Stephen Crane, The black riders and other lines [1] / Μαύροι καβαλάρηδες και άλλοι στίχοι (απόσπασμα)

crane_black-riders

I
Black riders came from the sea.
There was clang and clang of spear and shield,
And clash and clash of hoof and heel,
Wild shouts and the wave of hair
In the rush upon the wind:
Thus the ride of sin.

I
Μαύροι καβαλάρηδες ήρθαν από τη θάλασσα. [2]
Κι ασπίδων και δοράτων συγκλονισμός,
και καλπασμών αναβρασμός και ποδοβολητών·
άγριες κραυγές, παραδαρμός
λυτών μαλλιών στον άνεμο:
προελαύνει η αμαρτία.

II
Three little birds in a row
Sat musing.
A man passed near that place.
Then did the little birds nudge each other.
They said, «He thinks he can sing».
They threw back their heads to laugh.
With quaint countenances
They regarded him.
They were very curious,
Those three little birds in a row.

II
Τρία πουλάκια στη σειρά
κάθονταν και στοχάζονταν.
Πέρασε κάποιος από εκεί
και τα πουλιά σκουντήθηκαν.
«Αυτός νομίζει πως μπορεί να κελαηδήσει», κάγχασαν
και του έριξαν
παράξενες ματιές.
Ήταν σπουδαία ετούτα τα πουλιά,
τρία πουλάκια καθισμένα στη σειρά.

III
In the desert
I saw a creature, naked, bestial,
who, squatting upon the ground,
Held his heart in his hands,
And ate of it.
I said, «Is it good, friend?»
«It is bitter bitter», he answered; «But I like it
Because it is bitter,
And because it is my heart».

III
Είδα στην έρημο ένα πλάσμα
γυμνό, αποκτηνωμένο.
Καθότανε κατάχαμα, κρατούσε
στα χέρια την καρδιά του
κι έτρωγε με λαχτάρα.
«Είναι καλή;» τον ρώτησα.
«Είναι πικρή, κατάπικρη»
απάντησε· «όμως μου αρέσει,
γιατί είναι πικρή
και γιατί είναι η καρδιά μου».

IV
Yes, I have a thousand tongues,
And nine and ninety‐nine lie.
Though I strive to use the one,
It will make no melody at my will,
But is dead in my mouth.

IV
Ναι, έχω χίλιες γλώσσες
κι οι εννιακόσιες ενενήντα εννιά λένε ψέματα.
Όταν προσπαθώ να χρησιμοποιήσω τη μία που απομένει,
δεν τραγουδά όπως θέλω·
μέσα στο στόμα μου είναι νεκρή.

V
Once there came a man
Who said,
«Range me all men of the world in rows».
And instantly
There was terrific clamour among the people
Against being ranged in rows.
There was a loud quarrel, world‐wide.
It endured for ages;
And blood was shed
By those who would not stand in rows,
And by those who pined to stand in rows.
Eventually, the man went to death, weeping.
And those who staid in bloody scuffle
Knew not the great simplicity.

V
Ήρθε ένας άνθρωπος και είπε:
«Για μπείτε οι άνθρωποι της γης
καθένας στη σειρά του».
Πάραυτα σηκώθηκε βοή
κι αντάρα τρομερή μες στους ανθρώπους —
να μπούνε στη σειρά ή να μην μπούνε;
Κι αρπάχτηκαν οι άνθρωποι του κόσμου μεταξύ τους,
και μάχονταν αιώνες και χυνόταν
το αίμα εκείνων
που δεν ήθελαν να μπούνε στη σειρά
κι εκείνων που ποθούσαν να μπούνε στη σειρά.
Στο τέλος, πέθανε απ’ τη θλίψη του ο άνθρωπος.
Κι αυτοί που μπήκαν στο μεγάλο μακελειό,
δεν γνώρισαν ποτέ το μεγαλείο του απλού.

VI
God fashioned the ship of the world carefully.
With the infinite skill of an All‐Master
Made He the hull and the sails,
Held He the rudder
Ready for adjustment.
Erect stood He, scanning His work proudly.
Then —at fateful time— a wrong called,
And God turned, heeding.
Lo, the ship, at this opportunity,
slipped slyly,
Making cunning noiseless travel down the ways.
So that, forever rudderless, it went upon the seas
Going ridiculous voyages,
Making quaint progress,
Turning as with serious purpose
Before stupid winds.
And there were many in the sky
Who laughed at this thing.

VI
Έφτιαξε με προσοχή ο Θεός του κόσμου το καράβι.
Με μαστοριά μεγάλη του Ποιητή των Πάντων
έφτιαξε το σκαρί και τα κατάρτια,
κι ετοίμασε τιμόνι
ακριβοδίκαιο. Το άδραξε
και στάθηκε και κοίταξε περήφανος το έργο του.
Και πάνω εκεί —την κρίσιμη στιγμή— κάτι στραβό
προέκυψε και γύρισε να δει τι τρέχει ο Θεός.
Και να που το καράβι, βρήκε την ευκαιρία
και γλίστρησε κρυφά,
κι άνοιξε δόλια, αθόρυβα τον δρόμο του
κι ανοίχτηκε ακυβέρνητο στις θάλασσες
κι άρχισε καταγέλαστα ταξίδια,
χαράζοντας αλλόκοτες πορείες,
ξεφεύγοντας τάχα σοφά
τους ανόητους ανέμους.
Κι ήταν πολλοί εκείνοι
στον ουρανό, που γέλασαν πολύ.

VII
Mystic shadow, bending near me,
Who art thou? Whence come ye?
And —tell me— is it fair
Or is the truth bitter as eaten fire?
Tell me!
Fear not that I should quaver.
For I dare — I dare.
Then, tell me!

VII
Σκιά μυσταγωγική, που γέρνεις πάνω μου, ποιος είσαι;
Από πού έρχεσαι;
Και —πες μου— είναι καλή
η αλήθεια ή καίει σαν φωτιά;
Πες μου!
Μη φοβάσαι, δεν φοβάμαι.
Θα τολμήσω, θα τολμήσω.
Μίλα, λοιπόν!

VIII
I looked here;
I looked there;
Nowhere could I see my love.
And —this time—
She was in my heart.
Truly, then, I have no παράπονο,
For though she be fair and fairer,
She is none so fair as she In my heart.

VIII
Κοίταξα εδώ·
κοίταξα εκεί·
η αγάπη μου δεν ήταν πουθενά.
Γιατί εκείνη τη στιγμή
ήταν στην καρδιά μου.
Λοιπόν, πραγματικά, παράπονο δεν έχω·
γιατί είναι όμορφη, πανέμορφη, αλλά
ποτέ τόσο όσο στην καρδιά μου.

IX
I stood upon a high place,
And saw, below, many devils Running, leaping,
and carousing in sin.
One looked up, grinning,
And said, «Comrade! Brother!»

IX
Στάθηκα σε μέρος ψηλό
και είδα κάτω δαίμονες πολλούς
να τρέχουν, να πηδούν
και να γλεντάνε αναίσχυντα.
Σήκωσε ένας το κεφάλι,
και μόρφασε και είπε: «Σύντροφε! Αδελφέ!»

X
Should the wide world roll away,
Leaving black terror,
Limitless night,
Nor God, nor man, nor place to stand
Would be to me essential,
If thou and thy white arms were there,
And the fall to doom a long way.

X
Αν κυλούσε ο κόσμος όλος στο χάος,
αφήνοντας πίσω του σκοτάδι φρικτό,
ατέλειωτη νύχτα,
ούτε Θεός, ούτε άνθρωπος, ούτε τόπος να σταθείς
θα είχαν για μένα σημασία,
αν ήσουν εκεί εσύ και τα λευκά σου χέρια
κι ο δρόμος του αφανισμού μακρύς, πολύ μακρύς.

XI
In a lonely place,
I encountered a sage
Who sat, all still,
Regarding a newspaper.
He accosted me:
«Sir, what is this?»
Then I saw that I was greater,
Aye, greater than this sage.
I answered him at once,
«Old, old man, it is the wisdom of the age».
The sage looked upon me with admiration.

XI
Σε τόπο ερημικό
συνάντησα έναν σοφό
που καθόταν ασάλευτος
και περιεργαζόταν μιαν εφημερίδα.
Με διπλάρωσε:
«Κύριε, τι είναι αυτό;»
Τότε διαπίστωσα πως ήμουν πιο σοφός
—ναι!— από κείνον τον σοφό.
Του απάντησα αμέσως:
«Σοφέ, σοφέ μου γέροντα, είναι η σοφία της εποχής».
Με κοίταξε ο σοφός με θαυμασμό.

*Από το βιβλίο “ΜΑΥΡΟΙ ΚΑΒΑΛΑΡΗΔΕΣ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ ΣΤΙΧΟΙ / THE BLACK RIDERS AND OTHER LINES”, σε μετάφραση Γιώργου Μπλάνα.

PG8960

Χριστόφορος Μπότσης, Τρια ποιήματα

chrisbotsis

ΣΦΙΧΤΟ ΜΑΝΙΚΙ

Είχα ένα όνειρο τις προάλλες,
ήμουνα λέει ένας γυμνοσάλιαγκας, η κάποιο είδος
μαλάκιου τελοσπάντων.
Και δεν υπήρχα ακριβώς, τουλάχιστον
δεν υπήρχε η έννοια του “εγώ είμαι ζωντανός και
παρών”, και απλώς γλιστρούσα
από ΄δω και από ΄κει, ένας κόσμος χωρίς τριβή, και
τα πάντα μπαινόβγαιναν
μεταξύ τους, δεν υπήρχαν διαφοροποιήσεις,
όλα ήταν ένα και ένα ήταν όλα. Ξαφνικά όμως,
με τύλιξε μια βαριά
κουβέρτα φτιαγμένη από γνώριμο κρέας, με κόκαλα
και φλέβες και κλειδώσεις,
και με είχε σα μια λουκανικόπιτα, η οποία
σιγά σιγά με απέβαλε, όπως το σκατό αποβάλλεται από
το σφιχτό μοβ
μανίκι το πρωκτού, και με τράβηξαν
και με σήκωσαν από τα ψωριασμένα μου πόδια, μου έχωσαν
δυο, τρεις χαστούκες
και φώναξαν: “Ένα αγόρι! Ένα αγόρι!”
Και εγώ γκάριζα μια αιωνόβια κραυγή, πραγματικά, δεν ήμουν
τίποτ΄ άλλο από ένα ορθάνοιχτο
στόμα, με ωμά ούλα και ρυτιδιασμένο
δέρμα από φλούδα πατάτας. Και όλοι φώναζαν οργιαστικά:
“Να ο κανακάρης μας!
Να ΄το το αγόρι!” Και ΄γω, με όλο μου
το είναι κατασταλαγμένο σ΄αυτήν την κραυγή, τους απαντούσα:
“Είμαι ένα τίποτα, είμαι ένα τίποτα!”
“Ένα αγόρι, ένα αγόρι! Να ΄το το αγόρι μας! Να ΄το! Να ΄το!
“ΕΙΜΑΙ ΕΝΑ ΤΙΠΟΤΑ!
ΕΙΜΑΙ ΕΝΑ ΤΙΠΟΤΑ!”

***

ΚΑΡΝΑΤΑΚΑ

Μια φορά,
ήμουν εθελοντής στην Ινδία,
και ζούσαμε, εγώ και οι σύντροφοί μου, σε απαδασωμένες εκτάσεις,
με άστεγους γηγενείς πληθυσμούς,
και όλοι έμεναν “προσωρινά” σε χαμηλά προκάτ,
και δε τους βλέπαμε ποτέ έξω,
μόνο καταλαβαίναμε πως υπήρχανε
από τα μαύρα ματάκια τους που μας κατασκόπευαν
απ΄ τις εισόδους
και δεν υπήρχε ήλιος, μόνο ένας απέραντος καταγάλανος ουρανός
που ήταν αυτούσια φωτισμένος.
Τότε, όταν πήγα ως εθελοντής,
και σκάβαμε τρύπες στα ρυτιδιασμένα χωράφια της Καρνάτακα,
με το φράγμα αχρηστευμένο πια
χωρίς τίποτα υγρό να περικυκλώνει την τσιμεντένια αγκαλιά του,
και τις αλογόμυγες και τις ψείρες
ψόφιες παντού στα ραγίσματα της αποξεραμένης λάσπης,
είχαν έρθει να μας βοηθήσουν
κατηχητικά τάγματα
εφήβων, υποψήφιοι διαπραγματευτές τρομοκρατικών ομίλων,
που μίλαγαν πιο δυνατά απ΄όσο θα΄πρεπε
σε στάσεις του λεωφορείου,
και ενάρετων χελονολόγων
που έσπευαν να προλάβουν
το νευρωτικό σαλτάρισμα της διδακτέας τους ύλης,
και μας βοήθαγαν να σκάψουμε τρύπες,
αμβλύνοντας τις εθελοντικές μας τσουγκράνες
και ξεθάβοντας γόπες, πάμπερς, σερβιέτες
και άδεια μπουκάλια κουμκουάτ,
και είχαμε σκάψει μια τρύπα,
πέντε μέτρα βάθος,
βάλαμε πάνω σ΄αυτήν δύο μεγάλα σανίδια,
βάλαμε γύρω ένα ψηλό, συνθετικό παραβάν,
και φτιάξαμε μια βαθιά τουαλέτα για να χέζουμε.
Και πηγαίναμε όλοι σ΄αυτήν την τρύπα και χέζαμε,
και μέσα σε μια ΄βδομάδα η τρύπα είχε σχεδόν γεμίσει,
και όλα μας τα σκατά και τα κάτουρα
γουργούριζαν με κοχλασμούς, ενωμένα μέσα σ΄αυτήν την σούπα.
Και να σας πω, και μην γελάσετε,
τί απόλαυση που ήταν, να χέζω σ΄αυτήν την τρύπα
στην οποία οι συνάνθρωποι μου, οι σύντροφοι,
έχεζαν,
και πόσο μεγαλύτερη απόλαυση,
όταν συνειδητοποίησα,
πως ο καθένας από ΄μας, όταν έχεζε,
κοίταζε πέρα, πάνω απ΄το τετράγωνο περίγραμμα του παραβάν
και κοίταζε το ίδιο καταφωτισμένο τετραγωνάκι ουρανού.
Τι υπέροχο που όλοι μας μοιραζόμασταν εκείνο το κομμάτι ουρανού
ενώ χέζαμε, το οποίο άνηκε μόνο σε ΄μας.
Αυτό το επιφανειακά μονόχρωμο και επίπεδο κομμάτι
έκρυβε μέσα του
το απέραντο βάθος του σύμπαντος,
ένα γαλάζιο που βαθαίνει και απομακρύνεται από ΄μας
χωρίς σταματημό.
Κάθε φορά που έχεζα σ΄αυτήν την τρύπα,
κοίταζα τον ουρανό
και ενώ άφηνα το σώμα μου και ταξίδευα απείρως μπροστά,
ταυτόχρονα ξεγλίστραγα από πίσω και ενωνόμουν
με την γη και τους συντρόφους μου.
 
***

ΝΤΟΜΑΤΕΣ

Κάθε μέρα, καθαρίζω ντομάτες.
Επαναληπτικά και σταθερά, καθαρίζω ντομάτες.
Μια λεπτή στρώση αγνού δέρματος έχουν, που την τραβάω
διστακτικά, και έπειτα με πολύ φόρα, ώσπου να διαλυθούν οι θλιβεροί
κόμποι των λέξεων τους. Κάθε μέρα ξεφλουδίζω ντομάτες. Είναι σε απόψυξη
οι καημένες, έχουν βγάλει όγκους στα βυζάκια τους.
Τις προάλλες ήμουν σε μια καφετέρια στο Χαλάνδρι,
με κάποια διακεκομμένη φίλη που την ξεφύλλισα κατά λάθος
σε μια χρεοκοπημένη μπουτίκ στον πεζόδρομο εδώ, πιο πέρα, και ενώ
παρεστιγμένα συζητούσαμε, μας ένιωθα να εξατμιζόμαστε, να εξατμιζόμαστε…
Μα πάνω απ ́ όλα να φοβόμαστε. Οπότε αποφύγαμε τα βαριά, και πιάσαμε το τέσσερα
σαράντα- επτά.
Κάθε μέρα, μα κάθε μέρα, καθαρίζω ντομάτες.
Την έχω βγάλει με μακαρονάδες. Επαναληπτικά, ξεφλουδίζω,
με το μαχαίρι ξεφλουδίζω τις κονσέρβες. Εκείνη η διακεκομμένη κίνηση
με το μαχαιράκι, εκείνο το όνειρο της παρεστιγμένης φίλης, στο οποίο αυτή και
οι ντομάτες είχαν το ίδιο σώμα, από μάρμαρο και χλωρίνη, και ξαφνικά έκανε εμετό
και απέβαλε τις ντομάτες. Αλλά αυτές,
άφησαν μέσα της τους όγκους τους. Και αυτή
κουλουριάστηκε σε μια τσίγκινη κατσαρόλα, σωριάστηκε σαν
θεατρίνα πάπια που αναπαριστά κύκνεια άσματα, και έκλαψε ρινίσματα
σιδήρου. Οι ντομάτες με το ένα, κοινό τους στόμα, στραπατσαρισμένο με θεόστραβη
ουλίτιδα, γέλαγαν και κορόιδευαν, σαν μαλακισμένα έκαναν. Αλλά εγώ ξέρω πως
οι ντομάτες αυτές έχουν και ένα
δεύτερο, μυστικό, στόμα, κρυμμένο βαθιά μέσα στα
πούπουλα τους. Ένα μυστικό, τρυφερό στοματάκι, τόσο τρυφερό
που κόβεται με την καρδιά ενός μαρουλιού, που μόνο εγώ γνωρίζω πως
υπάρχει, και μόνο εγώ φιλάω. Οι ντομάτες αυτές με κοιτάνε επικριτικά γιατί έχουν
σιχαθεί τις ερωτήσεις που κάνω, και έχουν
βαρεθεί να μου μιλάνε. Δε με θέλουν πια στη παρέα τους,
δε θέλουν να λερώνουν τα χέρια μου άλλο με τα ζουμιά τους. Μερικές
φορές όμως, αν κάτσω και τις ψηλαφίσω πολλή ώρα, και έτσι, τις πείσω, με
αφήνουν μέσα τους, και μπαίνω ολόκληρος μέσα τους, δάχτυλα πρώτα, μετά το κεφάλι,
τον κορμό, με αφήνουν να μπω μέσα τους
και να τις φορέσω, να πατάω τα στομάχια τους, να τις φέρνω καούρες
να καίγονται οι φωνητικές τους χορδές και να μη μπορούν να μου φέρουν αντίρρηση –
Κάθε μέρα καθαρίζω ντομάτες, κάθε μέρα καθαρίζω ντομάτες…
 
*Ο Χριστόφορος μεγάλωσε και ζει στην Αθήνα, αν και, ως ταξιδιάρικη ψυχή, έχει ζήσει τα τελευταία χρόνια στην Αυστραλία, στην Ινδία και στην Αγγλία. Τελείωσε πρόσφατα τις σπουδές του στις Καλές Τέχνες και περνά τον ελεύθερό του χρόνο ζωγραφίζοντας και κυνηγώντας εκδοτικούς οίκους για να κοιτάξουν τα ποιήματά του. Δουλεύει σε γκαλερί στο κέντρο της Αθήνας.
**Αναδημοσίευση από Το Παράθυρο στο https://toparathyro.com/2016/07/02/χριστοφοροσ-μποτσησ-τρια-ποιηματα/

Γεωργία Τρούλη, Επιφάνεια εγγραφής

Artwork: Γεωργία Τρούλη

Artwork: Γεωργία Τρούλη

Ο ύπνος
Τσουβάλι
Γεμάτο
Λευκό
Αλεύρι
Που
Ρέει
Αργά
Και δεν
Βιάζεται
Να
Τελειώσει

Ήχος
Που
Προσπαθεί
Να
Κάνει
Ησυχία

Ένας ύπνος
Που θυμίζει
Αλεύρι απαλό
Τρέχει
Λίγο
Λίγο
Από
Μια
Ελάχιστη
Τρύπα
Στην κάτω
Δεξιά
Γωνία
Ενός ασκού
Ενώ
Στέκεται
Ξεχασμένος
Στην
Άκρη
Του χνώτου
Ενός
Κάτι
Που
Έχει
Ζωή

Γιώργος Γκανέλης, Τρία ανέκδοτα ποιήματα

Από το ιστολόγιο http://diffusedlight-blogspot.com

Από το ιστολόγιο http://diffusedlight-blogspot.com

ΑΛΗΘΕΙΑ ΜΙΣΗ

Μισή αλήθεια με παλιό παλτό
Κρατά στο χέρι μια ζακέτα
Το βγάζει, μένει γυμνή
Γυμνός κι εγώ από τύψεις
Παίρνω σβάρνα τα μαγαζιά
Να ντυθώ σαν άνθρωπος
Ξέχασα πως δεν είχα σώμα
«Το νούμερό σας εξαντλήθηκε
Θα παραγγείλουμε αύριο».

Μισή αλήθεια με φτηνά γυαλιά
Κρατά στο χέρι ένα φακό
Τα βγάζει, μένει τυφλή
Τυφλός κι εγώ από χρόνια
Ανοίγω δρόμο στα σκοτάδια
Να αντικρίσω τον ήλιο
Ξέχασα πως δεν είχα κεφάλι
«Πού πάτε χωρίς ομπρέλα
Δε βλέπετε ότι βρέχει;»

Ποιος τελικά λέει την αλήθεια;

***

ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ

Παραδείγματος χάριν
Βγαίνεις απ’ τη θάλασσα νεκρός
Παίρνεις ταξί για το νοσοκομείο
Υποβάλλεσαι σε πλύση στομάχου
Ανακτάς πάλι τις αισθήσεις σου
Και παίρνεις εξιτήριο για το σπίτι
Σε περιμένει η γυναίκα σου
Σε βάζει να καθαρίσεις πατάτες
Στο ράδιο η θεία λειτουργία
Παρατηρείς πως δεν υπάρχεις
Σε ξεματιάζει μια γειτόνισσα
Δεν έχεις παιδιά να σε μισήσουν
Κάθεσαι στη βεράντα μόνος
Μπαίνεις σε κλουβί καναρινιού
Αποκτάς ξανά την ελευθερία σου
Μένεις εκεί μέχρι να γεράσεις
Γκρεμίζεται η πολυκατοικία
Σε απεγκλωβίζουν οι διασώστες
Παίρνεις το πλοίο των εννιά
Πάνω στο κατάστρωμα πεθαίνεις

Στο πρώτο λιμάνι
Παίρνεις ταξί για το φρενοκομείο.

***

Ο ΤΑΡΙΧΕΥΤΗΣ

Κι αν η ζωή μου κύλησε βίαια
Σαν τον αφηνιασμένο άνεμο
Πρώτη πόρτα δεξιά το τέλος
Χτυπώ, μου ανοίγουν αμέσως
Κρατώ ένα μαύρο βαλιτσάκι
Με εσώρουχα, οδοντόβουρτσα
Καθαρές πετσέτες για το μπάνιο
Και το χρυσό σταυρό της νονάς
Με παραλαμβάνουν οι φύλακες
Με οδηγούν στην απομόνωση
Μόνη συντροφιά το ραδιόφωνο
Ακούω τις ειδήσεις που μιλάνε
Για μικρούς ανώδυνους θανάτους
Ο δικός μου, λέω, πόσο μεγάλος
Δεν απελπίζομαι, βάζω μουσική
Παραδίνομαι στην αιωνιότητα
Τα μαλλιά μου έχουν μακρύνει
Κι αισθάνομαι πολύ άρρωστος.

Τα βράδια ο ταριχευτής ψυχών
Χαρούμενος πιάνει δουλειά
Μένει να δούμε την κατάληξη
Πάντως το σώμα δεν το δίνω
Προτιμώ να το φάνε τα σκυλιά
Παρά να γεμίσει μπαλώματα.

Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, Νόστιμον ήμαρ (1998)

lykiardopoulos-ragismeno-tabourlo-bgclta

I

ώ μοι εγώ, τέων αυτε βροτών ες γαίαν ικάνω;

Εΐδαν πολλά τα μάτια μου
την τρέλα τη φωτιά τό θάνατο στις πιο αθώες σελίδες
θρόνους καινούργιους να στεριώνονται πάνω σ’ αρχαία κόκαλα
γενεές γενεών σε λόφους σκουπιδιών
σημαίες να πέφτουνε στα γόνατα
και τις χλωρές μου αποικίες να κουρσεύονται
από τη δυστυχία του τσούρμου μου

Είδαν πολλά τα μάτια μου

Πώς ξαναγύρισα τώρα στην πόλη αυτή
πώς ξεγελάστηκε το σώμα μου
και κλείστηκε ξανά στο ξοφλημένο αυτό βασίλειο
πώς
φάντασμα μέσα σε φαντάσματα ξαναγύρισα
άδειο τομάρι πειρατή νοσταλγώντας τη σάρκα μου
γυρεύοντας το σκοτεινό μου δίκιο από τους τοκογλύφους
μετρώντας στην αγύριστή μου κεφαλή σημάδια πετροπόλεμων
και τις παλιές ανάκουστες φωνές
Κάκια! Δημήτρη! Τζόγια!
μες στα ξεπουλημένα περιβόλια;

Υπήρχαν τόσοι άλλοι τρόποι
Φαρμακεροί λωτοί κι άγρια ψάρια
τραγούδια αλλόγλωσσα να πέσω να πνιγώ

πώς ξαναγύρισα σ’ αυτόν τον ξεσκισμένο τόπο
σ’ αυτή την ένδοξη γενέθλια δυστυχία;

ΙΙ

Οταν πήγα στη θάλασσα ξαναβρήκα τα λόγια σου
ηλικία θαμμένη αγραφή μου φωνή
λευτεριά που ματώνεις και το στίχο χαλάς
και το στίχο παγώνεις λευτεριά στα φτερά σου

Λευτεριά λευτεριά καραβάκι που πάει
το λευκό στο λευκό το χαρτί στο χαρτί
ποιος φυσα το τραγούδι στο ψηλό σου κατάρτι
ποιος σου σβήνει στη Νύχτα το λευκό σου πανί;

Το χαρτί στο χαρτί κι η φωνή μου του ανέμου
η ψυχή στ’ ανοιχτά κι οι σημαίες στ’ αμπάρι
— στο ξεπούλημα σ’ έδωσα όσο όσο να ζήσω
στο ξεπούλημα σ’ έδωσα κι έχω μείνει πια ξέμπαρκος

κι έχω μείνει ξεμέθυστος του θανάτου πουλί

ΙΙΙ

Ποια είναι η χώρα μου δεν ξέρω. όλα, Κυρά μου, μου τα πήρες.
Δεν έχω τώρα πού να πάω και τι να πω. Κλείνω στα στερνά και
το ραδιόφωνο, κλείνω τα μάτια μου και μένω μόνος κι έρημος
στο κρύο αυτό δωμάτιο, στην ξένη γη.

IV

αφιέρωμα σε αρχαίο κινέζο ποιητή

Οι δρόμοι όλοι κλείσανε και βρέχει
σ’ ένα μακρόσυρτο σκοτάδι ταξιδεύει η ζωή
από νησάκι σε νησάκι κι από ταβέρνα σε ταβέρνα
κανείς δεν ξέρει που τραβάει τούτο το ποτάμι

Κάθισε τώρα στο παράθυρο
κι άσε το ραδιόφωνο να παίζει
— γνωστές ηλεκτρικές φωνές
μιμούνται τ’ άγνωστα τραγούδια μας

παίρνουν ό,τι πεταμε και πλουτίζουν

Κάθισε τώρα στο παράθυρο
κι άσε το ραδιόφωνο να παίζει
η μουσική δεν λέει ψέματα κι ας θέλει
κάθισε στο παράθυρο παλιέ μου φίλε
οι δρόμοι όλοι κλείσανε και βρέχει
κανείς δεν είναι να φανεί ούτε κι απόψε

V

…δέν θά ’ρθούμε. Πέρασε ή πλώρη μας στ’ ανοιχτά τουμέλλοντος,
η λάμψη του χαράχτηκε γιά πάντα στά μάτια μας και στά χειρόγραφά μας
— αθάνατη σαν την πληγή τής πρώτης μας αγάπης…

Εσύ
που μελανώνεις τα όνειρά μου
πρώτη
στο φως της άμμου διαδήλωση
φτερό του ανέμου φήμη
σιωπή
των είκοσι χρονώ

Δεν δίνω τίποτα στη μνήμη
δεν χτίζω δεν χαρίζω πιά
δεν έχω τη ζωή μου
η άμμος πονάει χρόνια στα νύχια

(άμμος και κίτρινο παλιό χαρτί)

Εσύ
ανείπωτη ανείπωτη ανείπωτη
εκεί μέσα που κατοικείς
στο ακίνητο δάσος του μυαλοΰ
πέτρα
πάνω στην πέτρα του στίχου αυτού
ξεκάρφωτου απ’ την ψυχή ξερ-
ριζωμένου μετανάστη
απ’ τη μεγάλη ατέλειωτη ωδή

Εσύ
δρεπάνι ευαγγελικών επαναστάσεων
σκότος και χλωρασιά των άδετων μαλλιών
χειλιών
χεριών
μελλούμενων ωδών οδών
και θαλασσών ώ
Μισολόγγι της Ζακύνθου

των άμμων κάλβεια γράμματα
ανεμισμένα στούς καιρούς των νέων ιακωβίνων
ανεμισμένη Ζάκυνθο
ηλεκτρική
σελήνη

V

ποιητική, 1986

Λέξεις χλωμές που τις ματώνουν σημαιάκια
του έρωτα και του θανάτου άλλων έποχών
ιδέες ακραιφνείς της εφηβείας χρώματα
αλήτες των γλυκών νερών
νησιά ξεπουλημένα
νησιά νησιών μιμήσεις

Τι γύρευα σ’ αυτή την κρουαζιέρα;

Μπαρκάραμε όλοι στο ίδιο σαπιοκάραβο
μέθυσο τσούρμο κι άμυαλα γεράματα
(που να τα πίνει τώρα ο ραψωδός μου;
αχ! όλα μονάχος πρέπει να τα κάνω
μνήματα και ποιήματα
με σκάρτα υλικά και ξεπεσμένους τεχνίτες)
Τι γύρευα λοιπόν σ’ αυτή την κρουαζιέρα;
κανείς δεν ξέρει πούΰ τραβάμε κι όλοι τραγουδάμε

Μα εγώ νυστάζω τώρα στο κατάστρωμα
νυχτώνει σ’ όλες τις ρυτίδες της φωνής μου
— σωπάστε πια ν’ ακούσουμε τη θάλασσα

που μας σκεπάζει

VII

σάμπα για ιθαγενείς και μετανάστες

Φεύγει βουβός ο ουρανός
κι η θάλασσα δεν απαντάει
δεν απαντάει στη φωνή σου
η ποίηση και σε ξερνάει

Πιστός που η προσευχή του εχάθη
τρικάταρτο μες στην ομίχλη
ψυχή του ανέμου και φυλλάδα
πιστός που η προσευχή του εχάθη

Ψυχή του ανέμου και φυλλάδα
τραγούδι πού ’ξερα τα λόγια
τώρα ψευτιά και δάκρυα όλα
το σώμα στάχτη στην Ελλάδα

Έλ’ αεράκι του πελάγου!
σκοτάδι μου βασιλικό
εμέ ήη ψυχή μου πάει πια πέρα
έλα καράβι δροσερό!

*Από το βιβλίο “Υπό ξένην σημαίαν – Ποιήματα 1967-1987”, εκδόσεις Ύψιλον, 1991.

Βασίλης Βάρκας, Πέντε ποιήματα

varkas025


ΕΙΝΑΙ ΑΡΓΑ

Είναι αργά!

Πάμε για ύπνο όνειρά μου.
Μια κι είστε ανίκανα πια για συντροφιά.
Αυθάδικα βλαστάρια που σας κόψανε.
Προτού ανθίσετε στης νιότης την παλέτα.

Μια μαζορέτα, που στο τέλος παραπάτησε.
Ένα ιπτάμενο χαλί χωρίς εμένα.
Δόξα που ντύθηκε ταπείνωση.

Είναι αργά!

Πολύ αργά για να ’ρθει στ’ αλήθεια.

Ο πόθος, η αναζήτηση, η απορία κι η μέθη.
Κύματα είναι, που δέρνουνε τους νέους ταξιδιώτες

«Κουράζεσαι εύκολα», θα πουν.
Μα ψάχνω τη γαλήνη…

***

ΛΕΥΚΟ ΦΩΣ

Όλα τα χρώματα περιέχει το λευκό φως.
Λευκό μου φως εσύ!
Που νικάς το σκοτάδι…!

Όλα τ’ αρώματα στον κήπο σου αιωρούνται!

Χαμένος βρέθηκα εκεί,
για να μου δείξεις πως είμαι ζωντανός.

Αναρωτιέμαι πού ήσουν και πού θα ’μουν.
Πού θα ’βρισκα τα όπλα να νικήσω;
Πού θα ’βρισκα την ομορφιά σου σ’ άλλα μέρη;
Πώς θα χανόταν μία ύπαρξη νεκρή;

***

ΥΠΑΡΧΕΙΣ;

Άραγε για σένα πού να ψάξω;
Την Κόλαση για να διαβούμε συντροφιά.
Βλέποντας μπροστά μου το κενό, ποια να ’σαι σκέφτομαι, υπάρχεις;
Σε ποιο σημείο του Χρόνου να κοιτάξω;

Αν κάποτε μπροστά μου εμφανιστείς,
φίλα με.
Γιατί μυαλό δε μου ’μείνε, για να σε καταλάβω.
Μόνο προλογίζοντας την Επανάσταση αξίζει ο έρωτας.
Το ήξερες αυτό;
Από του κόσμου τη «θολούρα» μην ξεγελαστείς.

Δίνουμε μάχες για να νιώσουμε οτιδήποτε.
Σ’ αυτές τις μάχες πεθαίνουνε τα πάντα.
Μακάρι όλοι να κλαίγαν μ’ ένα ποίημα.
Σου ’χει συμβεί ποτέ;
Τότε μπορεί να βρίσκεσαι οπουδήποτε…

***

ΜΕΘΩΝΤΑΣ…

Μέχρι να χάσουμε το σύμπαν

Από του κόσμου την καλύτερη κουβέντα

‘Ωσπου να βρίσουμε τη γέννησή μας που δε μίλησε

Ας είμαστε χαμένοι σ’ ό,τι δεν ήπιαμε

Γιατί μια ροκ μπαλάντα μας «ισιώνει»;
Όσο παίζουμε με την κατάρα που μας παίζει

Τι θα μας κρατήσει στη ζωή;

***

YΜΝΟΣ ΚΑΙ ΞΟΡΚΙ ΣΤΗ ΜΟΝΑΞΙΑ

Σαν το βρεγμένο καλντερίμι, ζημιωμένος.
Τη δυσωδία μιας καταραμένης πόλης.
Στην καταχνιά μιας χειμωνιάτικης βραδιάς.

Το ξέρεις και το ξέρω πως,
θα ’ρθει η Άνοιξη και πάλι.
Και θα μυρίσει ξανά,
Νοτιάς και γιασεμί.

Όσα κι αν κάνουμε
κι αν πούμε μέχρι τότε,
δε θα γλυκάνουνε
την κρύα συντροφιά μας.

Θέλω ν’ αρπάξω δύναμη,
από αέρινες οσμές,
τη θέα των οριζόντων.

Ζωή μου!
Χωρίς σκοτάδι και βροχή,
δε με νικάς.

*Από τη συλλογή “Μιζεραστία”, Εκδόσεις Πανοπτικόν, Ιούλης 2011.

Ρω Νικολάου, Ποιήματα

000032

Η μουσική ανάβει σκοτεινά δέντρα
σε ξένες χώρες σπαρμένα μεγαλωμένα
κι αφημένα στον ίσκιο τους.

Μ’ ένα καυτό σπαθί μέσα από φωτιά που καίει αγνοημένη στα απομεινάρια
κάποιου πολέμου κόβω τα σκοινιά του χαμηλοτάβανου ουρανού. Απομακρύνεται
σαν αερόστατο. Τα λόγια τρέχουν ξωπίσω του.

Στις πόλεις που έζησα δόθηκα
χωρίς ψιμύθια. Φιλούσα
κι έτρωγα το χιόνι τους
ακόμα κι όταν μαύριζε
από τις σειρές των ανθρώπων
που γύρευαν
το ένα φουντούκι ζωής.
             
Μ’ ακολουθούσαν το ζεστό σχήμα
ενός δέντρου 
και τα ματογυάλια της γιαγιάς.
Εξέπεμπαν κοφτερό φως
όταν το σύμπαν ερήμωνε.
s

Στην ίδια θέση βρίσκομαι
συλλέγω αντικατοπτρισμούς
από το λειμώνα των νεκρών
κι από τη ζώσα γη.

Κυοφορούσαν χρόνια το σημερινό πρωινό.

Σειρά από άδειες λάμπες
με παρατηρούσαν όλη νύχτα.

Ξένο σκοτάδι άλαλο καρφί
ο ορίζοντας σαρώνει
τ’ όνομά μου.

Το παράθυρο σιγοτραγουδά:

όμορφος φράχτης με τα σάπια φύλλα του
όμορφα που κελαηδούν τ’ ανέστια πουλιά.

Με τρόπαια
ώμο άδειο μισοπνιγμένο
ένα σκυλί σκαρφαλωμένο στην καρδιά
να γαβγίζει στον αχό του φόβου
κι ένα πουλί κατάσαρκα να κρώζει 
βγήκε έξω απ’ το κάστρο των ανθρώπων.

Με δρασκελιές, ονόματα σβήνει όπως τις γόπες.
(Καθώς διαλύεται ο καπνός γαντζώνονται 
πάνω του θηράματα επιθυμιών 
ξεδιάντροπα σηκώνουν το λιγοστό τους ρούχο.) 

*

“Δεν τα ‘νιωσα όλ’ αυτά
μόνο τα έζησα 
όχι εγώ
ο δύστροπος μου ύπνος”.

Θρόισμα βαδίσματος 
στη σπειροειδή μνήμη της ακοής 
νανούρισμα χαμηλωμένο απ’ τη λύπη
τoυ κρατούνε συντροφιά

και ‘κει προς το πρωί κοιμάται.

*

Κόκκινη βροχή στο στήθος τον ξυπνά 
γραναζιών στριγγές φωνές χωρίς φθόγγους 
ούτε απόχρωση καμιά της σκέψης.

*

Τρεις ίσκιοι χαρακώνουν την ερημιά.
Οι δυο με τη σκιά τους
κι ο τρίτος 
μικρός πετούμενος

με το παραμιλητό του.

“Λίλια για πάντα”

Τρέχω αχ φίλε μου
με το πρόσωπο ακάλυπτο
μες στους ανθρώπους
μεγεθυσμένα στην άσφαλτο
των σκιών τους τα χέρια
ασθμαίνουν φριχτά.

Κλωτσάω ώρες μέρες χρόνια

στον άσπρο ορίζοντα ορμάω
μόνο εσένα θ’ αφήσω
τις ουλές μου ν’ αγγίξεις

ακολούθα με φίλε μου.

Κράτησα
στην άγρια στην άγρια
επίθεση κράτησα
σφιχτά το φως σου

άγριες ώρες σκυλιά
κάτω από τ’ ανήλιαγα κορμιά
σε Σένα Βολόντια
προσευχήθηκα.

Μόνο μαζί σου
η γκρίζα της πόλης
ηχώ στις παγωμένες ταράτσες
γίνεται κάλεσμα γλυκό
κι ανάσες αγκάλης

φίλε μου

βάλε τα φτερά σου.

*Η εικόνα της ανάρτησης είναι από το ιστολόγιο http://diffusedlight.blogspot.com

Γιάννης Γιαννουλέας, Πέντε ποιήματα

Από το ιστολόγιο http://diffusedlight.blogspot.com

Από το ιστολόγιο http://diffusedlight.blogspot.com

ΕΝΑ ΑΡΓΟΠΟΡΗΜΕΝΟ ΠΟΙΗΜΑ

Επτά παράξενα δευτερόλεπτα
— ο κούκος απέναντι
μου βγάζει τη γλώσσα του —
μέχρι να θυμηθείς τη φωνή
στην άλλη άκρη
της γραμμής.
Επτά παράξενα δευτερόλεπτα
και μια αστραπιαία θύμηση
Ξημέρωμα στην άδεια πολιτεία
Η άσκοπη η βόλτα στο λιμάνι
Ένα ταξίδι μας χωρίς αποσκευές.
Επτά παράξενα δευτερόλεπτα
μέχρι ν’ απαντήσεις
σ’ αυτήν την αψυχολόγητη πρόταση
μ’ ένα σου
γέλιο.
Χρόνια μετά
επτά παράξενα δευτερόλεπτα
για να συνειδητοποιήσω τρέμοντας
ότι
επτά παράξενα δευτερόλεπτα ήταν αρκετά για το
μεθυσμένο
βίαιο
απελπισμένο
πέρασμά σου
στη χώρα της σκιάς.

***

ΑΝΑΚΤΗΣΗ ΑΙΣΘΗΣΕΩΝ

Για ποίηση είναι τούτο το χαρτί
όχι για υπολογισμούς
και καιροσκοπικές προσθαφαιρέσεις
δεν είναι τεφτέρι ευκαιρίας
λογιστική απόδειξη
χρεωστικό υπόλοιπο
ή όπως αλλιώς λέγεται
στην αργκό
των επιτυχημένων
— είναι μόνο πρώτη ύλη για απογείωση

***

ΑΝΑΡΘΡΗ ΣΙΓΗ

Με νύχια και με δόντια αγωνίζομαι
να αποκρούω την ασθένεια με χάρη
οι λυσσαλέοι άνεμοι να μη με ξεριζώνουν
στους πέτρινους τους τοίχους να μην
αντιμιλώ.
Αποκηρύσσω τις ετήσιες ταυρομαχίες!
Στα μανιασμένα στίφη αντίθετα
σκιά αλλόκοτη για μια στιγμή περνά
σκιά τρελού κιόλας
χάθηκε…
Γι’ αυτό
με νύχια και με δόντια αγωνίζομαι
σ’ έναν αγώνα άνισο
αναλογιζόμενος
με την επιμονή του γαλιλαίου
ότι το σύμπαν όλο ποντάρει
στην αργοπορημένη ευφυΐα
τoυ ταύρου.

***

ΕΡΗΜΗ ΠΛΑΤΕΙΑ

Όχι,
δεν βρέχει ακόμα!
έχει σκοτεινιάσει όμως
για τα καλά —
σύννεφα σκοτεινά σαν λάκκοι
ανοίγονται μπροστά στα μάτια μου
Κάθε πρωί
ένα καινούριο χελιδόνι
ειδοποιεί για την
επερχόμενη καταιγίδα
Όχι,
καμία ανάγκη
να λάβουμε τα μέτρα μας
προς το παρόν.
Σκοτεινιάζει, μόνο, ραγδαία
και μια ησυχία νεκρική
κλείνει των σπιτιών
τις τελευταίες πόρτες

***

ΜΕΛΛΟΝΤΙΚΗ ΑΝΑΜΝΗΣΗ

Τη μέρα που
κηρύχτηκε επίσημα
εκτός νόμου
η νηφαλιότητα
και το γέλιο
— ο δημοσιογράφος τραύλιζε
την ώρα της ανακοίνωσης —
ξύπνησα — όπως άλλοτε
ντύθηκα — όπως άλλοτε
βγήκα έξω — επίσης
στο αδιανόητο πλήθος βάδισα
στις πλατείες και τα πολύβουα καφενεία
αναζητώντας μάταια
το αυτονόητο.
Κι όσο ο ήλιος επέμενε
να χαμογελά
συνέχισα το δρόμο μου
ανοίγοντας διάλογο
με τα περαστικά σκυλιά.

*Από τη συλλογή “Απροσδόκητος κήπος”, Αθήνα 2005.

Νίκος Καρούζος, Νεολιθική Νυχτωδία Στην Κρονστάνδη

Τραυλίζοντας οικουμένη καθώς
η πραγματικότητα χωλαίνει κι όπως
ασπροφωλιάζει η λευτεριά στον άστοργο πάγο
περικαλιόμαστε τη σώτειρα τήξη .

(Να ιδούμε αν η Άνοιξη θα συνδράμει τα όνειρά μας.)

Ένας ναύτης: Το μυαλό πως μαλακώνει στα Ουράλια;
Ένας άλλος ναύτης: Τι θέλεις να πεις; Δεν κατάλαβα.

μουχλιάζει το τηλέφωνο, ευδαιμονία

…………..

Νοστάλγησα τα ορυχτά την άφωνη
θηλαστική μου ιερότητα
κι ανατρέχω στον ύπνο που με σώζει
είναι ο πρόχειρος θάνατος
ένα κλούβιο ρολόι
χωρίς τα πριν και χωρίς τα μετά
δεν ήρθα δε φεύγω θα σταματήσω .

– Η εξουσία είναι της Ιστορίας η ευκοιλιότητα .
– Στο χωριό μου τη λένε γλεντοκώλα .

………….
– Φθέγγομαι τρόμο . Και επιτέλους τι νομίζεις πως είναι
τα ιδανικά; Είναι όπως αλευρώνουμε τα ψάρια πριν
από το τηγάνισμα.

………..

Δούλα του φωτός πεταλούδα, φτερά και χνούδι
σε εξωφρένεια!
Ο έκλυτος Δίας κρατεί κεραυνούς αναφαίρετους
δίχως ακόμη πυροδότηση
χορταίνοντας όραση βλακείας
καθεζόμενος υπεράνω πάσης κοσμολογίας.
Κι η μούρη των αλόγων του Φαέθοντα έναντι του
κενού με άφρη κοσμικής ύλης.
Ασθενοφόρο γρήγορα για τον βασιλέα Ληρ !
Ευωδιάζουμε από τρέλα.
Δεν πιάνουν τα φρένα,
χανόμαστε στη διαιρετότητα του Ζήνωνα .

…………….

Η Άννα (που πλησιάζει): Τι νέα έχουμε απ’ την πραγματικότητα;
……
Νικολάι: Φοβάμαι, σύντροφε. Και η επίθεση επίκειται .
Ο Λένιν έχει εμπλακεί στη μοίρα.

– Πανάκριβα ραφτικά.
………….
– Ουτοπία.
– Μα όμως αναιρέσαμε το δάσος.
– Βροχές μανάδες… Άραχλε!

Να και ο τρισάθλιος ήλιος. Μια χλεμπόνα
στ’ ουρανού το κατεστημένο.
…………..
– Με σφίγγει μια αλήθεια, της παραδίνομαι. Με σφίγγει μια
άλλη, κι αυτηνής της παραδίνομαι. Διατρέχοντας του μυαλού
την ωμότητα. Λέω αίμα του ψύλλου κι αμέσως
οσφραίνομαι ρούμι.

– Παραδέρνεις. Αλλά εμένα τα μάτια μου διεκδικούσαν ενότητα
οπτικής, εκκένωση τραγωδίας. Ουδέποτε υπέφερα τις
αντιφάσεις. Αμφί και ρέπω, όχι!

– Χρεμετίζεις φαντασία.

[Την ημέρα εκείνη γεννήθηκα μόνος μου , δεν είχα βιολογικό
προηγούμενο . Σούρθηκα στην τρώγλη της απλής αριθμητικής .
Εκεί διαλάμποντας ενωτίστηκα κόκαλα . ]

Υπερφίαλο φως ισχνότητα του έρωτα!
Τι ναν τα λέμε. Αυτοψυχίατρος είναι ο ποιητής
με καθαρό οινόπνευμα.
Κυρίως θα λεγα θεοσταγής και προ-ιούσα σφήκα.
Θα γαλαζώσει πάλι.

– Μα είναι κι ο άλλος έρωτας, ο γενετήσιος.

– Τι να σου κάνει αυτός. Αν θέλεις, βάζει λίγα παγάκια στη
μελαγχολία μου.

…………………

Είθε να μην υπήρχα
μαβής ο χτύπος της καρδιάς, αλητεία.
Κι αν είπα τις προάλλες τη ζωή αντίρρηση του σκούληκα
δεν έπαψε να φουγαρίζει μέσα μου χαώδης
η απελπισία.
Θες το ζώο θες ο άγιος τίμημα η απουσία.
Κορφόνυχα μες στη φωτιά σε ταραχώδη θράκα
χρονάκια μου και χρόνια
έκανα γω το μπόι μου βλαστοβολώντας ύψος
χωρίς να συμβουλεύομαι
κακούς ονειροκρίτες και θολά μαντεία.
Δεν αναμέτρησα κινδύνους, αποτεφρώθηκα.
Πίστεψα στα χρυσάνθεμα ορκίστηκα στη χλόη
κι όπως ρεκάζει επιστήθιος άνεμος από βροχερά
συμπεράσματα
στα ερυθρά χαλάσματα του ήλιου ξαναφαίνομαι
κι ανιστορώ τα ρόδινα νεφρά μου.

………………………….

Είτε στον ύπνο (παξ) είτε στην εγρήγορση (κοάξ) ονομάζομαι
γοργά μελλοθάνατος.

…………..

Θρομβώδη φυλλώματα, συνεσθίομαι
μαζί με τ’ άνθη
διασχίζω τους γάμους των θάμνων
αναφλέγοντας το γραφτό μου σε άναρθρους
όρθρους
κι αποτυχίζω την απόγνωση κατακείμενος
όρθιος.
…………

Λέω συχνά τα νεφρά μου θα υπερισχύσουν.
Εντούτοις μαθητεύω πια συνέχεια σε τρόμο
κάθε βράδυ ξαναστοχάζω πως όχι
δε θα ξυπνήσω
κάθε πρωί ξεριζώνω φλέγματα υποφέροντας
μιαν άγρια ναυτία που δεν εξελίσσεται ολότελα
κι ανατριχιάζω
κάτι νύχτες με εθελούσιο μαύρο κάτι νύχτες
από τεράστια αιμοχαρή φεγγάρια
για να διαλευκάνω επιτέλους τα άσπρα μου
μαλλιά ως τη συντέλεια.
Δε θυμάμαι θυμάρι που να μην ανάδωσε πάντοτε
την ευωδιά του
με ήλιους ορεινούς αναφωνήματα στη μνημοσύνη.
Δεν ξέρω τι κάνει το συκώτι μου δεν ξέρω
τι κάνει η καρδιά μου
μαστίζομαι από ένοχη θέαση κι ανωφερή
αχτημοσύνη
χαράζω σύμφωνα και εκφέρω φωνήεντα φρίκης.

– Θρησκευτική υπόθεση. Κι ο χρόνος τώρα δεν είναι
μαγνητοταινία της αιωνιότητας. Ανακρούεται επιστήμη,
κουκιά μετρημένα. Μα είναι αμπόρετο να τσιμπήσει κανείς
τη θάλασσα.
Η Ιστορία τελικά συναναστρέφεται αγάλματα .

……………
– Τι εστί λάμψη;

– Ποιος αποφάσισε τα πτώματά μας;

——————–

– Ξέχειλα τα οράματά μας. Εμπλουτισμένοι αθανασία.
– Νυμφίοι της ελπίδας αρουραίοι.

[Λάμπουμε όλοι στην Κρονστάνδη. Στην πιο περήφανη γεωγραφία]

………………..

Σε βοερά μνημόσυνα βοράς κι αθώας βαρβαρότητας
με πετεινών αθλήματα στους χαμηλόκορμους ουρανούς
ωσότου πιάσουν ένα γύρο οι βροχάδες τα πρωτόνερα
ώσπου να ανοίξει της χυνοπωριάς το κατουροβάρελο.
Θα ‘τανε πέρσι.
Ρεμβώδη νοήματα, τυραγνία του βήχα, σκελετός από μέσα…
………..

[Βραδυάζει στο κείμενο. Η κατακρήμνιση του απογεύματος: ωριμότητα.]

– Αν έλιωνε ο πάγος, αν τους προλάβαινε η Άνοιξη…

……..δεν έχει όρια η ευφράδεια της Σταύρωσης
ούτε το πορτοκαλί που με τύφλωνε
φωσφορίζοντας
μα εγώ τη γλώσσα την αποκλήρωσα
δε μαζεύω ψυχοχάρτια χαζεύω την αγριότητα
οι καιόμενες πορφυρές δεκαετίες
από υδρόγεια νόηση
και αναπηδά στη χύτρα του πεπρωμένου
ο χόχλακας.
Φεγγάρι μου βγαλμένο μάτι ρεμβάζω σου
τ’ ασπράδι.

…………………

Εγώ λοιπόν έκπληχτος από χέρι διαστέλλω γαλαξίες
κι ανατείνομαι όνειρος
αποβάλλοντας το πραγματικό κι αναθυμούμενος μόλις
εκείνη την αρτηρία του αόρατου
την πλεξούδα του καπνού σε ανώδυνο ύψος.
Εδώ επιμένουμε όλοι.

– Άννα, τι συμβαίνει;

– Άρχισε η επίθεση.

– Άννα, έχε γεια, θα πεθάνουμε.

– Νικολάι, σ’ αγαπούσα ολόκληρη.

– Μιαν άλλη φορά, θα ξαναγίνει, Άννα

……………………………

διεδίδοτο δε εκάστω καθότι αν τις χρείαν είχεν –

Tέλλος Φίλης, Ονομαστική εορτή

Cyril Zannettacci, “Avenue de Flandres”, Paris 2016

Cyril Zannettacci, “Avenue de Flandres”, Paris 2016

Σοφία Αγάπη Πίστη Ελπίδα
ό,τι μας λείπει γιορτάζει σήμερα
μου το υπενθυμίζουν τα ημερολόγια
δεξιά πάνω από τη σημείωση με τους ανεξόφλητους λογαριασμούς
αυτές που προσπερνάμε γρήγορα ― με τύψεις

Tα πρόσωπα θυμόμαστε ― σ’ αυτά να στείλουμε ευχές
στις λέξεις μη στεκόμαστε
άγνωστες παραμένουν, αν όχι ενοχλητικές
κάτι για να γελάσουμε ζητάμε ―μια πλάκα να σπάσουμε―
μην και θρυμματιστούμε
να περάσει η αδίστακτη μέρα

Tα άλλα ζητάνε αντοχές
κι επιμονές και μνήμες και σιωπές
Σοφία Αγάπη Πίστη Ελπίδα
―σοκολατένια να τους πάρω
και μετά την απουσία να θρηνώ στα διαδίκτυα―

*Ο Τέλλος Φίλης γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη, μεγάλωσε στο Νέο Ψυχικό και, ύστερα από πολυετείς περιπλανήσεις εντός και εκτός, επανεγκαταστάθηκε πριν από λίγα χρόνια, οριστικά, στη Θεσσαλονίκη. Δημιούργησε την ομάδα «Η Ποίηση Γυμνή» και συντονίζει τη δράση της. Έχει εκδώσει τα βιβλία “Η αποσιωποιητική ηλικία” (2014) και “Ένας απλός υπάλληλος βιντεοκλάμπ και άλλα κείμενα” (2015).

**Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από το ιστολόγιο του Εντευκτηρίου στο http://entefktirio.blogspot.com.au/2016/09/t.html