Γιώργος Γκανέλης, Δύο ποιήματα

Φωτογραφία: Γιώτα Παναγιώτου

Φωτογραφία: Γιώτα Παναγιώτου

ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ

Στον Μάριο Χάκκα

Η εξουσία σε συνθλίβει, σου στερεί τα όνειρα
δεν έχεις πια βούληση επιλογής, δεν έχεις τίποτα
είσαι μια κενή σελίδα στο καλάθι αχρήστων
που θα φορτωθεί σε κάποιο απορριμματοφόρο.
Η φωνή σου μια παροπλισμένη κραυγή
σ’ έναν πόλεμο με χαμένες μάχες.

Κι όμως αντιστέκεσαι ακόμα
διεκδικώντας τη φετινή άνοιξη
που πρόβαλε μέσα απ’ το δάσος της Καισαριανής
ρίχνοντας πάνω στα ερείπια λίγο φως.

***

ΑΠΑΘΕΙΑ

Ν’ αρχίζεις το πρωί με χαμόγελο
είναι πια μια πολυτέλεια
να τελειώνεις το βράδυ με λυγμό
μια αναγκαστική συνήθεια.
Να είσαι ο εαυτός σου δύσκολο
να κρύβεσαι πίσω από σκιές θεμιτό.
Έχουν αλλάξει οι ρόλοι
μας έχουν καθυποτάξει οι μέτριοι
κι εμείς θεατές των εξελίξεων.

Φτάσαμε στα πρόθυρα του τίποτα
με υποσχέσεις χωρίς προστατευτικό κάλυμμα.
Οι ουρανοί διάτρητοι, το μέλλον αβέβαιο.
Κι οι τουρίστες στο Σύνταγμα
με το σακίδιο στον ώμο ν’ απορούν
βλέποντας επαίτες στους δρόμους
να εκλιπαρούν για βοήθεια.

Η απάθεια είναι μια ακόμη ήττα.

*Από τη συλλογή “Χρεοκοπία ιδεών”, Εκδόσεις Στοχαστής, 2014.

Μαρία Σερβάκη, Από τη συλλογή “Ο Οδοιπόρος”

12065748_438363473022028_7411074967835621250_n

Χωράφι με χαμομήλια Μετά η βροχή
Επαίτης των αστεριών ο αυτοεξόριστος
Εσύ εσύ που περπατάς με τους νεκρούς αιώνες τώρα
περπατάς με τούς νεκρούς
Ήχοι ήχοι που με κυνηγούν
Ο θάνατος μας αποδομεί, είπε ο Οδοιπόρος. Ο θάνατος είναι
η μαγεία της ζωής
Συντέλειες οστών πνεύματα της πέτρας
Ήχοι ήχοι ήχοι
Ο θάνατος είναι η σαγήνη της ζωής
Το μόνο που ελπίζεις είναι πως κάποτε θα γλιστρήσεις κατά εκεί

***

Η χώρα αυτή που δεν είναι πια η πατρίδα μας
Θυμήσου
Όρθροι και λιβανωτά καμπάνες
Πρόσωπα ψίθυροι πρόσωπα αναφιλητά
Χλωμές αυτοκρατόρισσες καλόγριες
Τάματα μαυρισμένα από κεριά
Θυμήσου θυμήσου
Μεσουρανήματα αρπαχτικά αποθεώνοντας ορίζοντες
Γη μου ω γη μου
Κρίμα μου
Φωνή μου
Κι ω τώρα ω τώρα
Κατεδαφισμένη ένα παραστράτημα των καιρών
Και πού ο θρύλος σου ψυχή μου γυρισμός

***

Βρίσκομαι κάπου… Βρίσκομαι πού; Κι άραγε; πού αλλού
στο χρόνο;
Τούτος ο χρόνος, ο χώρος τούτος, η σιωπή;
Χαρτιά… βιβλία, χειρόγραφα, φυλλάδια… Σκόνη, μαύρη σκόνη,
σκόνη παντού… Το φως ελάχιστο. Κάποτε το φως δυναμώνει.
Δεν υπάρχει τίποτα εδώ μέσα ζωντανό… πότε πότε κάποιος
έρχεται…
δεν τον βλέπω μα τον αισθάνομαι… πάντοτε ο ίδιος…
κάπου κοντά μου μοιάζει να στέκεται…
Πού τέλος πάντων βρίσκομαι;

*”Ο Οδοιπόρος”, Εκδόσεις Εκάτη, Αθήνα 2013.

Ευτυχία Παναγιώτου, Ποιήματα από τη συλλογή “Ο μέγας κηπουρός”

Shepard Fairey, Eye alert  cream6

Shepard Fairey, Eye alert cream6

——————-ανείπωτες λέξεις
———————

φοβάμαι την κουκουβάγια στο λαιμό σου
τ’ ανείπωτα λόγια, πριν απ’ τον πυρπολισμό
τις αναβάσεις μας σε ράφια σαν βιβλία,
διανοητικές διαδρομές, ερωτευμένων ματιές,
κι όλα τα όνειρα που ξυπνούν τα βράδια,
περιπλανώμενες γάτες.
————–
τα λόγια που ηχούν σαν βδέλλες
τα «έτσι είν’ η ζωή», τα «τι να κάνουμε»
τα υγρά χαρτομάντιλα, τα σκισμένα γράμματα
τις φωτογραφίες τις ζεστές και τις κινούμενες
μνήμες, μνήμα·
το αξημέρωτο αύριο
——————
η σκουριασμένη κουκουβάγια στο λαιμό σου
το σπάραγμα των ονείρων μου
η κατακρεούργηση της γυναίκας
εντός μου: θύμησες θέλω θάνατος
—————–
η σκιά μου.
——————–
—————-τόκος
——–

λυπημένο μακιγιάζ παραπατάει στον καθρέφτη μου.
αλήτες, ξεβγαλμένα χρώματα από τούφες μαλλιών.
η επέκταση του μαύρου γίνεσαι το φευγαλέο βήμα
από δέρμα σε νεροχύτη γλίστρησες – βρώμικο νερό.
——————
ξεγεννάω άλλο ένα όνειρο, μορφή Εφιάλτη,
και ράβω τα ίχνη σου έκτακτα σ’ ένα στομάχι κενό.
πώς μ’ αδειάζει ο πόνος στο πάτωμα;
είναι σαν να ‘χω φύγει.
—————
ποτέ το πρόσωπο μου δεν θα μείνει καθαρό.
——————

*Από το http://moggolospolemistisvalkaniosagrotisoklonos.wordpress.com/2010/03/13/panagiotou/

—————-ο μέγας κηπουρός

Στον Μίλτο
παραλογίζεται τα βράδια ο κηπουρός μου.
σπείρει λέξεις στο χώμα
θάβει λέξεις κάτω απ’ το χώμα.
λέξεις λαβωμένες, πρώτα τις χτυπά
τις δένει έπειτα χωρίς φόβο
οίκτο ποτέ του δεν νιώθει γι αυτές,
κλαίνε σπαράζουν σκούζουν καταριούνται
– λέξεις είναι –
τις βουβαίνει.
το καταφέρνει το αίμα.
δεν είναι ο κηπουρός μου αυτός.
—————–
σπείρει το θάνατο
με σπέρνει θάνατο
γίνομαι θάνατος.
—————-

———————-μα εσύ ήσουν φτιαγμένος γι αγάπη
———————
έκλαιγες στην πόρτα μου σαν το τελευταίο του δρόμου σκυλί,
να σ’ αγαπήσω ήθελες για λόγους αρχής.
σ’ είχα αγαπήσει, στην αρχή, από έλλειψη, μετά ήρθαν οι τύψεις.
ο οίκτος άνοιγε την πόρτα να σ’ ακούσει, μετά μιλούσε ο θυμός
που γινόμουν ίδιο κουρέλι στη μοκέτα να σκουπίζω τα αίματά σου.
η καρδιά σου, σβούρα, σε περιφέρει σ’ ένα θάλαμο αερίων.
είσαι θολωμένος πάλι απ’ το πιοτό, πάλι χυμένος είσαι σ’ ένα στίχο.
παραμορφώνεσαι.
——————-
είχες φρέσκα λουλούδια στο βάζο της ύπαρξης το τεράστιο.
———————
η τελευταία φορά που σ’ είχα δει ήταν σε μια φωτογραφία.
κράταγες τσιγάρο, φόραγες χαμόγελο, γύρω σου στοίβες βιβλία,
πολλά βιβλία και σημειώσεις πολλές σημειώσεις.
—————-

*Η Ευτυχία Παναγιώτου γεννήθηκε το 1980 στη Λευκωσία. “Ο μέγας κηπουρός”, το πρώτο της βιβλίο, κυκλοφόρησε το 2007.

Ντέμης Κωνσταντινίδης, Ποίημα

migrants-630_0

Κύματα ρίγη
κρατημένες ανάσες-
φουσκωτό σκάφος.

Ο προβολέας
φωτίζει ένα μέρος-
σκυφτά κεφάλια.

Ανάμεσά τους
παιδάκια που κοιμούνται-
κλειστά μπουμπούκια.

Έχει κανένα
νόημα τ’ ανθρώπινο;
Αναρωτιέμαι.

Μιχαήλ Μήτρας, Δύο ποιήματα

Screen+Shot+2015-09-27+at+6.42.52+PM


ΑΣΚΗΣΗ ΟΜΙΛΙΑΣ

ας μιλήσει κάποιος γιατί δεν μιλάς

διστάζει να της μιλήσει τώρα μπο­-

ρείτε να μιλήσετε αποφεύγει να του

μιλήσει προτιμώ να μιλήσω αργότε-

­ρα συνέχιζε να μη μιλά έχουμε καιρό

να μιλήσουμε είπε αν του είχε μιλήσει

έγκαιρα θα πούμε πολλά όταν συνα­-

ντηθούμε δεν καταλαβαίνω τι μου λες

μιλούσε χωρίς ν’ ακούγεται να μου το

πεις ξανά ο θόρυβος σκέπαζε τις ομι­-

λίες ποιος το είπε αυτό μίλησε μου

***

ΤΑΣΕΙΣ ΦΥΓΗΣ

να φύγει θέλει να φύγει να φύγει να δεν

θέλει να φύγει όμως δεν μπορεί να φύγει

πώς να φύγει πού να φύγει με τι να φύγει
να φύγουν θέλουν να φύγω να φύγουν να

φύγω θέλω να φύγω να φύγουν θέλουν να

δεν μπορώ να φύγω δεν μπορείς να φύγεις

θέλεις να φύγεις θέλουν να φύγουν όμως

δεν μπορείς να φύγεις να φύγεις να φύγεις

θέλουν να φύγουν θέλω να φύγω να φύγεις

μπορούν να φύγουν δεν μπορείς να φύγεις

να φύγω να φύγει να φύγει να φύγουν δεν

*Από τις «Διακριτικές Μεταβολές»
, συγκεντρωτική έκδοση ποιημάτων του, 1982-2002, Εκδόσεις, Απόπειρα, 2004.

Βάγια Κάλφα, Δύο ποιήματα

11796193_10204527271123442_1625895287585916193_n

ΑΝΘΡΩΠΟΙ

Ζητάνε

Βοήθεια

Κάτω από τις

Μεγάλες ταμπέλες
Και βγαίνουν γιγάντιοι

Λίγο

Μετά μακραίνουν

Μικραίνουν

Χάνονται

Μέσα στην

Ανθρώπινη θάλασσα

Κι έρχεται ένα ακόμη

Ανθρώπινο κύμα
Τους τσαλαπατά

***

Η ΟΥΡΑ ΤΩΝ ΑΝΕΡΓΩΝ

Δεν έχουν διάθεση

Καμιά για φιλίες, χειραψίες

Κι άλλες κοινωνικότητες

Εγκλωβισμένοι

Στα λαμπρά τους προσόντα

Δεν πιάνουν κουβέντα

Απροσχημάτιστα κρατούν

Αποστάσεις

Βλέμμα πέρα ή μπροστά

Απ’ ανάγκη

Να διαχωρίσουν τη μοίρα τους

Θωμάς Γκόρπας, Ποίηση ανάμνηση από φίλντισι

532915+(1)

Ποίηση ανάμνηση από φίλντισι
άναμμα τσιγάρου κατά λάθος από φεγγάρι
δασκάλα μόνη μελαγχολική στο διάλειμμα
ένα βιολί που παίζει μοναχό του
χαλκός χαλκωματένια χαλκωματάς
–όλα τα παλιά γυαλίζω
πεταλούδα που γλιτώνει από τη φωτιά
φωτιά που γλιτώνει από τα νερά
βιολέτες σ’ άσπρο λαιμό
άσπρο άλογο που τρέχει σε μαύρο ουρανό
νύχτα στρωμένη τσιγάρα
λέξεις.

*Από το ποίηση ’76 http://www.ashinart.gr

Massimiliano Damaggio, Ποίημα της δύναμης πωλήσεων

url

Υπάρχει ο καιρός των νοικιασμένων ανθρώπων

στη σύμβαση διπλωμένων στα δυο

στην πράξη ν’ ανοίγουν διάπλατα το στόμα

το κέρμα για να καταπιούν: Συγχαρητήρια

μου λέει ο μάνατζερ, σημειώνετε πρόοδο

αλλά δεν ξέρετε από διαχείριση ατόμων

θέλει το καρότο, θέλει και το μαστίγιο

Υπάρχει ο καιρός των μηρυκαστικών

που ξέρουν την ενδότερη ηδονή του μαστιγίου

ο στόχος σας είναι να είστε ένα ελατήριο

να κουρδίζετε το νόημα των σωμάτων: εσείς

πρέπει να δρασκελίζετε το σωρό των ημερών

όπου πάνω του κάθεται ένας στόχος, που μας σημαδεύει

*Μετάφραση: Ευαγγελία Πολύμου. Από το Ποιείν στο http://www.poiein.gr

Κώστας Σοφιανός, Αστήρικτο

1613893_640399289379885_4463616727463050269_n

Παράλογη

μιά υποψία με πειράζει,

κάθε

που η “πένθιμη’ πομπή του επιταφίου

το σώμα περιφέρει του Κυρίου

στις γειτονιές.

Λαός χαριέντως λαμπαδηφορεί

κι ο στρατός – άγημα τιμητικό –

τον ύπνο του φρουρεί ενόπλως!

Τίποτα το παράξενο στο όλο σχήμα

- κι όμως,

κοιτώντας τους φαντάρους,

η κουστωδία έρχεται στο νου μου

κ’ εκείνο το:

κέλευσον ουν ασφαλισθήναι τον τάφον`

λες

και κρατεί, ακόμη ο φόβος ενδεχόμενης αναστάσεώς Του…

Άρης Αλεξάνδρου, Εισήγηση

ejoria

à la manière de Jdanov
 

 
και κατά συνέπεια η ποίηση
είναι μια υπόθεση αντικοινωνική.
Πιστεύει σε λέξεις και ιδεογράμματα
και δε βλέπει λόγου χάρη
πως άλλο ένα δέντρο να ξαπλωθείς στον ίσκιο του
κι άλλο το ίδιο δέντρο να πάρεις την ξυλεία του.
Το πράγμα είναι σοβαρό: Κάτω από τα σχήματα (δήθεν ποιητικά)
κρύβεται το μαχαίρι που μας χτυπάει πισώπλατα.
Εξομοιώνοντας τα πάντα
παραβλέποντας συνθήκες χρόνο τόπο
οι στιχοπλόκοι καταντούν να υποστηρίζουν
πως τα κόκκαλα κ’ οι φλέβες
βαραίνουνε το ίδιο στη ζωή του κάθε ανθρώπου
επιμένουν να πιστεύουν πως μια πληγή κακοφορμίζει
με την ίδιαν ακριβώς αιτιοκρατία
κι όταν την άνοιξαν οι σφαίρες
των αγροτών του Κόκκινου Στρατού
που χτύπησαν τους εργάτες διαδηλωτές του Βερολίνου
κι όταν την άνοιξαν τα βόλια
των εργατών της Deutsche Wehrmacht
τότε που τα δέχτηκαν στους δρόμους της Aθήνας οι γεωπόνοι σπουδαστές.
Ο ποιητής, ξεκομμένος απ’ τους πόθους του λαού
καταντάει τελικά να μην πασχίζει γι’ άλλο
παρά μονάχα πώς θα πει την προσωπική του αλήθεια
καταντάει να λέει τις σφαίρες σφαίρες
και τους πληγωμένους πληγωμένους
κι όλο το πρόβλημά του στενεύει μες στα όρια
μιας αναζήτησης σωστού λεξιλογίου
έτσι που με κάθε θυσία
αδιάφορος για όλα
ακόμα και την πάλη των τάξεων
να φτάσει τελικά να καυχηθεί
πως ναι, αυτό πάσχιζα να πω
όπως βλέπει ένα σώμα στερεό και σκέφτεται
“Τούτο δω ίσως νάναι κείνο που γυρεύω”
το παίρνει στο χέρι το ζυγιάζει και σκέφτεται
“Με τούτο δω, ίσως μπορέσω να καρφώσω μια πρόκα πίσω απ’ την πόρτα μου”
στεριώνει την πρόκα κρεμάει το σακάκι του και λέει
“Ναί, αυτό είταν που γύρευα.
Από δω και μπρος
τ ονομάζω
σφυρί”.
Η ποίηση λοιπόν είναι μια υπόθεση αντικοινωνική.
Το κόμμα οι οργανώσεις κυρίως η αγκιτπρόπ
έχουν καθήκον να
 
*Αυτό είναι το πρώτο ποίημα της συλλογής «Ευθύτης οδών» (1959), που μετά δημοσιεύτηκε και στη συγκεντρωτική έκδοση Ποιήματα 1941-1974. Στη συγκεντρωτική έκδοση υπάρχει στο τέλος η εξής σημείωση του ποιητή για το ποίημα αυτό: «Είναι γνωστή η κατ’ εισήγησιν του Ζντάνοβ απόφαση της Κ.Ε. του Κ.Κ.Σ.Ε. (μπ.), που είχε σαν συνέπεια, μεταξύ των άλλων, να καταδικαστεί σε πολύχρονη σιωπή η Άννα Αχμάτοβα».