απουσία

dtbook031015a

Βουρκωμένη έρημη νύχτα
Πνίγει τις φωνές μέσα μου, τις φωνές απ’ τον πεζόδρομο
Τη βοή απ’ τα καθισμένα παιδιά στο πλακόστρωτο
που σιγά σιγά όσο περνάει η ώρα και πάει να ξημερώσει
εξασθενεί.
Τα στόρια απ’ τα δυο μου παραθύρια
-καπάκια από φέρετρα- κηδεία της νύχτας
Το κλείσιμό τους – αρραβώνας με την μέρα
Το δάκρυ ενός παιδιού πάνω απ’ την κιθάρα του
η τελευταία ανάμνηση.
Το τελευταίο χτύπημα.
Έτσι είναι οι νύχτες μου από ’δω και πέρα.
Μοιρασμένες σε κενοτάφια που δημιούργησε η απουσία.
Βυθισμένες σε πονεμένα σπλάχνα.
Βροχή από αλάτι
Και ένα βουνό από σπασμένα σώματα να βαραίνει
την προσπάθεια για ύπνο λευκό.
Τώρα είμαι ξυπόλητος γυμνός πάνω από τα μαχαίρια
κάτω απ’ τις μυλόπετρες
του μελανιού.
Μόνος με τα χέρια μου γεμάτα με πετράδια
απ’ τα μαλλιά της.
Καθώς με νιώθω ακίνητο
στην μέση του στενού αυτού δωματίου
Η μοναξιά τυλίγει αυτό που άγγιξα με τα μάτια.
Αυτήν την χαίτη, της βουρκωμένης έρημης νύχτας.
Καθώς με βλέπω αΰπνωτο
Σπίτι έρημο
Και πρωινό θολό
Σαν χώρα μοιάζω.

Δεν θέλω τα χέρια μου να χάσω.
Δεν θα χω χέρια να μου χαϊδέψουν το πρόσωπο
Δεν θα χω χέρια να σου χαϊδέψουν το πρόσωπο
Δεν θα χω χέρια να αφήνονται στις αισθήσεις με το νερό
στην επαφή με την φωτιά
ν’ αγγίζουνε φρούτα
ν’ ανάβουν το λιβάνι
να ντύνονται με δαχτυλίδια
να σφίγγουν τις χορδές
να ερωτοτροπούν με τα γέρικα πλήκτρα του πιάνου
να βαστάνε τις λύπες
να τρυπούν τους πόνους
να μετράν τον πυρετό
να ξεμπλέκουν τα μαλλιά σου
να συλλέγουνε φιλιά
να γεμίζουνε πληγές
να θεραπεύουν τις πληγές
να καθαρίζουν τα έπιπλα
να υφαίνουν όνειρα
να πιάνουν τον θερμό αέρα το καλοκαίρι
βγαλμένα έξω απ’ το παράθυρο του αυτοκινήτου
τρέχοντας στην μεγάλη λεωφόρο της ζωής
να ξεκουράζονται στο στήθος σου
να τεντώνονται οι φλέβες τους στον μόχθο
να ανοίγουν δρόμο στο σκοτάδι
να γυρίζουν τις σελίδες στο ατέλειωτο βιβλίο
να δένουν τα κορδόνια σου όταν εσύ δεν μπορείς να σκύψεις
γιατί κρατάς το βάρος της αγάπης μας
να αποκαλύπτουν την βαθιά χαρά
μιας έντιμης ζεστής χειραψίας
να σκουπίζουν την απληστία απ’ τα χείλη
να χειροκροτούν την αρχή του έρωτα
να μπήγουν τα νύχια στην σάρκα, στο τέλος του.

Αντί για τα Χέρια ας χάσω τα Μάτια.
Την ομορφιά την θυμάμαι… θα βλέπω!

alt

*Από τη συλλογή ποιημάτων και σχεδίων με τίτλο “Αρχίζω με το σ’ αγαπώ”, εκδόσεις bibliotheque, 2015.

Νεκταρία Μαραγιάννη, Η μοναξιά του ηγέτη

images

ανέραστος
άοπλος
άρρωστος
παράφορα εκδιδόμενος μονάρχης
της ανυπαρξίας

ηγέτης
παρότι του έχουν ευνουχίσει την ηγεμονία

Νέττα, 18/8/2015

Γιώργος Γκανέλης, Άστεγοι

28-10-2013+9-22-12+μμ

Μέσα στις σπηλιές του σώματός σου κρύβομαι
τυφλός ζητιάνος και προσκυνητής˙
έρχονται δύσκολες μέρες
οι αγκαλιές θα μοιάζουν σωσίβια
τα χάδια καταφύγιο σωτηρίας.
Οι νύχτες μου έχουν πολύ δρόμο
κι εμείς που νομίζαμε πως ξεφύγαμε
απ’ τις Συμπληγάδες του χρόνου
κυνηγάμε μιαν ανάσα ατίθαση τα ξημερώματα
και τα δειλινά ένα ψήγμα ελπίδας.

Εμπροσθοβαρείς και μόνοι
χαράζουμε τον ήλιο του μεσημεριού
με ανοξείδωτο μαχαίρι.
Σπίτι δεν έχουμε
ούτε και μόνιμες ιδέες
ανασφαλείς απόμαχοι της ζωής
περιμένουμε το τελευταίο σινιάλο.

*Από τη συλλογή «Χρεοκοπία ιδεών», Εκδόσεις Στοχαστής, 2014.

Wislawa Szymborska, Τίποτα δεν είναι δώρο

12036928_893294194090573_5176103794758047573_n

Τίποτα δεν είναι δώρο, όλα βασίζονται στο δάνειο.

Πνίγομαι στα χρέη ως τ’ αυτιά μου.

Θα πρέπει να πληρώσω για τον εαυτό μου

με τον εαυτό μου,

να παραιτηθώ απ’ τη ζωή μου για τη ζωή μου.

Να πώς έχουν κανονίσει τη συμφωνία:

μπορώ να επανακτήσω την καρδιά,

το συκώτι επίσης

και το κάθε μου δάχτυλο στο χέρι και στο πόδι.

Πολύ αργά για ν’ ακυρώσω τους όρους,

τα χρέη μου θα ξεπληρωθούν

και θα με γδύσουν απ’ το δέρμα μου

ή, για την ακρίβεια, θα με γδάρουν.

Κυκλοφορώ στον πλανήτη μας

σ’ ένα συνωστισμό από άλλους χρεώστες.

Μερικοί είναι σαμαρωμένοι το φορτίο

της εξόφλησης για τις φτερούγες τους.

Άλλοι, θέλοντας και μη,

έχουν να δώσουν λογαριασμό

για το κάθε φύλλο τους.

Κάθε ιστός μέσα μας βρίσκεται
στη στήλη της χρέωσης.

Ούτε ένα πλοκάμι ή ένα βλαστάρι

πρόκειται να διατηρηθεί.

Η απογραφή, μ’ άπειρες λεπτομέρειες,

υποδηλώνει ότι θ’ απομείνουμε

όχι μόνο μ’ άδεια χέρια

αλλά ακόμα και χωρίς χέρια.

Δεν μπορώ να θυμηθώ

που, πότε και γιατί

επέτρεψα σε κάποιον ν’ ανοίξει

αυτόν τον λογαριασμό στ’ όνομά μου.

Αποκαλούμε τη διαμαρτυρία για όλ’ αυτά

ψυχή.

Και είναι το μόνο κονδύλι

που απουσιάζει απ’ τη λίστα.

*Μετάφραση: Βασίλης Καραβίτης. Το ποίημα και η εικόνα αναδημοσιεύονται από τη σελίδα του Γιώργου Γκανέλη στοfacebook.

Έρμα Βασιλείου, Δύο ποιήματα

304988_292605717520489_1584056976_n

Πυρακτωμένο σημάδι

Και τώρα
με το σημάδι στο πόδι
με το πυρακτωμένο σημάδι και το κορμί να λείπει
μοιάζω ανώνυμη
το ξέρω πως με έντυσαν όλοι
πως με είδαν τα φώτα του πρωινού
να ναρκώνομαι ακόμα και στη λάβα
το ξέρω αρνήθηκα το ταμπάκο της κοίμησης
…κοιμούνται μόνο όσοι αποφάσισαν

δεν άντεξε το σώμα τόση απελπισιά
κοιμήθηκα
πέραν τούτου δεν ξέρω αν μπόρεσα στον ύπνο μου
να κρατήσω την παρθενιά μου
δεν την έδωσα χωρίς καπνό που στέλνει μηνύματα πολέμου
δεν την έδωσα
και πάλι εδώ που ήρθα στο νότο
μαζί με άλλους με τους οποίους ποτέ δεν έμοιασα
-και μάλιστα τόσο που μοιάζοντάς τους θα απείχα από τα χνώτα μου-
μάλιστα εδώ στο νότο δεν μου είπαν
πως ακόμα κι ένα πόδι όταν κοπεί κομμάτια
μπορεί να περπατήσει με την ελπίδα των άλλων
και είπα δεν θέλω άλλες ελπίδες
είμαι γεμάτη από τ’ ανδραγαθήματα και τις πομπώδεις
φωνές των ευέλπιστων ανέλπιστων
θέλω να κτίσω δυο λόγια
δυο λόγια μόνο, ακόμα και με ένα πόδι
ακόμα και με ένα χνάρι χέρι
δυο λόγια δικά

***

Μεγάλο στήθος, μικρό στήθος

Τελείωσες
τον πρώτο σου πίνακα
από το σχήμα του σώματός μου
αλειμμένο με ακρυλικές ουσίες
και η πιο μικρή λεπτομέρεια
κι αμυχή
με τύλιξες σε σεντόνι
στα μαλλιά των στρειδιών και της πέτρινης σιωπής
με επιούσια χρώματα
τα ανακάτεψαν οι μέλισσες
στην αγάπη τους για το κίτρινο

είπες πως το στήθος μου ήταν πελώριο
δεν χωρούσε στο σεντόνι
θα σκόρπιζε τα χρώματα
σε σχέδια αλλόκοτα
-εγώ δεν το είχα προσέξει
πως είχα μεγάλο λιμάνι για να φύγεις-

τα δέντρα μπορούν κι απλώνονται
στη θάλασσα
απλώνονται στα χρώματα
σε σχήματα σα γύρη
σε γύρη που έχει κέντρο
σε κέντρο που έχει πλευρά
που αγγίζω και μετρώ
καρδιά που κτυπά

μα δεν το είχα προσέξει…
πως είχα μεγάλο στήθος

{…}
πήρες άλλο μοντέλο, μικρά λιμάνια
το ίδιο όμορφα
ίδια χρώματα άλειβες
έφτανε τουλάχιστον το σεντόνι
δεν περίσσευε
με λίγη συντήρηση μνήμης
όλα έφταναν

{…}
θα έβγαινες είπες
από το πρώτο επίδομα εργασίας
αν το μοντέλο σώμα μου ταίριαζε
στην αναπαράσταση των χρωμάτων σου
θα το λήστευε η τέχνη σου…
ληστεύεται το φυσικό λιμάνι;

λιγόστεψα το στήθος μου με κίνδυνο
να φτάνει στο σεντόνι με τ’ ακρυλικά σου

{…}

*Από τη συλλογή “Μουσώνες”, Εκδόσεις Αφροδίτη, Μελβούρνη 2015. Η εικόνα της ανάρτησης είναι έργο του ζωγράφου και ποιητή, Χρήστου Ζάχου.

Κωνσταντῖνος Π. Καβάφης, Ὅσο μπορεῖς

Κι ἂν δὲν μπορεῖς νὰ κάμεις τὴν ζωή σου ὅπως τὴν θέλεις,
τοῦτο προσπάθησε τουλάχιστον
ὅσο μπορεῖς: μὴν τὴν ἐξευτελίζεις
μὲς στὴν πολλὴ συνάφεια τοῦ κόσμου,
μὲς στὲς πολλὲς κινήσεις κι ὁμιλίες.

Μὴν τὴν ἐξευτελίζεις πηαίνοντάς την,
γυρίζοντας συχνὰ κ’ ἐκθέτοντάς την
στῶν σχέσεων καὶ τῶν συναναστροφῶν
τὴν καθημερινὴν ἀνοησία,
ὡς ποὺ νὰ γίνει σὰ μία ξένη φορτική.

Foto%2520by%2520Ben%2520Stoate%255B8%255D

*Το ποίημα, το βίντεο και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από το ιστολόγιο Λογοτεχνία 21 στη διεύθυνση http://logotexnia21.blogspot.gr/2015/09/blog-post_24.html

Θεοχάρης Παπαδόπουλος, Θρήνος

201_2015_9_4_22_58_51_b2

Φουρτούνιασε η θάλασσα.
Απελπισμένα κύματα
χτυπιούνται στα βράχια.
Η θάλασσα φωνάζει:
-Όχι, άλλον ΑΪλάν!
Και φτάνει ο αντίλαλος
στη Λαμπεντούζα,
στο Φαρμακονήσι
και σ’ όλη τη Μεσόγειο.
Κλαίνε οι γλάροι:
-Όχι, άλλον Αϊλάν!
Και μένει μέσα μου ο θρήνος,
που κάθε βράδυ με ξυπνά
και μου ζητάει να παλέψω.

Χρήστος Αρμάντο Γκέζος, Τέσσερα ποιήματα

bonet_5

ειδοποιητήριο θανάτου

Περπατούσα κι είδα καρφωμένη στην κολόνα
την αναγγελία της κηδείας μου.
Ένα σκισμένο, σαν τη ζωή μου, ήταν χαρτί.

«Τον αγαπητό μας εχθρό
κι αντίπαλο και σκουλήκι
κηδεύομεν σήμερον.
Απεβίωσε ετών μηδέν,
ώρα αγνοουμένη
κάπου μεταξύ μεσονυκτίου και χαραυγής,
εν μέσω ύπνου, δυστυχής,
κι ονείρων.
Οι τεθλιμμένοι, λατρευτοί του δολοφόνοι».

Φόρεσα το δέρμα μου και κίνησα για το μέρος.
Ένα μεγάλο φράκτη κάγκελα βρήκα
και μέσα άνθρωποι πολλοί γύρω απ’ τον τάφο
με το πρόσωπό μου στους ώμους τους.
Φύγε, φώναξαν όλοι μαζί,
καθώς άνοιγα με τα κλειδιά του σπιτιού μου.
Δεν επιτρέπονται ‘δω πέρα ξένοι.

***

οικογενειακή γιορτή

Ήταν στο χριστουγεννιάτικο τραπέζι
η μάνα μου, ο πατέρας, ο Φραντς κι εγώ.
Ο πατέρας μού έτρωγε το χέρι
κι εγώ με το άλλο ανακάτευα το μυαλό μου,
ψάχνοντας να βρω το κουτάλι που είχε πέσει μέσα.
Η μάνα,
μοναδική γυναίκα πια στον κόσμο,
κρατούσε την ομπρέλα για να μην πέφτουν
οι βόμβες στα κεφάλια μας.
Κι ο Φραντς στη μέση του τραπεζιού
περίμενε τον πατέρα μας να τελειώσει μαζί μου.

Ο Φραντς
πάνω στη μεγάλη ασημένια πιατέλα
μ’ ένα μήλο στο στόμα.

***

ο κιτρινολαίμης

Ας κάνει κάποιος θεός
να προφτάσω τον κιτρινολαίμη.
Ας κάνει να μείνει ζωντανός
κάπου μες στο σύμπαν,
για να ξέρω απλώς ότι υπάρχει
κι ότι αναδεύει το τίποτα με τα φτερά του.
Να με κρατά η προσμονή
μην τύχει κάποτε και τόνε δω
να ξετρυπώνει με το ράμφος του μια νύμφη
απ’ τα σπλάχνα μιας βελανιδιάς.

Ας κάνει κάποιος άνθρωπος
Θεός να υπάρξει,
που θα μου φυλάξει
έναν μοναχά μικρό
κιτρινολαίμη.

***

ηδονίζονται

Με ρωτούν στον δρόμο οι περαστικοί:
Γιατί κρατάς τα φρύδια σου σφιχτά κατεβασμένα;
Ηδονίζονται να το ακούν:
Για να μην μου βγάλετε τα μάτια.

*Από τη συλλογή “Ανεκπλήρωτοι φόβοι”, εκδ. Πολύτροπον